Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Η Εποχή της Μελισσάνθης


Έργο 37, σε ποίηση του ίδιου του συνθέτη.

Πληροφορίες περί του έργου:

Ο Μάνος Χατζιδάκις αφιέρωσε την Εποχή της Μελισσάνθης στη μνήμη της μητέρας του. Πρόκειται για μια καντάτα για ώριμη γυναικεία φωνή, δυο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα, με βασικό όργανο το μπουζούκι.

Η Μελισσάνθη είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο με υψηλή ποιητική διάσταση. Αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά που έζησε ο συνθέτης κατά την περίοδο της απελευθέρωσης. Κεντρική ιδέα αποτελεί η μορφή της Μελισσάνθης, αφηρημένη αναφορά στη γυναίκα του πολέμου αλλά και πρωσοποποίηση της ελπίδας, των μεγάλων ιδανικών, της ελευθερίας. Η Μελισσάνθη, χαμένη και ξεχασμένη οριστικά, τελικά πεθαίνει ή δολοφονείται στη μεταπολεμική Ελλάδα. Ο συνθέτης, με το εισαγωγικό σημείωμα δίνει ένα σαφές πλαίσιο ανάγνωσης του έργου, που, παρότι αυτοβιογραφικό, έχει βαθιά πολιτικό χαρακτήρα. Στον επίλογο του σημειώματος, ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει: "Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα τον χαμό της. Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος. Με όλα όμως αυτά, δε θέλω να δώσω ιστορικές διαστάσεις στην Μελισσάνθη και στην εποχή της. Επιθυμώ να καταγράψω μόνο, την προσωπική μου περιπέτεια και συμμετοχή στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησα μέσ' από το σπίτι μου και μέσα από την πόλη που εξακολουθώ να ζω".

Το θέμα της Μελισσάνθης άρχισε να απασχολεί τον συνθέτη από το 1945. Ωστόσο, η πρώτη εικόνα του έργου σχηματίζεται το 1965, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει το ποίημα "Η εποχή της Μελισσάνθης", που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Μυθολογία. Τα κεντρικά μέρη του ποιήματος αυτού θα αποτελέσουν τον πυρήνα του μουσικού έργου, το οποίο ο συνθέτης ξεκίνησε να συνθέτει το 1970 στην Αμερική. Η Εποχή της Μελισσάνθης απασχόλησε τον συνθέτη επί μία δεκαετία - περισσότερο από κάθε άλλο έργο του, μετά την Αμοργό. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1980 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και κυκλοφόρησε το ίδιο έτος σε διπλό άλμπουμ από τη δισκογραφική εταιρεία ΝΟΤΟΣ της Lyra.

ΤΟ ΕΡΓΟ
ΠΛΕΥΡΕΣ Α-Β

 

                                                ΠΛΕΥΡΕΣ Γ-Δ



 

 



Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από την πραγματικά μαγική παρουσίαση του έργου στην κεντρική αίθουσα της Λυρικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στις 4 Νοεμβρίου 2017. Οι συντελεστές εκείνης της παρουσίασης αναφέρονται στις δύο σελίδες του σχετικού ενημερωτικού φυλλαδίου που παρατίθενται στο τέλος.














                   

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Ρυθμολογία


Έργο 40 για πιάνο (1969-1971).

1. 5/8 Χασάπικος στον Κριό
2. 7/8 Χασάπικος του Ταύρου
3. 9/8 Χασάπικος των Διδύμων (στο ύφος του ERIK SATIE)
4. 11/8 Χασάπικος στον Υδροχόο
5. 13/8 Χασάπικος της Σελήνης
6. 15/8 Χασάπικος στην Παρθένο

Το έργο ηχογραφήθηκε στην Νέα Υόρκη από τον Adrian Barber, μεταξύ 4 και 7 Δεκεμβρίου 1971.

Λέει ο Μάνος Χατζιδάκις: "Η Ρυθμολογία είναι ένα παιχνίδι τρόπων και ρυθμών. Και η αναφορά μου στους αστερισμούς, κι αυτό παιχνίδι, χωρίς συμβολισμό ή επιρροή από την αστρολογική τους σημασία. Κι όσο προχωρούσα στο σχεδίασμα του έργου, σκεφτόμουν τον ποιητή Σεφέρη (…) Μα η Ρυθμολογία δεν γράφτηκε για να τον θρηνήσει. Γράφτηκε για έναν ζωντανό Σεφέρη, που εξακολουθεί να ζει μαζί μας. Για τον ποιητή Σεφέρη που είχε τη δύναμη να μιλά, όταν μιλούσε, απλά, βαθιά κι ελληνικά". (Μάνος Χατζιδάκις, Νέα Υόρκη, Δεκέμβριος 1971).




Η φωτογραφία είναι από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην αίθουσα της Εναλλακτικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στις 3 Δεκεμβρίου 2017. Στο πιάνο ήταν ο Θοδωρής Τζοβανάκης.



John Lennon - το τέλος της τελευταίας του συνέντευξης

Έτσι έκλεινε η τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο John Lennon τον Σεπτέμβριο του 1980, σχεδόν τρεις μήνες πριν από την δολοφονία του. Η συνέντευξη δόθηκε από τον John Lennon και την Yoko Ono στον David Sheff του περιοδικού Playboy. Η μετάφραση είναι αξιόπιστη. Ολόκληρη η συνέντευξη στο πρωτότυπο βρίσκεται στην διεύθυνση: http://www.beatlesinterviews.org/db1980.jlpb.beatles.html





Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

Η κατάρα

 Ανατολική Αττική - 23 Ιουλίου 2018. Φωτογραφία: Νίκος Καλογερικός

Σε λιγότερο από μια μέρα να συγκεντρώνουν περισσότερη βοήθεια από όση χρειάζεται για τους πληγέντες από τις φωτιές και σε καιρό ειρήνης να μην μπορούν να χωρίσουν δυο γαϊδουριών άχυρα. Πόσο κρίμα. Πόσο μεγάλο κρίμα.

Μια "ζωή" το ίδιο τροπάριο. Ποια "ζωή" δηλαδή; Σε όλη την ιστορία του ανθρώπου αυτό γίνεται σ' αυτόν τον τόπο. Μια αιώνια κατάρα τον δέρνει και τον καταστρέφει. Έτσι ώστε στους εύκολους καιρούς να κατεδαφίζει ό,τι έχει καταφέρει στα λίγα φωτεινά διαλείμματα της ομοψυχίας του. Δεν αντέχεται αυτό το πράγμα. Είναι αφόρητο. Όλοι μιλάμε για την ιστορία μας, που είναι η "μεγάλη κληρονομία" μας, και κανένας δεν διδάσκεται ποτέ τίποτα από αυτή. Πάντα τα ίδια λάθη. Πάντα το ίδιο μίσος του ενός προς τον άλλον. Και έρχονται οι δύσκολες εποχές, τότε που όλοι γίνονται ένα σώμα-μια ψυχή, και σ' αυτόν τον τόπο γίνονται θαύματα. Θαύματα που, όμως, αναδεικνύουν περισσότερο τη γύμνια του μίσους και του καταστροφικού εγωισμού των μεγάλων περιόδων. Είναι αφόρητο. Αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια. Αναρωτιέσαι πώς μπορεί να συμβαίνει. Αναρωτιέσαι γιατί να συμβαίνει. Και δεν είσαι ο πρώτος. Το ίδιο έχουν αναρωτηθεί χιλιάδες, εκατομμύρια πριν από σένα. Και απάντηση δεν βρήκαν, και απάντηση δεν έδωσαν. Και το εξέλαβαν ως "κατασκευαστικό δεδομένο" της φυλής. Ότι "έτσι είναι αυτό". Αν είναι δυνατόν. Τέτοια μοιρολατρία δηλαδή.

Με σκυμμένο το κεφάλι προχωράμε στην ιστορία αυτού του μάταιου κόσμου. Και, όταν κάνουν παιδιά, τα μεγαλώνουν με τις ίδιες "αρχές" και αξίες. Ότι ο καθένας τους είναι καλύτερος από τον διπλανό. Ότι αυτοί είναι οι βασιλιάδες και οι υπόλοιποι είναι οι υποτακτικοί. Δεν υποφέρεται αυτό. Τα καλύτερα μυαλά και οι σπουδαιότεροι άνθρωποι που εμφανίστηκαν σ' αυτόν τον τόπο έφυγαν μες στον προβληματισμό, την πίκρα και την απογοήτευση. 

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Το αστείο του θανάτου

Οι άνθρωποι "θεοποίησαν" τον θάνατο. Όπως ακριβώς κάνουν οι χυδαίοι γονείς που εκφοβίζουν τα μικρά παιδιά τους με κάποιον μπαμπούλα αν δεν "καθίσουν φρόνιμα" -δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα τρομοκρατημένα παιδιά πολύ συχνά εξελίσσονται σε ενήλικες υποταγμένους σε αρχές, εξουσίες και κάθε είδους αυθεντίες. Το ίδιο ακριβώς έκαναν και όσοι πρωτοκατάλαβαν το κόλπο με τον θάνατο. Και από τότε έχουν στα χέρια τους τον άνθρωπο. Βέβαια, τις περισσότερες φορές έπεσαν και οι ίδιοι μέσα στην παγίδα που διέβλεψαν.

Δεν υπάρχει θάνατος. Τουλάχιστον δεν υπάρχει με την "έννοια" που του αποδίδει ο άνθρωπος στην πλατιά του πλειονότητα. Τίποτα δεν "χάνεται" γιατί τίποτα δεν "υπάρχει". Είναι όλα πλάσματα, αποκυήματα του μυαλού μας. Της κατασκευαστικής δομής του μυαλού μας. Αυτό σημαίνει πως με ένα άλλο μυαλό, που θα είχε διαφορετικές συνάψεις, θα ήταν όλα αλλιώς. Ίσως τότε βλέπαμε -κυριολεκτικά- αυτό που συμβαίνει. Το πιθανότερο είναι να βλέπαμε την ενέργειά μας να μετασχηματίζεται σε άλλη μορφή αφού η αρχή διατήρησης της ενέργειας είναι απαράβατη -και, φυσικά, αυτή η αρχή περικλείει "ορατά και αόρατα", όπως ακριβώς τα έχουν προβλέψει οι μεγάλοι φυσικοί και έχουν εν πολλοίς αποδειχθεί πειραματικά.

Είναι αστείο να μιλάμε για τον "φόβο του θανάτου". Εντελώς αστείο. Δεν υπάρχουν μπαμπούλες στον Κόσμο. Τουλάχιστον όχι μεγαλύτεροι και σοβαρότεροι από μια σφήκα που μπορεί να έλθει και να μας κεντρίσει και να πονάμε για ώρες -ή και μέρες. Απλώς αλλάζουν οι κατανοητές διαστάσεις του γεγονότος. Στη σφήκα είναι τρεις -άντε, τέσσερις- ενώ στον θάνατο είναι περισσότερες.

Μπροστά στον θάνατο φυσικά πονάμε. Αφού δεν μπορούμε να αντιληφθούμε χειροπιαστά το περιεχόμενό του, πονάμε εξαιτίας της απουσίας των διαστάσεων που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Πονάμε για το ξεβόλεμα του προϋπάρχοντος καθεστώτος ζωής που βιώναμε. Μα, πάνω απ' όλα, πονάμε γιατί συνειδητοποιούμε πως πλησιάζει και ο δικός μας θάνατος. Και επειδή, όπως είπαμε παραπάνω, οι άνθρωποι και τα κέντρα εξουσίας διαχρονικά κράτησαν στο απυρόβλητο το άγνωστο του θανάτου, κυριευόμαστε από τον γνωστό πανικό. Άτοπο εντελώς. Ιδιαίτερα τώρα πια που η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο πολύ και έχει ανοίξει τόσες πόρτες καταδεικνύοντας πως δεν είναι καθόλου "απαραίτητη" η ύπαρξη ενός θεού.

Στον αιώνα που πέρασε ήταν κι αυτή η Κομμουνιστική Αριστερά, που σακάτεψε τα περιθώρια του ανθρώπου για ενόραση, φαντασία, υπόθεση περί αοράτων. Τα έκανε όλα "διαλεκτικό υλισμό" και έδωσε τροφή στα θηρία να εδραιώσουν και να παγιώσουν τον ορατό κόσμο. Αδιανόητα αρνητική η συνεισφορά του στείρου κομμουνισμού και η βοήθειά του στον υλισμό και στον καπιταλισμό. Βέβαια, στα τέλη του αιώνα φτάσαμε σε τραγέλαφους -ακριβώς γιατί το παραπάνω πρότυπο βάραγε πλέον το κεφάλι του σε σκληρό τοίχο. Είχαμε τους "κομμουνιστές χριστιανούς"! Ό,τι να 'ναι δηλαδή. Και με τον αστυνόμο και με τον χωροφύλακα. Η πλήρης και απόλυτη σύγχυση. Είναι για γέλια. Και επικαλούνται τις συγκλίσεις των δυο ρευμάτων περί ανθρωπιστικών αξιών και τα λοιπά. Κι έτσι έχουν εξασφαλίσει τα άλλοθί τους από παντού.

Τι να πεις. Οι άνθρωποι είμαστε αδύναμα όντα και χρειαζόμαστε ένα στήριγμα και ένα αποκούμπι για τα μεγάλα προβλήματα και "αδιέξοδά" μας. Τα γνωστά. Θρησκείες, στείρες και απάνθρωπες ιδεολογίες, τεκνοποιία για "διαιώνιση του είδους" -αλλά βασικά της περι-ουσίας- και μύρια άλλα όσα.

Ο πολύς κόσμος έτσι θα συνεχίσει. Στο σκοτάδι, στην πρόληψη και στο αδιέξοδο. Θα άγεται και θα φέρεται από λογής-λογής ταγούς. Θα πετιέται στον ύπνο του από όνειρα αλλόκοτα και απειλητικά. Θα νιώθει την "ευθύνη για την ανθρωπότητα" επάνω στους ώμους του και χίλιες δυο άλλες παιδικές ασθένειες.

Δεν έχω ιδέα γιατί συνεχίζει. Μόνο όσοι πιστεύουν σε είδωλα νομίζουν πως ξέρουν. Αλλά δεν ξέρουν τίποτα. Τους φόβους τους σκεπάζουν.

Ο μοναδικός σκοπός είναι να απαλύνεις τον πόνο του διπλανού σου και να τον κρατάς για να μην πέσει. Τίποτε άλλο. Στο παρόν. Στο τώρα. Μόνο.

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Μια άγρια πραγματικότητα από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή


Την τελευταία φορά που ο Ζαχίρ Άχμαντ Ζιντάνι νόμιζε πως μπορούσε ακόμα να δει, ήταν 17 ετών, ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, με το κορμί του ρημαγμένο, γεμάτο θραύσματα μιας βόμβας που είχαν τοποθετήσει οι Ταλιμπάν. Ζήτησε από τον γιατρό να του δώσει έναν καθρέφτη. «Ο γιατρός μου αποκρίθηκε: Γιε μου, δεν έχεις μάτια, πώς θα δεις τα μάτια σου;», αφηγείται ο Ζιντάνι. «Σήκωσα το χέρι μου και ψηλάφισα τα μάτια μου. Έπιασα μόνο στάχτη από τη φωτιά, τίποτ’ άλλο», προσθέτει. 

Αυτό συνέβη πριν από πέντε χρόνια. Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας, της τυφλότητάς του, τον γέμισε θλίψη, πριν συνειδητοποιήσει κάτι άλλο, που του έκοψε την ανάσα: Το να προχωρήσει η σχέση του με το κορίτσι που αγαπούσε από παιδί ήταν ήδη δύσκολο, επειδή η οικογένειά της δεν τον θεωρούσε άξιο. Πλέον, ήταν καταδικασμένος. «Αν είχα χάσει τα μάτια μου αλλά είχα το χέρι της, θα ήμουν ευτυχισμένος», λέει. «Όμως τώρα πια δεν έχω ούτε μάτια, ούτε εκείνη». 

Ο Ζιντάνι είναι ένας από τους ανθρώπους που πρωτοστάτησαν για να γίνει η πορεία για την ειρήνη, που έφθασε στην Καμπούλ, την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, τον Ιούνιο, έπειτα από μια διαδρομή σχεδόν 40 ημερών και 640 χιλιομέτρων από τον νότο, εν μέσω της αφόρητης καλοκαιρινής ζέστης, διαμέσου περιοχών όπου ο πόλεμος μαίνεται. Η πορεία ήταν ο μόνος τρόπος που είχε να διαμαρτυρηθεί εναντίον ενός πολέμου που μέχρι τώρα κατάπιε τον πατέρα του, τον θείο του, την αδελφή του, τα μάτια του -και τον έρωτά του. 

Ο Ζιντάνι, 22 ετών σήμερα, είναι αναλφάβητος. Κι όμως, είναι ποιητής. Στο σπίτι του, έχει πενήντα σελίδες με ποιήματα που έχει υπαγορεύσει στα αδέλφια του. Ανάμεσά τους, δυο γραμμές: Ακόμη κι αφού πέθανα, τα μάτια μου δεν έκλεισαν· περιμένοντας εσένα, απέμεινα να κοιτάω την πόρτα. 

Όταν ήταν επτά ετών, η οικογένειά του ζούσε στη Γκερέσκ, στην επαρχία Χελμάντ. Καλλιεργούσε παπαρούνες–την πρώτη ύλη για την παραγωγή του οπίου–σιτηρά, σταφύλια, σε χωράφια κατά μήκος ενός αυτοκινητόδρομου που χρησιμοποιούσαν τα στρατεύματα της συμμαχίας για να εφοδιάζουν τις μονάδες που έδιναν μάχες στην περιοχή που ήταν η γη των Ταλιμπάν.
Μια μέρα, ένας πατέρας κι ένας γιος, ενώ ετοίμαζαν τα χωράφια για μια δεύτερη σπορά -κρεμμύδια- έγιναν στόχος ενός αμερικανικού αεροσκάφους, αφηγείται ο Ζιντάνι. «Δεν βρήκαμε τίποτα, δεν είχε απομείνει τίποτα από αυτούς, ούτε καν αίμα», λέει. «Υπήρχε μόνο ένας μεγάλος κρατήρας και σκόνη».

Ο πατέρας του, ο Γουλάμ Ουάλι, ήταν 29 χρονών όταν σκοτώθηκε.
Μετά το αεροπορικό πλήγμα, η οικογένεια του Ζιντάνι μετακόμισε στην Κανταχάρ, κοντά σε μακρινούς τους συγγενείς, που είχαν μια μικρή κόρη. Ήταν 7 ετών, όπως κι εκείνος. Τα παιδιά ήταν συχνά μαζί. Έπαιζαν κρυφτό κι ο Ζιντάνι κρυβόταν μαζί της. «Μου άρεσε το πώς μίλαγε, πώς περπάταγε, το άρωμά της, τα πάντα. Όπου πήγαινε, βρισκόμουν κι εγώ. Δεν ξέρω πώς, απλώς κατέληγα εκεί».

Καθώς μεγάλωναν κι έρχονταν πιο κοντά, η εναπομείνασα οικογένεια του Ζιντάνι μετακόμισε σε άλλη γειτονιά, όπου έγινε βοηθός μηχανικού. Αλλά κάθε φορά που η μητέρα του πήγαινε επίσκεψη στους συγγενείς, τη συνόδευε, για να δει τη φίλη του.

Πώς ξέρει ότι ήταν έρωτας; Ήταν 12 ετών οι δυο τους. Βάδιζαν προς ένα μαγαζί. «Θυμάμαι ότι πήρα το χέρι της στο δικό μου», λέει. Έκανε κι εκείνη το ίδιο, και έβγαλαν ένα γελάκι. Η μητέρα του κοριτσιού τους είχε καταλάβει, συνεχίζει ο Ζιντάνι. «Ό,τι θέλει η μοίρα της», θυμάται πως είχε πει χαμογελώντας.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά στο Αφγανιστάν, όπου χρειάζεται η άδεια του πατέρα για να παντρευτεί η κόρη. Ο πατέρας, από πλούσια οικογένεια, δεν θεωρούσε τον νεαρό άξιο για την κόρη του. Όμως ο Ζιντάνι δεν έχανε τις ελπίδες του, διότι είχε ένα κρυφό χαρτί στα χέρια του: την καρδιά της. Το κορίτσι τον αγαπούσε.

Όλα άλλαξαν όταν έχασε τα μάτια του. Το προηγούμενο βράδυ, ο Ζιντάνι αγόρασε δύο εισιτήρια για το λεωφορείο που πήγαινε στην Κανταχάρ. Πριν από τα ξημερώματα, ο ίδιος και η αδελφή του Αχμάντια, 15 χρονών, έφυγαν για να επισκεφθούν συγγενείς τους στην επαρχία Χεράτ. Είχαν στενή σχέση: εκείνη γνώριζε καλά το μυστικό του, συχνά μετέφερε μηνύματά του στην αγαπημένη του. Κάθονταν στην τέταρτη σειρά, απέναντι από τον οδηγό, θυμάται ο Ζιντάνι. Το λεωφορείο έπεσε σε βόμβα που είχαν τοποθετήσει οι Ταλιμπάν στην άκρη του δρόμου. Θυμάται πως όλα γύρω του καίγονταν. Κάποιος, δεν ξέρει αν ήταν ο ίδιος ή η αδελφή του, φώναζε το όνομα της μητέρας του. Η Αχμάντια δεν επέζησε. «Όταν με πήγαν στο νοσοκομείο, θυμάμαι πως την καλούσα», λέει ο Ζιντάνι. «Κανένας δεν έβγαζε μιλιά».

Μετά την έκρηξη της βόμβας, η οικογένεια της αγαπημένης του ξεκαθάρισε την αντίθεσή της στον έρωτά τους. Όχι μόνο ήταν από άλλη επαρχία κι από άλλη φυλή, ήταν πλέον τυφλός, δεν μπορούσε να συντηρήσει οικογένεια. Την πάντρεψαν. Έχει σήμερα αποκτήσει ένα παιδί, λέει ο Ζιντάνι. Μερικές φορές μιλάνε κρυφά στο τηλέφωνο.

Οι εικόνες δεν είναι κάτι που ανήκει στον παρελθόν για τον Ζιντάνι. Έχουν υπόσταση, μεγαλώνουν, τον κρατούν απασχολημένο. «Στο μυαλό μου, βρίσκομαι σε ένα μέρος όπου δεν υπάρχει κανένας άλλος. Περπατάω, μόνος, ξεκινάω από την αρχή ενός ποιήματος ως το τέλος ενός άλλου. Και συνεχίζω να περπατάω. Υπάρχουν φορές που μέσα στο μυαλό μου την έκανα δική μου, που μέσα στο μυαλό μου φτάσαμε πάρα πολύ μακριά». Κάνει παύση. «Και τότε, όπως λένε, «όταν σήκωσα το κεφάλι μου, δεν ήμουν τίποτα»».

Παλεύει με την ερώτηση αν ένας ανεκπλήρωτος έρωτας είναι καλύτερος από το να μην αγαπούσε ποτέ. «Δεν έχω απάντηση», παραδέχεται.

Παρηγοριά του τώρα πια η ποίηση, οι εικόνες στο μυαλό του -και το όνειρο ότι κάποια μέρα στη χώρα του θα υπάρξει ειρήνη.

Mujib Mashal

Πηγή: Left από ΑΠΕ-ΜΠΕ και The New York Times

Εγώ το πήρα από την ιστοσελίδα commonality.gr: https://commonality.gr/o-polemos-toy-pire-tin-oikogeneia-toy-ta-matia-toy-kai-ton-erota-toy/
 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Δουλεύω


Στη ζωή μου έχω δουλέψει -και δουλεύω- πολύ. Πάρα πολύ. Τώρα ακόμη περισσότερο από ποτέ. Αν το σκεφτώ σε ώρες, μέχρι στιγμής έχω δουλέψει σίγουρα πάνω από μιάμιση φορά από όσες ώρες έχει δουλέψει ένας δημόσιος υπάλληλος του οκταώρου με τα ίδια χρόνια εργασίας. Χιλιάδες ώρες. Ατελείωτες ώρες σερί. Μέχρι και δεκαπέντε ώρες πάρα πολλές φορές. Με μικρά διαλείμματα λίγων λεπτών μόνο και μερικών ωρών ύπνου.

Αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αλλά και τα πρώτα δέκα δούλεψα. Δύσκολα και ανάποδα ωράρια, που σε έκαναν να ξεχνάς τη μέρα και το φως του ήλιου. Δουλειά ήταν κι εκείνη. Απλώς ήταν περιβεβλημένη με λούστρο και ξιπασιά. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Ψάχνει το δρόμο της στα τυφλά. Τη νύχτα.

Η δουλειά πάντα μου άρεσε. Με κατανάλωνε και την κατανάλωνα απελπισμένα και δίχως έλεος. Την αποζητούσα. Ήταν και είναι πάντα μια μεγάλη διέξοδος για όλα. Βέβαια, πάνω απ' όλα είναι η κάλυψη των αναγκών. Του ζην και του ευ ζην. Θεμιτά και πολύτιμα και τα δύο. Και δεν θέλησα να θυσιάσω ποτέ το ευ ζην μου -όταν μπορούσα να το έχω.

Είχα πάντα την άποψη πως όποιος δεν εργάζεται, όποιος δεν προσφέρει έργο στον κόσμο που ζει, είναι άχρηστος και περιττός. Ακόμη το πιστεύω. Πρέπει κανείς να εργάζεται για να αποδίδει την εργασία του στο σύνολο. Έτσι ώστε κι αυτός να μπορεί να εισπράττει, να απολαμβάνει το προϊόν της εργασίας των άλλων. Αλλιώς ο κύκλος της ενέργειας και η ισορροπία της χάνονται. Σπάει η αλυσίδα και τα πράγματα αρχίζουν και γέρνουν επικίνδυνα προς μια μεριά και ξεκινούν τα κοινωνικά προβλήματα. Όχι πως αλλιώς δεν υπάρχουν, αλλά τα σκηνικά είναι διαφορετικά.

Όποιος δεν εργάζεται, δεν μπορεί καθόλου εύκολα να συναισθανθεί. Μπορεί να έχει όλη την καλή πρόθεση, μπορεί να το εννοεί, μπορεί να συνεπαίρνεται, αλλά ποτέ δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει η δουλειά κάποιου που εργάζεται. Ποτέ. Ο άνθρωπος, αυτή η ματαιότητα της φύσης, δεν μπορεί να μην παράγει έργο. Από τη στιγμή που ο ίδιος, το σώμα του, είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής, το οφείλει.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Μονόλογοι (πια)

Σε θυμάμαι όλο και πιο σπάνια. Το αραχνοΰφαντο πέπλο του Χρόνου έχει πέσει πια για τα καλά γύρω και μέσα μου. Απομακρύνεσαι και χάνεσαι, σβήνεις ολότελα μέσα στο σπιράλ που μας καταπίνει όλους. Καμιά φορά βρίσκεται μια χαραμάδα και από εκεί μέσα αχνοφαίνεται κάτι αμυδρά. Αλλά με εκείνη την αδυναμία του φωτός που ξεψυχάει και διαλύεται στο Τίποτα.

Δεν ξέρω αν νιώθω κάτι πια. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην υπήρξες ποτέ.
I cannot remember "times we used to know".

Σήμερα έστησα συνειδητά τα σκηνικά από την αρχή. Την μουσική, τις φωτογραφίες, τις μνήμες των ήχων και των οσμών. Αλλά και πάλι νομίζω πως δεν σε βρίσκω πουθενά.

Αυτό είναι ο Χρόνος;