Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2018

Πανικός

Ζω μαζί του τριάντα χρόνια. Κλείνουν φέτος. Σαν χθες μοιάζει η πρώτη φορά. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1988. Στο πατρικό μου σπίτι. Και όλα έγιναν "έτσι "ξαφνικά".

Όμως, τίποτα δεν είναι ξαφνικό, ούτε τυχαίο, όπως άρχιζα να συνειδητοποιώ ολοένα και περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Ούτε αυτό ήταν.

Με οδήγησε σε αλλόκοτα μέρη, σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες και καταστάσεις. Πρωτόγνωρες και αδιανόητες μέχρι τότε. Άρχισα να συνειδητοποιώ τι σημαίνει "δεν υπάρχω". Άρχισα να διακρίνω τα όρια της "ύπαρξης", του νου, της "λογικής", της κοινωνίας, της εικόνας που έχουμε για την κοινωνία και την εικόνα που μπορεί να έχει η κοινωνία για εμάς. Έχανα τον εαυτό μου, το μυαλό μου, την όποια τυχόν ισορροπία μου. Διαλυόμουν σε άπειρα κομμάτια. Όπως κι αυτή τη στιγμή. Μια τέτοια στιγμή επέλεξα να γράψω γι' αυτόν. Μια στιγμή κατά την οποία βρίσκομαι μέσα του. Στο μάτι του κυκλώνα του. Δεν θα γινόταν καλύτερα.

Με τα χρόνια έμαθα να τον κοροϊδεύω και να τον σαρκάζω. Αλλά και πάλι, δεν κατάφερα να απαλλαγώ από αυτόν ολοκληρωτικά και οριστικά. Αυτός βρίσκει τρόπο και τρυπώνει πάντα. Σε "κατάλληλη" στιγμή και σε "ακατάλληλη" στιγμή. Δεν με νοιάζει πια. Έχω αποδεχτεί εδώ και χρόνια την ύπαρξή του. Τον αφήνω κι έρχεται απρόσκλητος. Αλωνίζει ό,τι βρει μπροστά του. Γκρεμίζει, ταρακουνάει, διαλύει. Αλλά σήμερα αποφάσισα να σταθώ πιο ψηλά από αυτόν. Όπως κάνω τα λίγα τελευταία χρόνια, που έμαθα να βγαίνω από τον εαυτό μου ακόμη και τις ώρες του πανικού. Κατάφερα να μην αφήνω το μυαλό μου να παραδίνεται στην εξουσία του αλλά να τον βάζει να με υπηρετεί εκείνος. Έτσι ώστε να τον περιγράφω καλύτερα. Για μένα. Για άλλους. Για όλους.

Όπως έμαθα εκείνον τον πρώτον καιρό, που έπεσα με τα μούτρα σε όποιο σχετικό βιβλίο εύρισκα, μια από τις σοβαρές αιτίες του είναι η υπερβολική ενασχόληση -σε βαθμό εμμονής και μανίας- της μητέρας με την καθαριότητα. Ναι, ναι, της μητέρας. Ναι, ναι, με την καθαριότητα. Αυτό δεν έχει να κάνει απαραίτητα με υποχονδρίαση. Έχει να κάνει με μανίες και αδιαχείριστη προσωπικότητα που δίνει διέξοδο στα αδιέξοδά της μέσα από υπερβολές και εξάρσεις. Πολύ συχνό φαινόμενο, που όμως δεν γίνεται αντιληπτό ως τέτοιο και "εξηγείται" ή αποδίδεται σε αυξημένη αίσθηση ευταξίας. Καμία σχέση. Στερήστε από έναν τέτοιον άνθρωπο την εκδήλωση της μανίας του και έχετε μπροστά σας ένα θηρίο ανήμερο και ανεξέλεγκτο που είναι αδύνατον να ηρεμήσετε. Μόνο η ικανοποίηση της μανίας του μπορεί να τον καθησυχάσει κάπως αλλά και να τον κάνει λίγο πιο κοινωνικό. Κάθε άλλη εξέλιξη τον εξαγριώνει ακόμη περισσότερο και χάνει απολύτως τον έλεγχό του σε κάθε επίπεδο, διαρκώς απομακρυνόμενος από τον περίγυρο και χάνοντας την επαφή μαζί του.

Αν όμως μια τέτοια μανία εμφανίζεται στη μητέρα πρωτογενώς, στο παιδί εμφανίζεται δευτερογενώς -αν εμφανιστεί. Δηλαδή, είναι πολύ πιο δύσκολη η αντιμετώπιση γιατί είναι ριζωμένη πολύ βαθύτερα. Πάντως, είτε εμφανιστεί είτε όχι, όταν η επόμενη γενιά είναι περισσότερο σκεπτόμενη, τότε αρχίζουν τα δύσκολα. Εκεί πια ή υποκύπτεις στην παντοδυναμία της ισοπέδωσης ή αντιμετωπίζεις την κατάσταση -και όπου βγει.

Αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή δεν είναι καθόλου εύκολο. Προσπαθώ -και καταφέρνω- να περιγράψω τον πανικό όντας σε κατάσταση πανικού. Το κατάφερα μετά από πολλά χρόνια δουλειάς και προσπάθειας αλλά και "δοκιμαστικών". Θυμάμαι καθαρά τον πρώτο πανικό μου, εκεί πίσω στα '88, αλλά θυμάμαι και αρκετούς άλλους έντονους στη ζωή μου. Ο πρώτος κράτησε μήνες ολόκληρους -χωρίς υπερβολή. Πρέπει να κράτησε πέντε με έξι μήνες σε διαρκή έξαρση. Θυμάμαι επίσης όλα τα συμπτώματα που εμφάνισα κατά καιρούς στη διάρκεια αυτών των τριάντα χρόνων. Ξέρω πολύ καλά τις μεθόδους και τους τρόπους που "χρησιμοποίησα" προκειμένου να τον αντιμετωπίσω. Πάρα πολλούς και διαφορετικούς. Ακίνδυνους και επικίνδυνους -ο πιο επικίνδυνος ήταν το αλκοόλ, που κράτησε πολλά χρόνια, έγινε βαριά "συνήθεια" και εξάρτηση, και τελικά χρειάστηκε τη στήριξη και την απελπισία της ψυχανάλυσης για να αποβληθεί οριστικά. Ο αρχικός τρόπος αντίδρασης ήταν η εγκατάλειψη του σπιτιού μου για αρκετούς μήνες επειδή δεν άντεχα να μένω μόνος. Το κεφάλι βούιζε διαρκώς και δεν υπήρχε κανένα διάλειμμα παρά μόνο ο ύπνος. Γι' αυτό κοιμόμουν πολύ -ευτυχώς μπορούσα. Κι έτσι ξεκουραζόμουν σωματικά και ψυχικά. Όλες όμως τις ώρες της μέρας ήμουν βυθισμένος, κυριαρχημένος από έναν διαρκή πανικό. Χωρίς κανένα διάλειμμα. Ούτε λεπτό. Κυριολεκτικά. Αφού το σκέφτομαι τώρα, μετά από τριάντα χρόνια, και δεν το πιστεύω ότι δεν υπήρχε ούτε μια στιγμή ανάσας. Πέρασε έτσι σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος. Αδιανόητο. Όταν πια άρχισα να το κοιτάζω κατάματα και να μην με τρομάζει, άρχισα να παίρνω τις πρώτες ανάσες και να βιώνω τα πρώτα χρονικά διαστήματα χωρίς αυτόν. Πολύ δύσκολα πράγματα. Πολύ οδυνηρές διαδρομές. Εκείνα τα πρώτα χρόνια δεν κατέφυγα σε κανενός είδους βοήθεια. Αλλά, ατυχώς, δεν κατέφυγα ούτε σε γιατρό. Αν είχα πάει από τότε, θα είχα γλυτώσει πάρα πολλά και -ποιος ξέρει;- μπορεί η ζωή μου να εξελισσόταν εντελώς διαφορετικά. Δεν είχα όμως ανάλογη αγωγή και παιδεία. Κι έτσι πάλευα μόνος μου όπως ήξερα. Στα τυφλά.

Πρέπει όμως να μιλήσω γι' αυτό, πρέπει να γράψω. Θέλω να βγω από μέσα μου, να καθίσω απέναντί μου, και να με κοιτάξω σε στιγμή πανικού. Να δω ποιος ήμουν και ποιος είμαι, πώς είμαι και τι κάνω για να βρίσκω την ισορροπία μου, τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια. Τώρα πια που έρχεται πολύ αραιά. Ίσως όχι περισσότερο από λίγες φορές το χρόνο. Για τα δικά μου δεδομένα και για την πρότερη ζωή μου, σχεδόν ποτέ.

Ήταν παντού και πάντα δίπλα μου. Στις ευτυχισμένες στιγμές μου, στις δύσκολες ώρες μου. Στη χαρά και στη λύπη. Ήταν κάτι "άλλο". Διαφορετικό. Δεν είχε σχέση με τα γεγονότα. Μπορεί να ζούσα μια ευτυχισμένη στιγμή και να είχα ξεχαστεί, κι όμως, ξαφνικά ίδρωνα, κοντανάσαινα και πάνιαζα. Η αλλόκοτη αίσθηση πλημμύριζε το μυαλό μου και με έπαιρνε από τη στιγμή. Με στριφογύριζε συνεχώς με ιλιγγιώδη ταχύτητα χωρίς να με πηγαίνει πουθενά συγκεκριμένα. Τρόμαζα, με έπιανε κρύος ιδρώτας και η ματιά μου θόλωνε. Δεν έβλεπα καθαρά. Εξάλλου, ήταν αδύνατο να την σταθεροποιήσω κάπου. Ήταν αφηνιασμένη, ανεξέλεγκτη, και στο κεφάλι μου χτύπαγαν σφυριά. Κάτι τέτοιες στιγμές, όποτε μπορούσα, το έβαζα στα πόδια. Από τη δουλειά, από τη διασκέδαση και την ευχαρίστηση, από την υποχρέωση. Πολλές φορές πήρα αυτοκίνητα, καράβια -ακόμη κι αεροπλάνα- για να "φύγω" και να χαθώ. Βρέθηκα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς έρημους, καθισμένος κατάχαμα, πάνω στη βρώμα των χρόνων και των χιλιάδων διερχόμενων επιβατών. Αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου. Δεν άκουγα, δεν έβλεπα τίποτα. Ευτυχώς είχα πάντα συντροφιά μια κιθάρα και ακούμπαγα επάνω της όλο μου το βάρος. Πάντα με άντεχε. Και όχι μόνο. Αλλά μου επέστρεφε κιόλας πράγματα. Άρχισα να καταφέρνω να σώζομαι έστω και προσωρινά. Σιγά-σιγά έγινε το κυριολεκτικό και μεταφορικό μου αποκούμπι. Νευρωτικά θα 'λεγε κανείς, την είχα πάντα μαζί μου. Έγινα σχεδόν γραφικός.

Αλλά σωζόμουν σιγά-σιγά. Πολύ αργότερα, αφού είχε περάσει και η τρικυμία του αλκοόλ και τα χρόνια της θεραπείας, μείναμε δυο παλιοί καλοί φίλοι που συναντιούνται λίγες φορές το χρόνο, θυμούνται τα παλιά και γελάνε... 

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018

Μνήμη RAM

Καμιά φορά, άμα βρέχει φοβάμαι. Με έναν περίεργο τρόπο. Να, όπως τώρα. Που δούλευα απορροφημένος και ξαφνικά άρχισα να ακούω έντονες σταγόνες βροχής στα παραθυρόφυλλα. Χτύπαγαν δυνατά και άρρυθμα. Πολλές και ακανόνιστες, έπεφταν με δύναμη και ακούγονταν σ' όλο το σπίτι. Ο φόβος ήλθε σαν ρίγος στην πλάτη που ανεβοκατέβηκε δυο-τρεις φορές με μεγάλη ταχύτητα και μετά έσβησε αφήνοντας πίσω του μια αίσθηση ιδρώτα που στεγνώνει και γίνεται κρύος. Άραγε, με τάραξε ο ξαφνικός ήχος μόνο επειδή ήμουν απορροφημένος; Πολύ πιθανό. Όπως επίσης είναι πιθανό η βροχή αυτή να ήλθε ως συμπλήρωμα σε κάποιες σκοτεινές και δύσβατες σκέψεις που έκανα εδώ και αρκετή ώρα. Και ήλθε και τις πότισε, και αυτές θέριεψαν και με βρήκαν λίγο ανυπεράσπιστο.

