Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Πανικός

Ζω μαζί του τριάντα χρόνια. Κλείνουν φέτος. Σαν χθες μοιάζει η πρώτη φορά. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1988. Στο πατρικό μου σπίτι. Και όλα έγιναν "έτσι "ξαφνικά".

Όμως, τίποτα δεν είναι ξαφνικό, ούτε τυχαίο, όπως άρχιζα να συνειδητοποιώ ολοένα και περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Ούτε αυτό ήταν.

Με οδήγησε σε αλλόκοτα μέρη, σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες και καταστάσεις. Πρωτόγνωρες και αδιανόητες μέχρι τότε. Άρχισα να συνειδητοποιώ τι σημαίνει "δεν υπάρχω". Άρχισα να διακρίνω τα όρια της "ύπαρξης", του νου, της "λογικής", της κοινωνίας, της εικόνας που έχουμε για την κοινωνία και την εικόνα που μπορεί να έχει η κοινωνία για εμάς. Έχανα τον εαυτό μου, το μυαλό μου, την όποια τυχόν ισορροπία μου. Διαλυόμουν σε άπειρα κομμάτια. Όπως κι αυτή τη στιγμή. Μια τέτοια στιγμή επέλεξα να γράψω γι' αυτόν. Μια στιγμή κατά την οποία βρίσκομαι μέσα του. Στο μάτι του κυκλώνα του. Δεν θα γινόταν καλύτερα.

Με τα χρόνια έμαθα να τον κοροϊδεύω και να τον σαρκάζω. Αλλά και πάλι, δεν κατάφερα να απαλλαγώ από αυτόν ολοκληρωτικά και οριστικά. Αυτός βρίσκει τρόπο και τρυπώνει πάντα. Σε "κατάλληλη" στιγμή και σε "ακατάλληλη" στιγμή. Δεν με νοιάζει πια. Έχω αποδεχτεί εδώ και χρόνια την ύπαρξή του. Τον αφήνω κι έρχεται απρόσκλητος. Αλωνίζει ό,τι βρει μπροστά του. Γκρεμίζει, ταρακουνάει, διαλύει. Αλλά σήμερα αποφάσισα να σταθώ πιο ψηλά από αυτόν. Όπως κάνω τα λίγα τελευταία χρόνια, που έμαθα να βγαίνω από τον εαυτό μου ακόμη και τις ώρες του πανικού. Κατάφερα να μην αφήνω το μυαλό μου να παραδίνεται στην εξουσία του αλλά να τον βάζει να με υπηρετεί εκείνος. Έτσι ώστε να τον περιγράφω καλύτερα. Για μένα. Για άλλους. Για όλους.

Όπως έμαθα εκείνον τον πρώτον καιρό, που έπεσα με τα μούτρα σε όποιο σχετικό βιβλίο εύρισκα, μια από τις σοβαρές αιτίες του είναι η υπερβολική ενασχόληση -σε βαθμό εμμονής και μανίας- της μητέρας με την καθαριότητα. Ναι, ναι, της μητέρας. Ναι, ναι, με την καθαριότητα. Αυτό δεν έχει να κάνει απαραίτητα με υποχονδρίαση. Έχει να κάνει με μανίες και αδιαχείριστη προσωπικότητα που δίνει διέξοδο στα αδιέξοδά της μέσα από υπερβολές και εξάρσεις. Πολύ συχνό φαινόμενο, που όμως δεν γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο και "εξηγείται" ή αποδίδεται σε αυξημένη αίσθηση ευταξίας. Καμία σχέση. Στερήστε από έναν τέτοιον άνθρωπο την εκδήλωση της μανίας του και έχετε μπροστά σας ένα θηρίο ανήμερο και ανεξέλεγκτο που είναι αδύνατον να ηρεμήσετε. Μόνο η ικανοποίηση της μανίας του μπορεί να τον καθησυχάσει κάπως αλλά και να τον κάνει λίγο πιο κοινωνικό. Κάθε άλλη εξέλιξη τον εξαγριώνει ακόμη περισσότερο και χάνει απολύτως τον έλεγχό του σε κάθε επίπεδο, διαρκώς απομακρυνόμενος από τον περίγυρο και χάνοντας την επαφή μαζί του.

Αν όμως μια τέτοια μανία εμφανίζεται στη μητέρα πρωτογενώς, στο παιδί εμφανίζεται δευτερογενώς -αν εμφανιστεί. Δηλαδή, είναι πολύ πιο δύσκολη η αντιμετώπιση γιατί είναι ριζωμένη πολύ βαθύτερα. Πάντως, είτε εμφανιστεί είτε όχι, όταν η επόμενη γενιά είναι περισσότερο σκεπτόμενη, τότε αρχίζουν τα δύσκολα. Εκεί πια ή υποκύπτεις στην παντοδυναμία της ισοπέδωσης ή αντιμετωπίζεις την κατάσταση -και όπου βγει.

Αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου εύκολο. Προσπαθώ -και καταφέρνω- να περιγράψω τον πανικό όντας σε κατάσταση πανικού. Το κατάφερα μετά από πολλά χρόνια δουλειάς και προσπάθειας αλλά και "δοκιμαστικών". Θυμάμαι καθαρά τον πρώτο πανικό μου, εκεί πίσω στα '88, αλλά θυμάμαι και αρκετούς άλλους έντονους στη ζωή μου. Ο πρώτος κράτησε μήνες ολόκληρους -χωρίς υπερβολή. Πρέπει να κράτησε πέντε με έξι μήνες σε διαρκή έξαρση. Θυμάμαι επίσης όλα τα συμπτώματα που εμφάνισα κατά καιρούς στη διάρκεια αυτών των τριάντα χρόνων. Ξέρω πολύ καλά τις μεθόδους και τους τρόπους που "χρησιμοποίησα" προκειμένου να τον αντιμετωπίσω. Πάρα πολλούς και διαφορετικούς. Ακίνδυνους και επικίνδυνους -ο πιο επικίνδυνος ήταν το αλκοόλ, που κράτησε πολλά χρόνια, έγινε βαριά "συνήθεια" και εξάρτηση, και τελικά χρειάστηκε τη στήριξη και την απελπισία της ψυχανάλυσης για να αποβληθεί οριστικά. Ο αρχικός τρόπος αντίδρασης ήταν η εγκατάλειψη του σπιτιού μου για αρκετούς μήνες επειδή δεν άντεχα να μένω μόνος. Το κεφάλι βούιζε διαρκώς και δεν υπήρχε κανένα διάλειμμα παρά μόνο ο ύπνος. Γι' αυτό κοιμόμουν πολύ -ευτυχώς μπορούσα. Κι έτσι ξεκουραζόμουν σωματικά και ψυχικά. Όλες όμως τις ώρες της μέρας ήμουν βυθισμένος, κυριαρχημένος από έναν διαρκή πανικό. Χωρίς κανένα διάλειμμα. Ούτε λεπτό. Κυριολεκτικά. Αφού το σκέφτομαι τώρα, μετά από τριάντα χρόνια, και δεν το πιστεύω ότι δεν υπήρχε ούτε μια στιγμή ανάσας. Πέρασε έτσι σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος. Αδιανόητο. Όταν πια άρχισα να το κοιτάζω κατάματα και να μην με τρομάζει, άρχισα να παίρνω τις πρώτες ανάσες και να βιώνω τα πρώτα χρονικά διαστήματα χωρίς αυτόν. Πολύ δύσκολα πράγματα. Πολύ οδυνηρές διαδρομές. Εκείνα τα πρώτα χρόνια δεν κατέφυγα σε κανενός είδους βοήθεια. Αλλά, ατυχώς, δεν κατέφυγα ούτε σε γιατρό. Αν είχα πάει από τότε, θα είχα γλυτώσει πάρα πολλά και -ποιος ξέρει;- μπορεί η ζωή μου να εξελισσόταν εντελώς διαφορετικά. Δεν είχα όμως ανάλογη αγωγή και παιδεία. Κι έτσι πάλευα μόνος μου όπως ήξερα. Στα τυφλά.

Πρέπει όμως να μιλήσω γι' αυτό, πρέπει να γράψω. Θέλω να βγω από μέσα μου, να καθίσω απέναντί μου, και να με κοιτάξω σε στιγμή πανικού. Να δω ποιος ήμουν και ποιος είμαι, πώς είμαι και τι κάνω για να βρίσκω την ισορροπία μου, τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια. Τώρα πια που έρχεται πολύ αραιά. Ίσως όχι περισσότερο από λίγες φορές το χρόνο. Για τα δικά μου δεδομένα και για την πρότερη ζωή μου, σχεδόν ποτέ.

Ήταν παντού και πάντα δίπλα μου. Στις ευτυχισμένες στιγμές μου, στις δύσκολες ώρες μου. Στη χαρά και στη λύπη. Ήταν κάτι "άλλο". Διαφορετικό. Δεν είχε σχέση με τα γεγονότα. Μπορεί να ζούσα μια ευτυχισμένη στιγμή και να είχα ξεχαστεί, κι όμως, ξαφνικά ίδρωνα, κοντανάσαινα και πάνιαζα. Η αλλόκοτη αίσθηση πλημμύριζε το μυαλό μου και με έπαιρνε από τη στιγμή. Με στριφογύριζε συνεχώς με ιλιγγιώδη ταχύτητα χωρίς να με πηγαίνει πουθενά συγκεκριμένα. Τρόμαζα, με έπιανε κρύος ιδρώτας και η ματιά μου θόλωνε. Δεν έβλεπα καθαρά. Εξάλλου, ήταν αδύνατο να την σταθεροποιήσω κάπου. Ήταν αφηνιασμένη, ανεξέλεγκτη, και στο κεφάλι μου χτύπαγαν σφυριά. Κάτι τέτοιες στιγμές, όποτε μπορούσα, το έβαζα στα πόδια. Από τη δουλειά, από τη διασκέδαση και την ευχαρίστηση, από την υποχρέωση. Πολλές φορές πήρα αυτοκίνητα, καράβια -ακόμη κι αεροπλάνα- για να "φύγω" και να χαθώ. Βρέθηκα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς έρημους, καθισμένος κατάχαμα, πάνω στη βρώμα των χρόνων και των χιλιάδων διερχόμενων επιβατών. Αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Δεν άκουγα, δεν έβλεπα τίποτα. Ευτυχώς είχα πάντα συντροφιά μια κιθάρα και ακούμπαγα επάνω της όλο μου το βάρος. Πάντα με άντεχε. Και όχι μόνο. Αλλά μου επέστρεφε κιόλας πράγματα. Άρχισα να καταφέρνω να σώζομαι έστω και προσωρινά. Σιγά-σιγά έγινε το κυριολεκτικό και μεταφορικό μου αποκούμπι. Νευρωτικά θα 'λεγε κανείς, την είχα πάντα μαζί μου. Έγινα σχεδόν γραφικός.

Αλλά σωζόμουν σιγά-σιγά. Πολύ αργότερα, αφού είχε περάσει και η τρικυμία του αλκοόλ και τα χρόνια της θεραπείας, μείναμε δυο παλιοί καλοί φίλοι που συναντιούνται λίγες φορές το χρόνο, θυμούνται τα παλιά και γελάνε... 

Δεν υπάρχουν σχόλια: