Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Ο δικός μας πόλεμος

Έξι χρόνια γραφής. Έξι χρόνια δραματικών αλλαγών, εντός και εκτός. Έξι χρόνια του σύγχρονου πολέμου. Όχι όμως με όπλα, όπως εκείνος που έζησαν οι προηγούμενοι και τον ονόμασαν Δεύτερο Παγκόσμιο, αλλά με χρήματα. Ο σύγχρονος πόλεμος έγινε και γίνεται χωρίς να αναλαμβάνει άμεση δράση για να εξοντώσει ανθρώπους και λαούς. Το κάνει ύπουλα, έμμεσα. Με πλάγιους τρόπους, με αναθέσεις σε ιδρύματα, επιτροπές, συμβούλια και ενώσεις. Με ακατάπαυστη χειραγώγηση της κοινής γνώμης έτσι ώστε να την μεταμορφώσει σε άβουλη μάζα. Με διαρκή δυσφορία προς καθετί που προσπαθεί να αντισταθεί.

Ζήσαμε -και ζούμε- κι εμείς λοιπόν τον "πόλεμό μας. Ήταν η σειρά μας. Καμιά γενιά φαίνεται δεν το γλιτώνει τελικά. Κάτι θα την σημαδέψει, κάτι θα την μαρκάρει και θα την οδηγήσει σαν πρόβατο στη σφαγή. Όποιος αντέξει εκεί.

Έχουν περάσει πια πάνω από οκτώ χρόνια από την ημερομηνία της επίσημης έναρξης του πολέμου. Πολύ κράτησε και κρατάει ακόμα. Όλα όμως δείχνουν πως βρισκόμαστε στην έξοδο. Και μετά ακολουθεί πάντα η περίοδος της ανασυγκρότησης. Είναι τότε που αρχίζεις να ξαναβρίσκεις τις αισθήσεις σου και να συνέρχεσαι. Αρχικά είσαι ζαλισμένος. Φοβάσαι να βγεις στο φως -σε στραβώνει κυριολεκτικά. Τόσα χρόνια συνήθισες στο σκοτάδι και στο μούδιασμα. Τώρα σιγά-σιγά ο ήλιος αρχίζει να ζεσταίνει και πάλι τα κόκαλά σου και το αίμα να ξανακυλά στις φλέβες. Κοιτάς πίσω. Τα χρόνια γίνανε καπνός. Σαν να μην διάβηκαν ποτέ. Σαν να μην τα έζησες εσύ αλλά κάποιος άλλος. Ξένος και άγνωστος. Σαν να πέρασες οκτώ χρόνια μέσα σε ένα κρύο και ανήλιαγο κλιμακοστάσιο με παλιωμένα μάρμαρα και σαρακοφαγωμένες ξύλινες πόρτες διαμερισμάτων. Όταν ζαλιζόσουν, από πείνα, μοναξιά ή κρύο, κρατιόσουν από τη σιδερένια κουπαστή για να μην αρχίσεις να κατρακυλάς στα σκαλιά. Κόσμος δεν φάνηκε. Φωνές δεν ακούστηκαν. Ούτε παιδιά έπαιζαν στον ακάλυπτο. Ποιος τολμούσε να βγει έξω με τέτοιο κρύο; Ούτε καν τα παιδιά. Έσφιγγες πάνω σου το παλιό μπουφάν σου και τράβαγες τα χέρια σου ψηλά για να μπούνε μέσα στα μανίκια. Όσο περισσότερο διατηρούσες την θερμότητά σου, τόσο καλύτερα.

Αυτοί που ήλθαν τελικά και ανέλαβαν την ευθύνη ήταν εκείνοι που περίμενα. Και ήταν όντως όπως τους περίμενα. Πείναγαν κι εκείνοι. Στερούνταν, πόναγαν, αισθάνονταν. Αλλά προχωρούσαν. Άγρια, δύσκολα, επικίνδυνα. Αλλά προχωρούσαν. Πέρασαν παγίδες κι ενέδρες, γλίτωσαν από καρτέρια και συμμορίες, έσπειραν χειμώνα και θέρισαν καλοκαίρι. Έφαγαν τη φέτα τους κάτω απ' τον ήλιο, σαλπάροντας με τρικυμία και περπατώντας κόντρα στο χιόνι. Αλλά προχωρούσαν.

Όλα πήγαν σύμφωνα με τις προβλέψεις των ισχυρών. Ο λαός παρακολουθούσε ανήμπορος να αντιδράσει. Τώρα θα έτρωγε το πικρό ψωμί της στέρησης, της φτώχειας, της ξενιτιάς, της ανεργίας. Και, πολλές φορές, θα έκλαιγε τους δικούς του που έχασε.

Όταν τελειώνει ο πόλεμος έχεις ξεχάσει από πού ξεκίνησες. Από πού έρχεσαι. Είναι σαν να ξαναγεννιέσαι κατά κάποιον τρόπο. Από την άλλη, βέβαια, είναι και σαν να έχεις γεράσει απότομα και να έχεις αποκτήσει πολλή γνώση. Δεν θυμάσαι πού πήγαινες, δεν ξέρεις πού πας. Το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να παραμείνεις ζωντανός. Το ένστικτο δηλαδή. Μόνο αυτό αντέχει και από αυτό ξεκινάνε κάθε φορά τα πράγματα "για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα".

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Στον πατέρα μου

Τώρα πια, μετά από δεκαπέντε χρόνια, μου λείπεις πολύ. Κάθε μέρα "τα λέμε" και σε φωνάζω. Σε βρίσκω στα νερά που ακούω να τρέχουν για ώρες κάθε απόγευμα ενόσω δουλεύω και -κυρίως- ολόκληρες τις νύχτες για να κοιμάμαι πιο ήσυχος. Ακριβώς όπως έκανες κι εσύ με τον φυσικό ήχο του νερού, ξαπλωμένος και σκεπασμένος με την κόκκινη καρό κουβερτούλα (που έχω πια εγώ) στην άκρη στη θάλασσα ή με τη βροχή που έπεφτε στα τσίγκια του Κήπου, όπου ξεχνιόσουν για ώρες και σ' έπιανε η νύχτα. Έτσι χάνομαι κι εγώ πια. Όχι, δεν το απέκτησα τώρα όλο αυτό. Το έχω εδώ και σαράντα χρόνια ακριβώς. Θα το θυμάσαι. Το καζανάκι χάλαγε συνέχεια στο σπίτι γιατί δεν το άφηνα να σταματήσει ποτέ. Με υπνώτιζε εκείνος ο ήχος. Μέχρι που, όταν έφυγα για το πανεπιστήμιο, τον ηχογράφησα σε κασέτα για να τον πάρω μαζί μου και να τον έχω πάντα στα αυτιά μου. Τον έχω ακόμα. Τώρα πια οι ήχοι αυτοί με ακολουθούν όταν εργάζομαι. Για ώρες συνεχώς.

Θα ήθελα να ήσουν εδώ. Όχι για μένα. Για σένα θα το 'θελα. Για να ζούσες λίγο ακόμα. Εσύ. Γιατί εμένα τη ζωή μάλλον μου την έκανες δύσκολη αφού ήταν σχεδόν αδύνατο να συνυπάρχουμε χωρίς ένταση. Από αυτήν την άποψη, την καθαρά εγωιστική, με βόλεψε που έφυγες.

Η απουσία σου πυροδότησε πάρα πολλές αλλαγές στις ζωές όλων μας. Δεν τις πρόλαβες, δεν τις είδες. Δεν ξέρω καν αν είχες φανταστεί έστω κάποιες από αυτές. Σίγουρα ήξερες ότι τα πάντα θα αλλάξουν. Είτε με τον έναν, είτε με τον άλλον τρόπο. Είτε ήσουν εδώ, είτε όχι. Και σίγουρα θα έφυγες με την περιέργεια για όσα δεν πρόλαβες να δεις και τα έχασες. Τουλάχιστον είδες ένα κομμάτι ολοκληρωμένο. Το κατάφερες. Με είδες με δουλειά και σπίτι. Τη δουλειά μόνος μου, το σπίτι μισό-μισό οι δυο μας. Απ' αυτήν την άποψη ήσουν ήσυχος πια.

Σημασία έχει ότι δεν αφήσαμε κανένα υπόλοιπο μεταξύ μας. Κανένα γραμμάτιο. Τα είπαμε όλα. Όταν λέμε όλα, εννοούμε όλα. Είχαμε πάμπολλες ευκαιρίες -ειδικά τα τελευταία δυο χρόνια που ζήσαμε μαζί και συγκατοικήσαμε. Κι έτσι, καθαροί και εξαγνισμένοι, προχωρήσαμε. Εγώ στη ζωή κι εσύ στον θάνατο.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Από συνήθεια και φόβο

Από συνήθεια και από φόβο. Τα περισσότερα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι τα κάνουν από συνήθεια και φόβο. Πέραν δηλαδή εκείνων που υπαγορεύει το ένστικτο και ο -άλλοτε πεινασμένος ή νυσταγμένος και άλλοτε λάγνος- πίθηκος που κατοικεί μέσα μας αναλλοίωτος εδώ και πάνω από διακόσιες χιλιάδες χρόνια.

Από συνήθεια και φόβο. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, και η συνήθεια μια απάντηση στο φόβο είναι. Γι' αυτό και οι συντηρητικοί άνθρωποι, αυτοί δηλαδή που έχουν δεξιές, όπως τις λέμε, αντιλήψεις, καθώς και οι θρησκευόμενοι (ακόμη περισσότερο οι θρησκόληπτοι), οι άνθρωποι με λίγες εμπειρίες στη ζωή τους, οι λιγότερο ταξιδεμένοι, οι άνθρωποι με "περιορισμένη" φωνή και αρκετά άλλα είδη διακρίνονται περισσότερο για τους φόβους που τους ακολουθούν. Και που συνήθως δεν αντέχουν να αντιμετωπίσουν στα ίσα αλλά προτιμούν το παλιό-καλό τέχνασμα της στρουθοκαμήλου. Και, φυσικά, κάποια μέρα το απόστημα σπάει. Κοιτάνε γύρω τους, κοιτάνε πλάι τους, κοιτάνε τα πόδια και ανοίγουν τις παλάμες τους και βλέπουν κενό. Άδειο. Και πληγές. Πληγές από τα χρόνια που πέρασαν και πίσω δεν γυρίζουν πια.

Έζησαν με φόβο και προχώρησαν με βάση τη συνήθεια. Βρήκαν μια "καλή" δουλειά, έγιναν γιατροί και δικηγόροι ή πολιτικοί μηχανικοί (παλιότερες σταθερές και ακλόνητες αξίες), έκαναν έναν "καλό" γάμο στην ώρα του (πριν τους περιλάβει η κοινωνία και αρχίσει να τους στολίζει με όλες εκείνες τις χυδαιότητες που τόσο επιμελώς κρύβει στα σκοτάδια της). Μετά χάθηκαν κάπου μεταξύ του μεγαλώματος των παιδιών, της βιοπάλης και των κοινωνικών υποχρεώσεων. Αυτές δε οι τελευταίες είναι μια άλλη τεράστια χαράδρα μέσα στην οποία όταν βουτήξουν, χάνονται όπως οι Σουλιώτισσες στον τελευταίο χορό τους.

Αχταρμάς κι αντάρα στο κεφάλι τους. Ή γαλήνια νηνεμία πασπαλισμένη με μπόλικη αστερόσκονη -ενίοτε και χρυσόσκονη ή, για τους πολύ πλούσιους, με λευκή σκόνη.

Σαχλαμάρα ζωή δηλαδή. Οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι "κάτι κάνουν" με το να ζουν. Οι απέθαντοι. Οι μάταιοι.

Βουτήξτε στην ματαιότητα για να γλυτώσετε από τον Χρόνο. Για να κερδίσετε την Μία και Μοναδική Στιγμή που μπορείτε να κερδίσετε στη διάρκεια αυτού που ονομάζουμε "ζωή" και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μεγάλο Τίποτα.

  

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Σιέρρα Λεόνε. Απελπισία.

Εκατοντάδες παιδάκια νεκρά, πριν καν συμπληρώσουν το πρώτο έτος της ζωής τους τα περισσότερα από αυτά. Θαμμένα στη σειρά, θαμμένα μέσα σε πλαστικές σακούλες, από ανθρώπους που φορούν μάσκες, γάντια και προστατευτικό ρουχισμό για να μην έλθουν σε επαφή με τον καταστροφικό ιό Έμπολα. Παιδιά-μιάσματα αυτής της ζωής, αυτών των ανθρώπων που κάθε μέρα κατασκευάζουν χιλιάδες βόμβες για να σκοτώνουν κι άλλα παιδάκια, σε όλα τα μέρη της γης. Αυτοί λοιπόν λέγονται "άνθρωποι".

Σήμερα ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, αυτό το ανεκδιήγητο ανθρωποειδές, επισκέφθηκε τον τόπο όπου χτύπησε ο Αρμαγεδδών της φωτιάς, στην Καλιφόρνια. Πήγε στην ισοπεδωμένη από την φωτιά (πρώην) πόλη Paradise. Αλλά είναι τέτοιο ανθρωποειδές, τόσο ουσιαστικά αδιάφορος για όλο εκείνο που συνέβη, ώστε δύο (2) φορές αναφέρθηκε στην πόλη αποκαλώντας την "Pleasure". Τον διόρθωσαν. Χέστηκε. Το είπε και δεύτερη φορά. Πριν το πει και τρίτη, κατάφερε και το είπε σωστά. Πες μου τώρα εσύ πώς μπορεί να ένιωσε ένας από τους κατοίκους της πόλης. Ένας από όσους επέζησαν αυτής της ανείπωτης τραγωδίας.

Στην Σιέρα Λεόνε υπάρχει τεράστιος πλούτος. Διαμάντια. Πολλά διαμάντια. Αλλά και η μεγαλύτερη δυστυχία στον κόσμο. Ντρέπεσαι να σκέφτεσαι ότι λέγεσαι άνθρωπος όταν δεις τις εικόνες της ζωής στο Waterloo. Ντρέπεσαι και απελπίζεσαι. Δεν είναι δυνατόν. Και λίγο παραδίπλα, λίγα τετράγωνα πιο πέρα, οι υπερπολυτελείς βίλες των εκμεταλλευτών. Που πίνουν κυριολεκτικά το αίμα του κοσμάκη.


Δεν παλεύεται το ανθρώπινο είδος. Είναι μια σκέτη απελπισία. Έχει και "αρχές". Και "ιδέες". Και "κοινωνικά συστήματα". Και "ιστορία". Και, και, και...

Ναι. Σίγουρα διέλυσαν, σχεδόν εξαφάνισαν την Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Λιβύη και τόσες άλλες περιοχές, αλλά αυτό που υποφέρει η ταλαίπωρη η Αφρική δεν περιγράφεται. Δεν χωράει σε λόγια. Δεν αντέχεται. Ούτε νερό για να πιουν. Αυτοί. Οι πιο ωραίοι άνθρωποι.

Λίγες, ελάχιστες φορές στη μέχρι τώρα ζωή μου ένιωσα τέτοια απελπισία. Δεν αντέχεται.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Φλέρυ Νταντωνάκη

Ήταν μαγική. Ήταν ασύλληπτη. Με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Δεν μπορούσες να συλλάβεις αυτό που έβλεπες, αυτό που άκουγες. Δεν μπορούσες να συνειδητοποιήσεις αυτό που συνέβαινε. Δεν θα την ξέχναγα ποτέ, όσο κι αν όλα συνέβησαν σαν σε ένα όνειρο. Και βέβαια, κάποτε υπήρξε τόσο όμορφη γυναίκα...


Πρέπει να ήταν το βράδυ της ονομαστικής μου εορτής, ίσως το 1984. Δεν θυμάμαι τη χρονιά, αλλά προσπαθώ να το συμπεράνω ενθυμούμενος σε ποιο σπίτι έμενα, με ποιους έκανα παρέα και σε ποια προσωπική κατάσταση βρισκόμουν. Θυμάμαι, σαν τώρα, να είμαι στο σπίτι της φίλης μου της Ζωής, Κουμανούδη 4, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Εκεί όπου η Ζωίτσα άναβε το τσιγάρο στο μάτι της κουζίνας όταν ξέμενε από φωτιά -κάτι που συνέβαινε συχνά, ήταν τόσο χύμα, αλλά όμορφο χύμα. Εκείνο το βράδυ δεν είχα καθόλου κέφια και η Ζωή εκείνες τις εποχές ήταν το αποκούμπι μου, ο σύντροφος και φίλος μου. Η κολλητή μου. Αφού τα είπαμε, τα ήπιαμε και καπνίσαμε, γυρνάει και μου λέει: Πάμε να ακούσουμε την Νταντωνάκη απόψε που είναι η γιορτή σου; Πρέπει να κάνουμε κάτι ξεχωριστό απόψε! Δεν το πολυσκέφτηκα μάλλον γιατί σε λίγο βρισκόμασταν στον Πύργο Απόλλων, στους Αμπελόκηπους -εκεί που μετά από χρόνια θα κατοικούσε το "κορίτσι του 19ου ορόφου" (https://giorgosvelentzas.blogspot.com/2018/01/19.html). Εκεί ψηλά λοιπόν, στον τελευταίο όροφο, υπήρχε διαμορφωμένο ένα πιάνο μπαρ. Το θυμάμαι πεντακάθαρα αυτό. Εκεί βρεθήκαμε με την Ζωίτσα και καθίσαμε σε ένα τραπέζι λίγο μετά την είσοδο. Κι αυτό το θυμάμαι επειδή έχω την εικόνα της θέσης του πιάνου και της όρθιας Φλέρυς να τραγουδάει.

Δεν θυμάμαι τίποτα απόλυτα συγκεκριμένο. Δεν θυμάμαι τι τραγούδησε, τι φορούσε, αν ήταν ξυπόλητη, όπως το συνήθιζε, και αν είπε κάτι άλλο πέρα από τα τραγούδια. Την θυμάμαι ως μορφή όρθια να τραγουδάει πάνω από το πιάνο. Είναι πολύ πιθανό να είχα πιει αρκετά ή να ήμουν απορροφημένος στις σκέψεις μου ή στην κουβέντα με την Ζωή. Βέβαια, έχουν περάσει και σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια από τότε και, όσο και να το ήθελα, θα ήταν μάλλον δύσκολο να θυμόμουν καθαρά εκείνη τη βραδιά. Πάντως θυμάμαι πεντακάθαρα πως η αίσθηση που είχα μετά, αλλά και όλα τα κατοπινά χρόνια, ήταν πως εκείνο το βράδυ συνέβη κάτι πολύ "μεγάλο", κάτι μοναδικό για ολόκληρη τη ζωή μου.

Με την Ζωή χαθήκαμε μετά από λίγα χρόνια. Οι ζωές μας άλλαξαν ραγδαία. Όπως αλλάζουν οι ζωές των ανθρώπων όταν αρχίζουν να ανοίγουν τα φτερά τους και να πετάνε προς το μέλλον τους. Μετά από πάρα πολλά χρόνια "βρεθήκαμε" στο facebook. Εκείνη εγκατεστημένη από πολλά χρόνια στα Χανιά κι εγώ πάντα στην Αθήνα. Ένα από τα πρώτα πράγματα που της είπα όταν αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε ήταν το πόσο την ευχαριστώ όλα αυτά τα χρόνια για εκείνο το βράδυ που "με πήγε" να ακούσουμε την Φλέρυ. Και ότι ήταν ένα από τα σπουδαιότερα δώρα που μου έχουν κάνει στη ζωή μου. Συγκινηθήκαμε.


Όταν πλέον κάποια μέρα αποφάσισα να πάω μια βόλτα σχεδιασμένη από καιρό στην άλλη πλευρά του Υμηττού, πίσω από το σπίτι μου, εκεί όπου βρίσκονται ξαπλωμένοι αιώνια ο Μάνος Χατζιδάκις και η Φλέρυ Νταντωνάκη, στάθηκα σ' ένα ανθοπωλείο της Παιανίας και πήρα δυο λευκά τριαντάφυλλα. Ένα για εκείνον κι ένα για εκείνη. Την αιώνια Φωνή.


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Στα Χρόνια της Χολέρας


Πόση σαχλαμάρα γεμίσαμε αυτά τα χρόνια. Τα "χρόνια του μνημονίου" -κάτι σαν τα Χρόνια της Χολέρας. Πόσοι και πόσοι επαΐοντες εμφανίσθηκαν και επαίρονταν πως κόμιζαν γλαύκα εις Αθήνας. Είχαν τις λύσεις. Ήταν επαναστάτες. Ήταν ανατρεπτικοί. Ήταν οι τέλειοι αναλυτές των εσωτερικών αλλά και των παγκόσμιων θεμάτων. Ήταν φωτισμένοι οικονομολόγοι. Ήταν στρατηγοί. Ήταν μύστες. Ήταν και τι δεν ήταν. Ο κάθε πικραμένος αυτοχριζόταν μεσσίας και όρμαγε στην πλατεία σέρνοντας ξωπίσω του ένα πολύχρωμο πλήθος. Τους φορτώθηκε ο κοσμάκης στην πλάτη του μαζί με τα απωθημένα τους (αφού αυτά τους έσπρωξαν κάτω από το φως των προβολέων) και αυτοί άρχιζαν να ξερνάνε. Ήταν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, άνθρωποι της "τέχνης", πρώην ανεπάγγελτοι και πολλά άλλα είδη και ποικιλίες.

Πολλοί από αυτούς συνεχίζουν ακόμα. Κάποιοι έφτιαξαν μέχρι και πολιτικά κόμματα. Άλλοι έφυγαν από πολιτικά κόμματα, αρνούμενοι να "συμβιβαστούν". Μερικοί απ' αυτούς κρώζουν ακόμη μόνοι τους, σαν τους γύπες, στη μέση της ερήμου τους, ενώ άλλοι, πιο "έξυπνοι" αυτοί, προσεταιρίστηκαν νέα σχήματα και άλλαξαν χρώμα φανέλας.

Η κρίση ξεγύμνωσε τους πάντες και έφερε τον ωμό ρεαλισμό στην επιφάνεια. Τον ωμό ρεαλισμό που αναζητά αποτελέσματα. Όχι με μακιαβελικό τρόπο. Και σίγουρα όχι με τον τρόπο που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους στην αυτοκτονία εξαιτίας της απελπισίας και του αδιεξόδου που βίωναν. Αλλά αποτελέσματα. Απτά, καθαρά και συμβιβασμένα στις χρυσές τομές -ή, έστω, όσο πιο κοντά τους γίνεται. Γιατί όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, ότι δηλαδή τα ουσιαστικά και μεγάλα αποτελέσματα είναι προϊόντα συμβιβασμών, παρέμεινε ένα αγνό και αθώο παιδί, που, όμως, ποτέ του δεν θα μεγαλώσει και δεν θα ενηλικιωθεί, έτσι ώστε να έχει τη ζωή στα χέρια του και να την πάει βόλτα. Απλώς θα της πετάει πέτρες άσκοπα.

Από εδώ και πέρα τα πράγματα θα είναι διαφορετικά και σκληρότερα από το παρελθόν που αφήσαμε για πάντα πίσω μας. Τότε, σ' εκείνη την άλλη ζωή, την "παραδεισένια", πριν από τα Χρόνια της Χολέρας.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

"Ήθελα ν' αλλάξω, να πετάξω"

Τα τελευταία χρόνια στα γενέθλιά μου αναμετριέμαι με τους νεκρούς μου. Τους θυμάμαι όλους έναν-έναν. Την θεία μου την Πότα, τον θείο μου τον Βασίλη, την Αντιγόνη, τον Γιώργο και τον ξάδελφό μου.

