Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Οι καιροί και τα... σημεία τους

Είναι χάραμα. Σχεδόν ξημερώνει. Δεν έχω ύπνο, αισθάνομαι πλήρης. Θέλω να πιω καφέ άμεσα. Σηκώνομαι και κατευθύνομαι προς τη μηχανή του εσπρέσο. Φτιάχνω τον καφέ και αρχίζω να ανιχνεύω τις πρώτες μελωδίες που ανεβαίνουν από μέσα μου. Πάλι εκείνη η μαγική εισαγωγή από το "Ήσουν παιδί σαν τον Χριστό". Με εκείνο το πιάνο με το πηδάλιο πατημένο βαθιά. Μόνο του στο στούντιο, μόνο του στο δίσκο, μόνο του στη ζωή. Τη φέρνω στο λαιμό και στα χείλη μου και αρχίζω να τη μουρμουρίζω. Κάθε φορά το ίδιο δέος. "Πώς το έγραψε αυτό το πράγμα;" Δεν ξέρω.

Πιάνω την κιθάρα στο ένα χέρι και την κούπα με τον καφέ στην άλλη και κατευθύνομαι προς το πρωινό μου καταφύγιο. Τη μικρή, σκοτεινή τουαλέτα. Κάθομαι, ακουμπώ τον καφέ πάνω στο περβάζι του καθρέφτη και στέκομαι ακίνητος για να ενταχθώ στη σιωπή του δωματίου και στο σκοτάδι του πρωινού. Κλείνω τα μάτια για να συνδεθώ με τον ύπνο που άφησα πίσω μου πριν από λίγο. Όλα συμβαίνουν με τη σειρά τους.

Σε λίγο βρίσκομαι μέσα σ' εκείνη την αίσθηση που με εκφράζει -ίσως- περισσότερο από όλες στη "ζωή" μου. Κάτι μεταξύ πραγματικότητας και μη πραγματικότητας, με μια μουσική να πλανιέται ακατάπαυστα πάνω μου και μέσα μου. Αρχίζω να αγγίζω τις πρώτες νότες. Αδιόρατα. Αρχίζουν να εμφανίζονται στο σκοτάδι.

Μάλλον ήθελα να πραγματώσω τη σιωπή του τραγουδιού που μουρμούριζα. Μόνο εικόνες, μόνο αφήγηση. Μόνο απόσταση και αποστασιοποίηση μέσα στο χρόνο.

Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέλεξε όλη την πορεία αυτού του τόπου, στα εκατοντάδες, στα χιλιάδες χρόνια της παρουσίας του, και γέμιζε σιγά-σιγά ένα χωνί. Συνέλεξε τους καιρούς. Τους τόσο διαφορετικούς. Όπως μας τους παρέδωσαν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως μας τους μετέδωσαν οι μεταγενέστεροι ποιητές και ταξιδευτές, όπως ήθελαν να τους βλέπουν οι επόμενοι ονειροπόλοι και ακροβάτες της ζωής. Τα μάζεψε όλα αυτά, όχι ως Κοντορεβυθούλης -γιατί δεν είχε καμιά μικρότητα, ούτε μικροπρέπεια, ούτε "μικρή" διάσταση- αλλά ως συλλέκτης, ως φυσιοδίφης, ως αποθησαυριστής όλου αυτού του τεράστιου υλικού, που κανένας ως τότε δεν είχε βαλθεί και δεν είχε τολμήσει να το παρουσιάσει με μουσική. Κάποια στιγμή λοιπόν άρχισε να πιέζει το χωνί από πάνω και τότε, μπροστά στη μύτη, άρχισε να εμφανίζεται το μορφοποιημένο υλικό αποτέλεσμα. Τα τραγούδια και οι μουσικές. Σαν κουλουράκια.

Υπήρξε μαγική η σύμ-πτωση της παρουσίας του σε αυτόν τον κόσμο. Άφησε τεράστιο έργο. Έργο υπαρξιακό για αυτόν τον τόπο και τους ιθαγενείς του. Για όσο υπάρχει ο κόσμος. Γιατί είναι κι αυτή μια ανάγκη του κόσμου και της φθοράς, του φθαρτού της ύλης και της "ζωής". Να κρατιέται από δεδομένα, από αξίες και αξιώματα. Γιατί δεν αντέχει αλλιώς σε αυτόν το δρόμο που πήρε. Για να άντεχε, θα έπρεπε να είχε επιλέξει άλλο δρόμο. Αυτό όμως δεν έγινε εξαιτίας των τριών γνωστών παραγόντων που παρενέβησαν και εκμεταλλεύθηκαν τη φθαρτή ύλη που αντιλαμβανόμαστε: της θρησκείας, της εξουσίας και του κεφαλαίου (του ανταλλακτικού κεφαλαίου). Αλλά αυτά τα έχουμε πει σε άλλες σελίδες αυτής της διαδρομής...

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν "οι καιροί". Οι καιροί που μίλησαν και εκφράστηκαν μέσα από το έργο του. Ξεκάθαρα και επαρκώς. Με σαφήνεια, χωρίς φόβο και πάθος (πόσο σπουδαία φράση), χωρίς κανένα συμφέρον, υστεροβουλία ή δεύτερη σκέψη. Κάτι δηλαδή σαν την ποίηση του Καβάφη και του Σεφέρη. Που κι εκείνοι υπήρξαν "οι καιροί". Από άλλο δρόμο και με άλλο τρόπο. Κολόνες ακλόνητες, βαθιά βυθισμένες στη γη και αφημένες να αντιμετωπίζουν τους ανέμους που λυσσομανάνε γύρω κι επάνω τους στα χρόνια και στους αιώνες. Ανέμους που σφυρίζουν άλλοτε σαν έχιδνες κι άλλοτε σαν Σειρήνες. Που ξεγελούν τα παιδιά του Κόσμου και τα παρασέρνουν σε τρομερό χορό πάνω απ' το Χάος.

Οι "καιροί" είναι λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών. Δεν χρειάζεται να είναι περισσότεροι. Αρκούν για να γράψουν και να περιγράψουν τον Κόσμο. Αυτόν τον Κόσμο που αναζητούν να βρουν οι κάθε επόμενοι για να τον στήσουν κατάρτι στη μέση της βάρκας και να πορευθούν στο πέλαγος.

Οι υπόλοιποι είναι "σημεία των καιρών". Περιστασιακά σημεία αναφοράς που φέγγουν σα μικρά τροχιοδεικτικά στο δρόμο. Που άλλοτε δείχνουν αριστερά κι άλλοτε δεξιά κι άλλοτε ευθεία μπροστά. Μπορεί και πίσω κάποιες φορές -αν έχουν τοποθετηθεί λάθος. Επειδή τα τροχιοδεικτικά τα τοποθετούν άλλοι, δεν αυτενεργούν. Κάτι σαν τον Μίκη Θεοδωράκη ή τον Γιάννη Ρίτσο, δηλαδή, κι εκείνα τα περίφημα "βραβεία Λένιν" που συνέλεξαν. Που τους τα έδωσαν -ντε και καλά- γιατί έπρεπε και το Παραπέτασμα να χρήσει τους εκλεκτούς του -με τη βούλα. Και επέλεξε αυτούς. Όχι για το "έργο" τους. Αλλά ως εκπροσώπους του Παραπετάσματος. Ως αντίπαλο δέος. Μικρές διαστάσεις, υπολειμματικές και ανούσιες. Για την καθημερινή κατανάλωση του κόσμου. Διότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες εκείνων των εποχών, δεν επρόκειτο να λάμψει κανένα "άστρο" κανενός Θεοδωράκη, Ρίτσου, κ.λπ. Φυσικά, δεν θεωρώ πως είναι "άχρηστοι". Έχουν παραδώσει κορυφαίες στιγμές δημιουργίας -αν και ο Γιάννης Ρίτσος δεν νομίζω ότι έγραψε τίποτε άλλο πέρα από την Σονάτα, ενώ ο Μίκης, πέρα από το Άξιον Εστί, έγραψε κι άλλα τρία-τέσσερα καλά έργα. (Για την υπόλοιπη παρουσία του στη ζωή τα έχω πει σε άλλες σελίδες. Όπως και για τον πατερναλισμό του και την ανάγκη των ιθαγενών να "σκιάζονται" από τον Πατέρα.)

Είπαμε. "Οι καιροί και τα... σημεία τους".

Δεν υπάρχουν σχόλια: