Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Στον Αμέτ...


Είδα τη φωτογραφία σου σε κάποια ιστοσελίδα. Ήταν δυο φωτογραφίες. Η μια ήταν δική σου, σέλφι, και στην άλλη ήταν το μηχανάκι με το οποίο σκοτώθηκες.

Σήμερα το πρωί στις 10 έφυγες. Σε κάποιο δύσκολο σημείο ενός δρόμου, κάπου στα Οινόφυτα. Έκανες διανομές, ντελιβεράς δηλαδή. Είκοσι χρονών παιδί. Είκοσι. Μια σταλιά. Σήμερα Σάββατο. Θα είχες ξεκινήσει τη μέρα σου, ποιος ξέρει με τι σκέψεις, με τι δουλειές και με τι σχέδια κι όνειρα. Ίσως πήγαινες στη δουλειά σου, αν και μάλλον ήταν νωρίς. Το πιθανότερο είναι να δούλευες το βράδυ. Τώρα που σου γράφω δηλαδή. Δεν θα πας. Δεν θα ξαναπάς ποτέ. Σε χτύπησε αλύπητα το φορτηγό, Αμέτ. Και έφυγες "ακαριαία", όπως έγραψαν.

Εγώ είδα τη φωτογραφία σου μόνο. Κι από κάτω διάβασα δυο στεγνά λόγια περιγραφής του γεγονότος. Πάγωσα. Το προσωπάκι σου, είκοσι χρονών, ήταν γεμάτο χαρά και λίγη αυταρέσκεια. Ίσως κρύωνες κιόλας, φαίνεσαι λίγο σφιγμένος και μοιάζει χειμώνας, ίσως ο φετινός. Ποιος ξέρει, μπορεί να έβγαλες τη φωτογραφία για κάποιο κορίτσι, για κάποιο αγόρι, για τους δικούς σου -πού να ζούνε άραγε; Υπάρχουν; Είσαι στην εξοχή. Μπορεί με το μηχανάκι. Μ' αυτό που ήσουν όταν έφυγες. Μ΄αυτό που φύγατε παρέα. Σταμάτησες για λίγο για να τραβήξεις τη φωτογραφία.

Γεια σου, Αμέτ. Σου μίλησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα στη φωτογραφία. Συγκινήθηκα, βούρκωσα. Ποιος να το 'λεγε. Ένα παιδί είκοσι χρονών να φύγει έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα ένα Σάββατο πρωί στα Οινόφυτα. Ένα παιδί που -το πιθανότερο- δεν ήταν από εδώ, από εκεί όπου σκοτώθηκε. Ένα παιδί που, σίγουρα πάντως, ήταν μουσουλμανικής προέλευσης. Ένα παιδί δηλαδή σαν όλα τ' άλλα. Ένα παιδί που δεν ξέρουμε από πού ήταν. Ένα παιδί που ήλθε πριν από μόλις είκοσι χρόνια, που δεν ξέρουμε πού μπορεί να γεννήθηκε, σε ποια χώρα της Ανατολής -μπορεί και στην Ελλάδα-, που έζησε -ένας θεός ξέρει τι έζησε αυτό το παιδί-, και που ήταν γραφτό να μην πάει πάνω από τα είκοσι. Ένα παιδί που έγινε μόνο μια σκέτη είδηση στις εφημερίδες. Δυο γραμμές στα ψιλά. Ήταν γραφτό να αφήσει την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο, οδηγώντας ένα φτηνό μηχανάκι, που -ποιος ξέρει- μπορεί και να μην ήταν δικό του και που μπορεί να ήταν και χαλασμένο.

Αχ, ρε Αμέτ. Τι πρόλαβες να δεις και να ζήσεις; Και όσα έζησες πώς να τα έζησες άραγε; Μάλλον με πείνα και ανέχεια αφού έτρεχες κάπου εκεί στα Οινόφυτα, δηλαδή σε μια από τις "δύσκολες" περιοχές, με το μηχανάκι και δούλευες ντελιβεράς.

Ποιος, άραγε, θα νοιαστεί που έφυγες; Ποιος θα κλάψει για σένα; Ποιος θα σε συνοδέψει μέχρι την "τελευταία σου κατοικία"; Θα έχεις, άραγε, κανέναν δικό σου κοντά σου; Θα αφήσει κανένας ένα λουλούδι πάνω στο χώμα σου; Σε ποιον θα λείψεις, Αμέτ;

Δεν σε ήξερα, φίλε μου. Κι όμως, από την πρώτη στιγμή που σε κοίταξα, συγκινήθηκα. Ταράχτηκα. Και κάθε φορά που σε κοιτάζω, ταράζομαι. Τόσο νέος... Μακάρι να έχεις κάποιους δίπλα σου αυτές τις στιγμές. Να σε ξεπροβοδίσει κάποιος. Έτσι λένε είναι καλύτερα. Να μη φεύγεις μόνος σου. Δεν ξέρω, Αμέτ.

Όπως δεν ξέρω πια, Αμέτ, τι είναι "δίκαιο" και τι "άδικο" σ' αυτό που αποκαλούμε "ζωή". Δεν ξέρω, φίλε μου καλέ. Δεν ξέρω τίποτα. Δεν μπορώ να πω με καμιά βεβαιότητα ότι το γεγονός πως έφυγες τόσο νέος είναι "κρίμα". "Κρίμα που δεν πρόλαβες να ζήσεις". Να ζήσεις τι, Αμέτ; Και ποιος μπορεί να κρίνει τι είναι επαρκής ζωή και τι ανεπαρκής; Ποιος μπορεί να αποκαλεί μια ζωή ογδόντα, παραδείγματος χάρη, χρόνων επαρκή και μια ζωή είκοσι χρόνων ανεπαρκή; Ποιος; Ποιος τα "ζυγίζει" αυτά; Δεν ξέρω, Αμέτ. Κι αφού δεν ξέρω, δεν λέω. Δεν μιλάω. Κοιτάζω μόνο τα γλυκά μάτια σου μέσα στη φωτογραφία. Μετά κοιτάζω το σωρό από σιδερικά που έγινε το μηχανάκι σου.

Βουτάω στη φωτογραφία και πηγαίνουμε μαζί βόλτα στην εξοχή που ανοίγεται πίσω σου. Καβαλλάμε τους λόφους με το μηχανάκι και μου δείχνεις τα μέρη όπου έζησες. Χειμώνας, κάνει κρύο που βιτσίζει τις μούρες μας. Ούτε ανάσα δεν μπορούμε να πάρουμε.

Εκεί, κάπου στα Οινόφυτα, εκεί όπου γύρναγα κι εγώ για ένα μεγάλο διάστημα πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Γνώριμα μέρη. Μετά από τριάντα χρόνια εμφανίστηκες εσύ εκεί. Για να ζήσεις, αυτό το λίγο που έζησες, και να σκοτωθείς ένα Σάββατο πρωί με ένα μηχανάκι. Δούλευες ντελιβεράς. "Έφυγε ακαριαία".

Γεια σου, Αμέτ. Στο καλό...

1 σχόλιο:

Theano Kiriaki είπε...

Ευαισθησια. Με συγκινεις.