Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Μίκυ Μάους

Μια ζωή ανεμοδούρα. Και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα. Καλά σου τα 'λεγε ο Μάνος να κάθεσαι στη μουσική σου και να μην ασχολείσαι με τίποτε άλλο. Καλά σου τα 'πε και ο Παύλος -εκείνος, είν' η αλήθεια, σου τα 'πε πιο άγρια. Σου τα 'πε σε σκληρό ροκ. Αλλά έτσι ήταν εκείνος. Ασυμβίβαστος.

Τι να σε κάνουμε; Ο συναισθηματικός σου κόσμος και το θυμικό σου δεν είχαν πάτο και τέλος ποτέ. Και κάπου εκεί έχανες τα όρια πάντα. Βέβαια, ένας τέτοιος άπατος κόσμος σε οδήγησε πολλές φορές σε πρωτοπορίες, τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Αλλά, Μίκη μου, δεν φρόντισες να καλλιεργήσεις και να ασκήσεις το μέτρο. Κι έτσι, το έχασες πολλές φορές.

Ξέρουμε όμως πολύ καλά πως όλα αυτά γεννιούνται μόνο από συναίσθημα. Καθαρό και ανόθευτο συναίσθημα. Ανυστερόβουλο και ειλικρινές. Κι εκεί, εκείνη τη στιγμή, σε καταλαβαίνουμε, σε νιώθουμε και σε "συγχωρούμε" (Ποιοι είμαστε εμείς, εξάλλου, που έχουμε το δικαίωμα και την εξουσία να συγχωρούμε; Η ζωή δεν είναι δικαστήριο... Σε αποδεχόμαστε χωρίς κανιβαλισμούς). Ναι, σίγουρα θα ήταν πιο ισορροπημένα τα πράγματα αν είχες κατορθώσει να επιτύχεις το μέτρο. Αλλά δεν τα κατάφερες ποτέ.

Από την άλλη, μάλλον είχες δίπλα σου ανθρώπους που έτρεφαν την ανθρώπινη ματαιοδοξία σου -που, άλλωστε, σε μεγάλο βαθμό, είναι απόλυτα κατανοητή. Σε εκμεταλλεύτηκαν και σε εκμεταλλεύονται -άλλο ένα σημάδι του άμετρου και ανεξέλεγκτου παρορμητισμού σου και της ανικανότητάς σου να βλέπεις βαθύτερα, όχι σε συνομωσίες και πλεκτάνες, αλλά στις υπόγειες και σκοτεινές διαδρομές της ψυχής.  

Δεν θα μιλήσουμε για το έργο σου. Είναι τεράστιο και αδιαπραγμάτευτο. Κι ας υπήρξες εγκάθετος στην τότε μουσική πραγματικότητα του τόπου. Το αντίπαλο δέος σάρωνε τα πάντα και δημιουργούσε το νέο ελληνικό τραγούδι από τα θεμέλια, από το μηδέν. Οι υπόλοιπες δισκογραφικές εταιρείες κάπως έπρεπε να κρατηθούν στην οικονομική επιφάνεια και να μην αφανιστούν. Και σε έφεραν άρον-άρον από το Παρίσι για να εξισορροπήσουν κάπως την κατάσταση, εκμεταλλευόμενοι φυσικά τις πολιτικές σου θέσεις, που εξυπηρετούσαν απόλυτα τις βλέψεις τους. Σε χρησιμοποίησαν πάλι κι εσύ έθρεψες το Εγώ σου. Γνωστά πράγματα, γνωστές ιστορίες.

Όχι πως έκανες τίποτα σπουδαίο στο Παρίσι. Ένα γνήσιο τέκνο της αστικής τάξης ήσουν, την οποία δεν αποχωρίστηκες ποτέ. Ούτε όταν βρέθηκες στα κρατητήρια και στην εξορία. Είχες μαξιλάρι, Μίκυ μου. Βαθύ και μαλακό.

Ενώ το "αντίπαλο δέος" εργάστηκε πολύ σκληρά από δέκα τριών χρονών ως χαμάλης, λούστρος και λιμενεργάτης για να θρέψει την πατρική του οικογένεια. Εσύ δεν τα γνώρισες ποτέ αυτά. Για σένα ο πακτωλός έρεε πάντα. Μεγάλη διαφορά αυτή, Μίκυ μου. Πολύ μεγάλη για ένα παιδί που ιδρώνει, ματώνει, αγωνίζεται με σφιγμένα δόντια, μέσα στην Κατοχή μάλιστα, για να επιβιώσει και να υποστηρίξει, πέραν του εαυτού του, και εξαρτημένα άτομα. Άσ' τα, μην πεις τίποτα. Δεν σε παίρνει. Είναι πολύ άγρια βιώματα αυτά που δεν ξεπερνιούνται εύκολα -ή μάλλον, ποτέ. Γι' αυτό και το αντίπαλο δέος δήλωνε πως η μουσική δεν υπήρξε ο "προορισμός" του στη ζωή, αλλά αυτό που έτυχε να κάνει για να βιοπορίζεται. Η δομή της προσωπικότητας και της ψυχοσύνθεσής του ήταν εκείνη που τον οδήγησε στην πρωτοπορία και στην καινοτομία -και, συνεπώς, στην Μεγάλη Δημιουργία. Ήταν πραγματικός και αληθινός Δημιουργός και όχι στοχευμένος και στρατευμένος εργάτης του τομέα που επέλεξε. Αυτή είναι η τεράστια διαφορά σας. Εσύ δήλωνες πάντα "μουσουργός" (σου τα 'πε ο Παύλος...), ενώ το αντίπαλο δέος δεν δήλωνε τίποτα περισσότερο από αυτό που ανέγραφε η ταυτότητά του. Εκείνος άνοιξε όλους τους νέους δρόμους και τους δόξασε τόσο με το Έργο του όσο και με τη συνολικότερη στάση του, ενώ εσύ "έγραφες τραγούδια".

Μείνε, λοιπόν, εκεί που βρίσκεσαι, σκεπασμένος με την κουβερτούλα μέχρι τη μέση και με τα πόδια απλωμένα πάνω στο σκαμπό να ατενίζεις τον Παρθενώνα σου (γιατί μου έδινες πάντα την αίσθηση ότι "αναμετριόσουν" μια ζωή μαζί του;), και μην μπαίνεις στον κόπο των άλλων. Και, ας σου πει κάποιος επιτέλους, έστω και τώρα, πως τους ανθρώπους πρέπει να τους βοηθάμε απελευθερώνοντάς τους. Δεν χρειάζονται ούτε μπαμπάδες ούτε μαμάδες. Το έργο σου δεν κινδυνεύει. Θα το δεις στην εξόδιο ακολουθία σου. Όταν θα έλθει και η κουτσή Μαρία και οι κάθε λογής κεφτέδες του τόπου θα βγάζουν λόγους. Θα το δεις στην εθνική κοσμοσυρροή. Και θα ευχαριστηθείς για άλλη μια φορά.

Εσένα δεν νομίζω να σε συνοδέψουν μόνο είκοσι-τριάντα "καρδιακοί" φίλοι σε ένα απλό, ανθρώπινο και λαϊκό κοιμητήριο κάπου στη μέση της Αττικής γης. Ούτε έναν επίλογο δεν θα μπορέσεις να γράψεις σωστά, Μίκυ μου.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: