Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Δουλεύω


Στη ζωή μου έχω δουλέψει -και δουλεύω- πολύ. Πάρα πολύ. Τώρα ακόμη περισσότερο από ποτέ. Αν το σκεφτώ σε ώρες, μέχρι στιγμής έχω δουλέψει σίγουρα πάνω από μιάμιση φορά από όσες ώρες έχει δουλέψει ένας δημόσιος υπάλληλος του οκταώρου με τα ίδια χρόνια εργασίας. Χιλιάδες ώρες. Ατελείωτες ώρες σερί. Μέχρι και δεκαπέντε ώρες πάρα πολλές φορές. Με μικρά διαλείμματα λίγων λεπτών μόνο και μερικών ωρών ύπνου.

Αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αλλά και τα πρώτα δέκα δούλεψα. Δύσκολα και ανάποδα ωράρια, που σε έκαναν να ξεχνάς τη μέρα και το φως του ήλιου. Δουλειά ήταν κι εκείνη. Απλώς ήταν περιβεβλημένη με λούστρο και ξιπασιά. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Ψάχνει το δρόμο της στα τυφλά. Τη νύχτα.

Η δουλειά πάντα μου άρεσε. Με κατανάλωνε και την κατανάλωνα απελπισμένα και δίχως έλεος. Την αποζητούσα. Ήταν και είναι πάντα μια μεγάλη διέξοδος για όλα. Βέβαια, πάνω απ' όλα είναι η κάλυψη των αναγκών. Του ζην και του ευ ζην. Θεμιτά και πολύτιμα και τα δύο. Και δεν θέλησα να θυσιάσω ποτέ το ευ ζην μου -όταν μπορούσα να το έχω.

Είχα πάντα την άποψη πως όποιος δεν εργάζεται, όποιος δεν προσφέρει έργο στον κόσμο που ζει, είναι άχρηστος και περιττός. Ακόμη το πιστεύω. Πρέπει κανείς να εργάζεται για να αποδίδει την εργασία του στο σύνολο. Έτσι ώστε κι αυτός να μπορεί να εισπράττει, να απολαμβάνει το προϊόν της εργασίας των άλλων. Αλλιώς ο κύκλος της ενέργειας και η ισορροπία της χάνονται. Σπάει η αλυσίδα και τα πράγματα αρχίζουν και γέρνουν επικίνδυνα προς μια μεριά και ξεκινούν τα κοινωνικά προβλήματα. Όχι πως αλλιώς δεν υπάρχουν, αλλά τα σκηνικά είναι διαφορετικά.

Όποιος δεν εργάζεται, δεν μπορεί καθόλου εύκολα να συναισθανθεί. Μπορεί να έχει όλη την καλή πρόθεση, μπορεί να το εννοεί, μπορεί να συνεπαίρνεται, αλλά ποτέ δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει η δουλειά κάποιου που εργάζεται. Ποτέ. Ο άνθρωπος, αυτή η ματαιότητα της φύσης, δεν μπορεί να μην παράγει έργο. Από τη στιγμή που ο ίδιος, το σώμα του, είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής, το οφείλει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: