Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Η Μουσική


Εγώ το μόνο πράγμα που βρήκα στη ζωή για να απαλύνει την ψυχή μου, το μέσα μου, όπως θέλουμε μπορούμε να το πούμε, ήταν η Μουσική. Να ακούω, αλλά κυρίως να παίζω.

Ερχόμαστε, περνάμε και φεύγουμε. Στο ενδιάμεσο ζούμε. Ανασαίνουμε, γελάμε και κλαίμε, αγκαλιαζόμαστε και χτυπιόμαστε, μιλάμε και σωπαίνουμε. Παντού και πάντα είμαστε μόνοι μας. Κι αν καμιά φορά βρίσκουμε συνοδοιπόρο -για όσο- και τότε πάλι μόνοι μας είμαστε. Μέσα μας βαθιά. Γιατί η μελλοντική απουσία του -ή απουσία μας- εδραιώνει ακόμη περισσότερο τη μοναξιά. Μόνο στην αρχή της α-νόητης διαδρομής δεν νιώθουμε μόνοι, τότε που έχουμε ολόγυρά μας τη μάνα μας και δεν έχουμε ακόμη ιδέα ότι τα χωρικά όρια του σώματός μας τελειώνουν κάπου και μετά είναι ο υπόλοιπος κόσμος. Τότε που το χάδι "γράφει" την περιφέρειά μας και αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε τη μοναδικότητά μας. Τότε που όλα είμαστε εμείς.

Τους είδα όλους να θέλουν να πιστέψουν κάπου. Για να σταθούν όρθιοι. Άλλοι πίστεψαν σε θεούς, άλλοι σε θεωρίες, άλλοι στην ύλη, άλλοι στον Έρωτα, άλλοι στις παραισθήσεις, άλλοι αλλού. Δεν μου έφτασε τίποτα απ' όλα αυτά. Τα διάβηκα, τα αναζήτησα και τα έψαξα, τα έζησα και κουβέντιασα μαζί τους και άνοιξα όλες μου τις πύλες διάπλατες. Βρέθηκα στο δωμάτιο με τις πολλές πόρτες και αναρωτήθηκα μπροστά στα μεγάλα διλήμματα του ανθρώπου. Οι θρησκείες και ο μαρξισμός έδωσαν καλά εγχειρίδια διαβίωσης. Αναλογίστηκα την Αρχή και το Τέλος, την Αλήθεια και το Ψέμα, το Πραγματικό και το Φανταστικό, και σκέφτηκα πάνω σ' αυτά. Και είδα πως δεν υπάρχουν. Είδα πως είναι κατασκευάσματα του Νου. Είδα τον Νου ελλειπή και φοβισμένο να παλεύει με τις Σειρήνες και να βαφτίζεται Οδυσσέας. Ποτέ όμως ελεύθερος. Ή Οδυσσέας αλυσοδεμένος, ή ναύτης με βουλωμένα αυτιά, "ανελεύθεροι" και οι δύο.

Εγώ βρήκα τη Μουσική. Μεγάλη, βαθιά κι απόλυτη. Έτοιμη και ανοιχτή ανά πάσα στιγμή να με δεχθεί χωρίς όρια και κανόνες. Απέραντη και ατελείωτη πάντα. Δονήθηκα μαζί της σε πυθαγόρειες αναλογίες. Ίσως κάτι τη συνδέει με όλα εκείνα τα αόρατα -που θα παραμείνουν αόρατα- που ορίζουν τον Κόσμο. Ίσως είναι όλες εκείνες οι βουβές συχνότητες που δεν μπορούμε να ακούσουμε αλλά τις νιώθουμε μέσα μας, "στο ηλιακό πλέγμα", όπως έχω ακούσει τόσες χιλιάδες φορές μέσα στα χρόνια να μου λένε οι άνθρωποι τότε που με προσέγγιζαν για την μουσική μου. Εκεί κρύβεται η αλήθεια που κυνηγάμε από τότε που εμφανίστηκε το είδος μας. Και που πάντα θα κυνηγάμε και δεν θα ανακαλύπτουμε γιατί είμαστε κατασκευαστικά ελλειπείς. Μόνο με μαθηματικές εξισώσεις θα μπορέσουμε να την πλησιάσουμε την αλήθεια. Θεωρητικά μόνο.

Επάνω στη σκηνή, ή στη γωνιά του δωματίου μου, χωρίς την ανάγκη κοινού εδώ και πολλά χρόνια πια, η Μουσική λειτουργεί σαν το πέρασμα για οπουδήποτε. Αν υπήρχε περίπτωση να μου "λείπει" κάτι όταν δεν θα έχω πια συγκεκριμένες διαστάσεις, αυτό θα ήταν η Μουσική. Να ακούω Μουσική.

Αλλά κυρίως να παίζω μουσική.

Ένα σπουδαίο και σπάνιο τραγούδι από μια μπάντα που, εκείνα τα χρόνια, παίζαμε στην ίδια πόλη, σε κάποια άλλα πάλκα. Μπορεί κάποιες φορές να παίξαμε και στα ίδια με διαφορά ημερών.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Αντίο, Σοφούλα...

Γερό χτύπημα. Έφυγε η Σοφία. Δέκα τέσσερα χρόνια. Και από την πρώτη στιγμή σαν γνώριμοι από άλλες ζωές. Σαν ίδιοι. Έφυγε η Σοφούλα. Η φωνή της στα αυτιά μου. Τι να σου πω; Τι να σου γράψω; Αν μπορούσα να πιω, θα έπινα ένα μπουκάλι Glenfiddich. Σκέτο φυσικά. Σε μικρά σφηνάκια. Την προηγούμενη Κυριακή ήταν 40 μέρες. Και μόλις τώρα άρχισε να ανοίγει σιγά-σιγά η καταπακτή της απώλειας. Έφυγε η Σοφία. Γέρνει αρκετά πια η βάρκα προς την άλλη πλευρά. Σε τρία σπίτια σε συνάντησα. Εξάρχεια, Νεάπολη, Πετρούπολη. Κι εδώ -στο μεγάλο τραπέζι μιας Πρωτομαγιάς. Αλλά και στο μεγάλο δικό σου τραπέζι, που το 'παιρνες παντού σαν προίκα. Και αναρωτιόσουν τι θα γίνει και πού θα χωρέσει. Πάντα χωρούσε. Έφυγες, Σοφία. Και το μολυβένιο στρατιωτάκι σου θα στέκεται, για όσο στέκομαι κι εγώ, μπροστά μου, στο μισό μέτρο. Και θα πάρω να διαβάσω από την αρχή και πολύ προσεκτικά τον Άνθρωπο των Breton-Eluard με τις πολλές υπογραμμίσεις σου. Θα προσπαθήσω να καταλάβω γιατί εκείνες τις φράσεις. Έφυγες, Σοφούλα. Πάνε πενήντα οι μέρες πια. Και όλο θα αυξάνονται. Και κανένα νέο, κανένα σημάδι, καμιά φωνή. Ο χάρτης της Πετρούπολης απέκτησε μια τρύπα σ' εκείνο το σημείο. Το ξέρω, ήθελες να φύγεις, δεν γίνεται λόγος. Κι αυτό -στα πλαίσια μιας ελευθερίας που την αναζητήσαμε παντού, αλλά όσο την πλησιάζαμε τόσο εκείνη ξέφευγε- είναι σίγουρα κάτι. Δίνει ένα νόημα, μια "υπόσταση" σ' αυτήν την Ελευθερία. Έγινε τελικά αυτό που ήθελες. Αυτό που θεωρούσες ως επόμενο στάδιο. Α, ρε Σοφούλα. Μια κουταμάρα είναι όλα -τουλάχιστον έτσι όπως τα βλέπουμε οι άνθρωποι. Και πιο κουτός από όλα ο άνθρωπος. Που κάθεται και μεμψιμοιρεί, που κάθεται και φιλοσοφεί, που σηκώνεται και βιαιοπραγεί, και σκοτώνει, και βιάζει, και διψά να κυριαρχήσει. Καλά έκανες κι έφυγες, Σοφία. Καλά έκανες. Το ήξερες κι εσύ πως αυτό ήταν το καλύτερο. Η Μαρία πλάνταξε εκείνη την ημέρα. Δεν μαζευόταν με τίποτα. Είχαμε πιάσει όλοι από μια γωνιά και βουίζαμε. Εσύ, μες στη μέση, δεχόσουν απαλά την παχιά ηλιαχτίδα που ορμούσε από το παράθυρο και έπεφτε πάνω σου. Έτσι έγινε, Σοφούλα. Σου δίνω το λόγο μου. Σήμερα δεν θέλω με τίποτα να κόψω τη γραφή μου σε παραγράφους. Αυτή τη φορά θα τα πω μονορούφι. Δίχως διαλείμματα και δίχως στάσεις ή σκαλοπάτια.