Όταν το σκέφτομαι με βάση την επαγωγική λογική, δεν τίθεται θέμα φόβου. Όλα εξηγούνται και έχουν τη στιγμή τους. Επειδή όμως ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρίσκεται συνεχώς κάτω από το κράτος της Λογικής κι επειδή κάτι τέτοιοι φόβοι είναι ασύμβατοι προς την επαγωγική λογική, ο φόβος βρίσκει έδαφος και παρεισφρέει. Έρχεται από άλλες διαστάσεις και επικρατεί των τριών αισθητών μας διαστάσεων.

Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν μου άρεσε η βροχή. Όχι απλώς μου ήταν αδιάφορη ή ουδέτερη, δεν μου άρεσε καθόλου. Με περιόριζε, με στένευε, με απομόνωνε ηχητικά με την παντοδυναμία του ήχου της. Μα, πάνω απ' όλα, μου στερούσε τον ήλιο και τον γαλανό ουρανό -δυο στοιχεία συνυφασμένα με την Ζωή για μένα.

Πολλοί την λατρεύουν και την αποζητούν. Φυσικά μιλάω πάντα σε ένα επίπεδο πέραν μιας καθημερινότητας που σου επιβάλλει την εργασία κάτω απ' τη βροχή. Σε εκείνες τις περιπτώσεις δεν νομίζω να υπάρχουν πολλοί λάτρεις της.

.......................

Ο Χρόνος δεν είναι ούτε "ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός", ούτε "παιχνίδι στα χέρια των παιδιών", ούτε "νυχτοπούλι παγερό", ούτε τίποτα απ' όλα αυτά. Δεν έχουμε ιδέα τι είναι ο Χρόνος. Και δεν θα μάθουμε ποτέ μέσα σ' αυτό το κλειστό σύστημα που αποκαλούμε "ζωή". Δεν πρόκειται να μάθουμε ούτε έξω από αυτό το σύστημα αφού όταν δεν θα είμαστε πια εδώ, δεν θα υπάρχει τίποτα γραμμένο σε κανέναν σκληρό δίσκο μας. Δεν θα υπάρχει καν σκληρός δίσκος αφού όλα θα διαλυθούν και θα σβηστούν. Η μνήμη αυτή είναι RAM. Ακόμη κι εκείνα τα αμφισβητούμενα 21 γραμμάρια να υπάρχουν, δεν πρόκειται να περιέχουν τίποτα, καμιά μνήμη, αφού τα bit είναι αδύνατο να αποκτήσουν πρόσθετες διαστάσεις, πέραν εκείνων με τις οποίες δημιουργήθηκαν, και να μεταφερθούν στα 21 γραμμάρια. Θα σβηστούν αυτομάτως. Είναι RAM. 

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Μίκυ Μάους

Μια ζωή ανεμοδούρα. Και με τον αστυφύλακα και με τον χωροφύλακα. Καλά σου τα 'λεγε ο Μάνος να κάθεσαι στη μουσική σου και να μην ασχολείσαι με τίποτε άλλο. Καλά σου τα 'πε και ο Παύλος -εκείνος, είν' η αλήθεια, σου τα 'πε πιο άγρια. Σου τα 'πε σε σκληρό ροκ. Αλλά έτσι ήταν εκείνος. Ασυμβίβαστος.

Τι να σε κάνουμε; Ο συναισθηματικός σου κόσμος και το θυμικό σου δεν είχαν πάτο και τέλος ποτέ. Και κάπου εκεί έχανες τα όρια πάντα. Βέβαια, ένας τέτοιος άπατος κόσμος σε οδήγησε πολλές φορές σε πρωτοπορίες, τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Αλλά, Μίκη μου, δεν φρόντισες να καλλιεργήσεις και να ασκήσεις το μέτρο. Κι έτσι, το έχασες πολλές φορές.

Ξέρουμε όμως πολύ καλά πως όλα αυτά γεννιούνται μόνο από συναίσθημα. Καθαρό και ανόθευτο συναίσθημα. Ανυστερόβουλο και ειλικρινές. Κι εκεί, εκείνη τη στιγμή, σε καταλαβαίνουμε, σε νιώθουμε και σε "συγχωρούμε" (Ποιοι είμαστε εμείς, εξάλλου, που έχουμε το δικαίωμα και την εξουσία να συγχωρούμε; Η ζωή δεν είναι δικαστήριο... Σε αποδεχόμαστε χωρίς κανιβαλισμούς). Ναι, σίγουρα θα ήταν πιο ισορροπημένα τα πράγματα αν είχες κατορθώσει να επιτύχεις το μέτρο. Αλλά δεν τα κατάφερες ποτέ.

Από την άλλη, μάλλον είχες δίπλα σου ανθρώπους που έτρεφαν την ανθρώπινη ματαιοδοξία σου -που, άλλωστε, σε μεγάλο βαθμό, είναι απόλυτα κατανοητή. Σε εκμεταλλεύτηκαν και σε εκμεταλλεύονται -άλλο ένα σημάδι του άμετρου και ανεξέλεγκτου παρορμητισμού σου και της ανικανότητάς σου να βλέπεις βαθύτερα, όχι σε συνομωσίες και πλεκτάνες, αλλά στις υπόγειες και σκοτεινές διαδρομές της ψυχής.  

Δεν θα μιλήσουμε για το έργο σου. Είναι τεράστιο και αδιαπραγμάτευτο. Κι ας υπήρξες εγκάθετος στην τότε μουσική πραγματικότητα του τόπου. Το αντίπαλο δέος σάρωνε τα πάντα και δημιουργούσε το νέο ελληνικό τραγούδι από τα θεμέλια, από το μηδέν. Οι υπόλοιπες δισκογραφικές εταιρείες κάπως έπρεπε να κρατηθούν στην οικονομική επιφάνεια και να μην αφανιστούν. Και σε έφεραν άρον-άρον από το Παρίσι για να εξισορροπήσουν κάπως την κατάσταση, εκμεταλλευόμενοι φυσικά τις πολιτικές σου θέσεις, που εξυπηρετούσαν απόλυτα τις βλέψεις τους. Σε χρησιμοποίησαν πάλι κι εσύ έθρεψες το Εγώ σου. Γνωστά πράγματα, γνωστές ιστορίες.

Όχι πως έκανες τίποτα σπουδαίο στο Παρίσι. Ένα γνήσιο τέκνο της αστικής τάξης ήσουν, την οποία δεν αποχωρίστηκες ποτέ. Ούτε όταν βρέθηκες στα κρατητήρια και στην εξορία. Είχες μαξιλάρι, Μίκυ μου. Βαθύ και μαλακό.

Ενώ το "αντίπαλο δέος" εργάστηκε πολύ σκληρά από δέκα τριών χρονών ως χαμάλης, λούστρος και λιμενεργάτης για να θρέψει την πατρική του οικογένεια. Εσύ δεν τα γνώρισες ποτέ αυτά. Για σένα ο πακτωλός έρεε πάντα. Μεγάλη διαφορά αυτή, Μίκυ μου. Πολύ μεγάλη για ένα παιδί που ιδρώνει, ματώνει, αγωνίζεται με σφιγμένα δόντια, μέσα στην Κατοχή μάλιστα, για να επιβιώσει και να υποστηρίξει, πέραν του εαυτού του, και εξαρτημένα άτομα. Άσ' τα, μην πεις τίποτα. Δεν σε παίρνει. Είναι πολύ άγρια βιώματα αυτά που δεν ξεπερνιούνται εύκολα -ή μάλλον, ποτέ. Γι' αυτό και το αντίπαλο δέος δήλωνε πως η μουσική δεν υπήρξε ο "προορισμός" του στη ζωή, αλλά αυτό που έτυχε να κάνει για να βιοπορίζεται. Η δομή της προσωπικότητας και της ψυχοσύνθεσής του ήταν εκείνη που τον οδήγησε στην πρωτοπορία και στην καινοτομία -και, συνεπώς, στην Μεγάλη Δημιουργία. Ήταν πραγματικός και αληθινός Δημιουργός και όχι στοχευμένος και στρατευμένος εργάτης του τομέα που επέλεξε. Αυτή είναι η τεράστια διαφορά σας. Εσύ δήλωνες πάντα "μουσουργός" (σου τα 'πε ο Παύλος...), ενώ το αντίπαλο δέος δεν δήλωνε τίποτα περισσότερο από αυτό που ανέγραφε η ταυτότητά του. Εκείνος άνοιξε όλους τους νέους δρόμους και τους δόξασε τόσο με το Έργο του όσο και με τη συνολικότερη στάση του, ενώ εσύ "έγραφες τραγούδια".

Μείνε, λοιπόν, εκεί που βρίσκεσαι, σκεπασμένος με την κουβερτούλα μέχρι τη μέση και με τα πόδια απλωμένα πάνω στο σκαμπό να ατενίζεις τον Παρθενώνα σου (γιατί μου έδινες πάντα την αίσθηση ότι "αναμετριόσουν" μια ζωή μαζί του;), και μην μπαίνεις στον κόπο των άλλων. Και, ας σου πει κάποιος επιτέλους, έστω και τώρα, πως τους ανθρώπους πρέπει να τους βοηθάμε απελευθερώνοντάς τους. Δεν χρειάζονται ούτε μπαμπάδες ούτε μαμάδες. Το έργο σου δεν κινδυνεύει. Θα το δεις στην εξόδιο ακολουθία σου. Όταν θα έλθει και η κουτσή Μαρία και οι κάθε λογής κεφτέδες του τόπου θα βγάζουν λόγους. Θα το δεις στην εθνική κοσμοσυρροή. Και θα ευχαριστηθείς για άλλη μια φορά.

Εσένα δεν νομίζω να σε συνοδέψουν μόνο είκοσι-τριάντα "καρδιακοί" φίλοι σε ένα απλό, ανθρώπινο και λαϊκό κοιμητήριο κάπου στη μέση της Αττικής γης. Ούτε έναν επίλογο δεν θα μπορέσεις να γράψεις σωστά, Μίκυ μου.
 

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Στον Αμέτ...


Είδα τη φωτογραφία σου σε κάποια ιστοσελίδα. Ήταν δυο φωτογραφίες. Η μια ήταν δική σου, σέλφι, και στην άλλη ήταν το μηχανάκι με το οποίο σκοτώθηκες.

Σήμερα το πρωί στις 10 έφυγες. Σε κάποιο δύσκολο σημείο ενός δρόμου, κάπου στα Οινόφυτα. Έκανες διανομές, ντελιβεράς δηλαδή. Είκοσι χρονών παιδί. Είκοσι. Μια σταλιά. Σήμερα Σάββατο. Θα είχες ξεκινήσει τη μέρα σου, ποιος ξέρει με τι σκέψεις, με τι δουλειές και με τι σχέδια κι όνειρα. Ίσως πήγαινες στη δουλειά σου, αν και μάλλον ήταν νωρίς. Το πιθανότερο είναι να δούλευες το βράδυ. Τώρα που σου γράφω δηλαδή. Δεν θα πας. Δεν θα ξαναπάς ποτέ. Σε χτύπησε αλύπητα το φορτηγό, Αμέτ. Και έφυγες "ακαριαία", όπως έγραψαν.

Εγώ είδα τη φωτογραφία σου μόνο. Κι από κάτω διάβασα δυο στεγνά λόγια περιγραφής του γεγονότος. Πάγωσα. Το προσωπάκι σου, είκοσι χρονών, ήταν γεμάτο χαρά και λίγη αυταρέσκεια. Ίσως κρύωνες κιόλας, φαίνεσαι λίγο σφιγμένος και μοιάζει χειμώνας, ίσως ο φετινός. Ποιος ξέρει, μπορεί να έβγαλες τη φωτογραφία για κάποιο κορίτσι, για κάποιο αγόρι, για τους δικούς σου -πού να ζούνε άραγε; Υπάρχουν; Είσαι στην εξοχή. Μπορεί με το μηχανάκι. Μ' αυτό που ήσουν όταν έφυγες. Μ΄αυτό που φύγατε παρέα. Σταμάτησες για λίγο για να τραβήξεις τη φωτογραφία.

Γεια σου, Αμέτ. Σου μίλησα από την πρώτη στιγμή που σε είδα στη φωτογραφία. Συγκινήθηκα, βούρκωσα. Ποιος να το 'λεγε. Ένα παιδί είκοσι χρονών να φύγει έτσι ξαφνικά κι απρόσμενα ένα Σάββατο πρωί στα Οινόφυτα. Ένα παιδί που -το πιθανότερο- δεν ήταν από εδώ, από εκεί όπου σκοτώθηκε. Ένα παιδί που, σίγουρα πάντως, ήταν μουσουλμανικής προέλευσης. Ένα παιδί δηλαδή σαν όλα τ' άλλα. Ένα παιδί που δεν ξέρουμε από πού ήταν. Ένα παιδί που ήλθε πριν από μόλις είκοσι χρόνια, που δεν ξέρουμε πού μπορεί να γεννήθηκε, σε ποια χώρα της Ανατολής -μπορεί και στην Ελλάδα-, που έζησε -ένας θεός ξέρει τι έζησε αυτό το παιδί-, και που ήταν γραφτό να μην πάει πάνω από τα είκοσι. Ένα παιδί που έγινε μόνο μια σκέτη είδηση στις εφημερίδες. Δυο γραμμές στα ψιλά. Ήταν γραφτό να αφήσει την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο, οδηγώντας ένα φτηνό μηχανάκι, που -ποιος ξέρει- μπορεί και να μην ήταν δικό του και που μπορεί να ήταν και χαλασμένο.

Αχ, ρε Αμέτ. Τι πρόλαβες να δεις και να ζήσεις; Και όσα έζησες πώς να τα έζησες άραγε; Μάλλον με πείνα και ανέχεια αφού έτρεχες κάπου εκεί στα Οινόφυτα, δηλαδή σε μια από τις "δύσκολες" περιοχές, με το μηχανάκι και δούλευες ντελιβεράς.

Ποιος, άραγε, θα νοιαστεί που έφυγες; Ποιος θα κλάψει για σένα; Ποιος θα σε συνοδέψει μέχρι την "τελευταία σου κατοικία"; Θα έχεις, άραγε, κανέναν δικό σου κοντά σου; Θα αφήσει κανένας ένα λουλούδι πάνω στο χώμα σου; Σε ποιον θα λείψεις, Αμέτ;

Δεν σε ήξερα, φίλε μου. Κι όμως, από την πρώτη στιγμή που σε κοίταξα, συγκινήθηκα. Ταράχτηκα. Και κάθε φορά που σε κοιτάζω, ταράζομαι. Τόσο νέος... Μακάρι να έχεις κάποιους δίπλα σου αυτές τις στιγμές. Να σε ξεπροβοδίσει κάποιος. Έτσι λένε είναι καλύτερα. Να μη φεύγεις μόνος σου. Δεν ξέρω, Αμέτ.

Όπως δεν ξέρω πια, Αμέτ, τι είναι "δίκαιο" και τι "άδικο" σ' αυτό που αποκαλούμε "ζωή". Δεν ξέρω, φίλε μου καλέ. Δεν ξέρω τίποτα. Δεν μπορώ να πω με καμιά βεβαιότητα ότι το γεγονός πως έφυγες τόσο νέος είναι "κρίμα". "Κρίμα που δεν πρόλαβες να ζήσεις". Να ζήσεις τι, Αμέτ; Και ποιος μπορεί να κρίνει τι είναι επαρκής ζωή και τι ανεπαρκής; Ποιος μπορεί να αποκαλεί μια ζωή ογδόντα, παραδείγματος χάρη, χρόνων επαρκή και μια ζωή είκοσι χρόνων ανεπαρκή; Ποιος; Ποιος τα "ζυγίζει" αυτά; Δεν ξέρω, Αμέτ. Κι αφού δεν ξέρω, δεν λέω. Δεν μιλάω. Κοιτάζω μόνο τα γλυκά μάτια σου μέσα στη φωτογραφία. Μετά κοιτάζω το σωρό από σιδερικά που έγινε το μηχανάκι σου.

Βουτάω στη φωτογραφία και πηγαίνουμε μαζί βόλτα στην εξοχή που ανοίγεται πίσω σου. Καβαλλάμε τους λόφους με το μηχανάκι και μου δείχνεις τα μέρη όπου έζησες. Χειμώνας, κάνει κρύο που βιτσίζει τις μούρες μας. Ούτε ανάσα δεν μπορούμε να πάρουμε.

Εκεί, κάπου στα Οινόφυτα, εκεί όπου γύρναγα κι εγώ για ένα μεγάλο διάστημα πριν από τριάντα περίπου χρόνια. Γνώριμα μέρη. Μετά από τριάντα χρόνια εμφανίστηκες εσύ εκεί. Για να ζήσεις, αυτό το λίγο που έζησες, και να σκοτωθείς ένα Σάββατο πρωί με ένα μηχανάκι. Δούλευες ντελιβεράς. "Έφυγε ακαριαία".

Γεια σου, Αμέτ. Στο καλό...

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Οι θρησκείες, το κεφάλαιο και η εξουσία: οι τρεις μάστιγες


Τρεις μέγιστες μάστιγες στην ιστορία του κόσμου. Που, κάθε φορά που ένιωθαν να τρίζει και να τρέμει το έδαφος κάτω απ' τα πόδια τους, όρθωναν το ανάστημά τους και κατάπιναν κόσμο απλό. Και συνεχίζουν να καταπίνουν. Και, το πιθανότερο, θα συνεχίσουν να καταπίνουν. Γιατί έτσι είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος. Μικρός, ελάχιστος, λιλιπούτειος. Αλλά ευτυχώς ώρες-ώρες γίνεται μέγας και ξεπερνά την περιορισμένη του υπόσταση. Και γίνεται Δαυίδ και τα βάζει με τα θηρία και τα νικά. Για να περάσει, να προχωρήσει στο άγνωστο. Γιατί αυτή είναι η μοίρα του όταν γεννιέται. Το Άγνωστο.

Αυτές οι τρεις όμως πληγές τον σακατεύουν. Του κόβουν τα πόδια και τον ευνουχίζουν. Αυτές οι τρεις, σε κάθε τους μορφή. Κυριολεκτική και μεταφορική. Τις συμφέρει να κρατάνε τον κόσμο υποτελή στη δική τους αυθεντία, στη δική τους σφαίρα, στο δικό τους μαντρί, που έλεγε κι ένας ηλίθιος ντόπιος πολιτικός κάποτε.

Σκύβει ο κοσμάκης το κεφάλι μπροστά σ' αυτούς τους τρεις δαίμονες. Και υποτάσσεται γιατί αυτοί ξέρουν και παίζουν καλά το παιχνίδι του ελέγχου. Εξάλλου, αυτή η χάρη μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά εδώ και χιλιάδες χρόνια. Τους βλέπουμε καθημερινά με τη μορφή οικογενειών -"τζάκια"-, με τη μορφή κληρονόμων, με τη μορφή πνευματικών τέκνων, με τόσες ηλίθιες μορφές που αποκτούν οι επίσης ηλίθιοι και άνοες φορείς αυτών των τριών πληγών.

Κλαίει ο άνθρωπος μπροστά στο θάνατο και στο "αναπότρεπτο" και "μοιραίο" και "τόσο βαρύ" ριζικό του. Ανοησίες. Ανοησίες που τις έχει εφεύρει η εξουσία και η θρησκεία -ας μιλήσω για τον χριστιανισμό, αυτή τη μέγιστη απάτη, αυτήν την Α.Ε. που παίζει τόσο καλά το ρόλο της εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια σε απόλυτο εναγκαλισμό με φονιάδες, δωσίλογους, προδότες, κυβερνήτες και την ίδια τη βία. Αυτοί οι δύο λοιπόν, με απόλυτο όπλο το κεφάλαιο, το χρήμα δηλαδή, ξέρουν καλά να επιβάλλουν τον νόμο τους.

Ο θάνατος δεν έχει τίποτα που να το φοβάσαι. Αυτές τις τρεις μάστιγες να φοβάσαι. Που δεν επιτρέπουν στον κόσμο να αλλάζει. Ή, που όταν αλλάζει τελικά, του επιτρέπουν να αλλάζει μόνο προς την κατεύθυνση που βολεύει εκείνες. Και, φυσικά, πάντα στα περιορισμένα όρια του κελιού.

* Το κείμενο γράφτηκε με απόλυτη εσωτερική γαλήνη και υπαρξιακή ισορροπία. Τέτοια θέματα καλό είναι να μην τα αγγίζουμε σε στιγμές ψυχικού ή -ακόμη χειρότερα- συναισθηματικού παροξυσμού.