Όχι, όχι. Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα, δεν ένιωσα πως είμαι "τυχερός" που είμαι ακόμη εδώ, ενώ εκείνοι όχι. Ούτε μια στιγμή. Ούτε συνειδητά, ούτε υποσυνείδητα, ούτε ασυνείδητα. Ποτέ. Θλίβομαι λίγο -φευγαλέα ειν' η αλήθεια- γιατί εκείνοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν λίγο ακόμα. Να ζήσουν κάποια πράγματα που μάλλον δεν τα έζησαν. Αλλά κι από εκεί συνέρχομαι πολύ γρήγορα, αφού δεν υπάρχει κανένα κριτήριο και μέτρο για τίποτα και, συνεπώς, είναι αδύνατον να ξέρω τι "έζησαν" και τι "δεν έζησαν".

Κάθε φορά λοιπόν που έφτανα στην ηλικία του θανάτου τού καθενός, σκεφτόμουν πως εκείνος δεν πρόλαβε να ζήσει περισσότερο. Μέχρι εκεί ήταν. Μέχρι εκεί έζησε. 47, 51, 37, 45, 52. Και μετά σκεφτόμουν πώς θα ήταν αν κι εγώ έφευγα σ' εκείνη την ηλικία; Τι θα είχε υπάρξει η ζωή μου; Τι θα είχα ζήσει; Τι δεν θα είχα ζήσει; Τι θα "έχανα"; Σε ποιον θα έλειπα; Τι και πώς θα συνεχιζόταν μετά από μένα;

Η απάντηση σ' όλα αυτά τα ερωτήματα -αλλά και σ' άλλα τόσα- ήταν, είναι και θα είναι μία: "Η παράνοια που τρέχει", όπως λέει και ο παλιός μου φίλος ο Κώστας τόσο σοφά σ' εκείνο το πολύ πρώιμο τραγούδι του.

"Ήθελα ν' αλλάξω, να πετάξω".

Ποιος πρόλαβε ν' αλλάξει; Ποιος πρόλαβε να πετάξει; Δεν νομίζω να το κατάφερε κανένας από όσους έζησαν σ' αυτές τις διαστάσεις που αντιλαμβανόμαστε ως ζωή. Και ούτε θα το καταφέρει κανείς. Η παράνοια θα τρέχει και θα συνεχίσει να τρέχει χωρίς λόγο ακριβώς επειδή είναι παράνοια. Και οι άνθρωποι ξωπίσω της, νομίζοντας πως με όλα τα ανούσια και α-νόητα που κάνουν -και βαφτίζουν "ζωή"- θα τρέχουν να προλάβουν να αλλάξουν. Σαχλαμάρες.

Ανοίγω τον παλιό φάκελο με όλα τα απομεινάρια μιας ζωής πενήντα τριών ετών. Γραφτά, πολλά γραφτά. Χαρτιά μικρά, μεγάλα, άσπρα, ροζ, πράσινα. Γραμμένα με μπλε, μαύρο και κόκκινο μελάνι, με μολύβι ή σε γραφομηχανή. Κείμενα κατεβατά, ποιήματα και τραγούδια μισοτελειωμένα, άλλα ολοκληρωμένα που κατάφερα να τα ντύσω με μια στοιχειώδη μελωδία και αλλού, σε άλλες μεριές, σχέδια για τραγούδια. Έψαχνα ένα συγκεκριμένο. Γραμμένο τη νύχτα που γινόμουν είκοσι πέντε, δηλαδή πριν από είκοσι οκτώ χρόνια. Με θυμάμαι σαν τώρα να κάθομαι μπροστά στο λευκό χαρτί και να αρχίζω να γράφω. Με θυμάμαι σαν τώρα να πιάνω την κιθάρα και να σκαρώνω στα γρήγορα μια τρυφερή μελωδία για να το τραγουδήσω. Με θυμάμαι να το τραγουδώ και να το ηχογραφώ κάπου, σε μια κασέτα της εποχής εκείνης. Υλική κασέτα και όχι σε άυλο μέσο, όπως κάνουμε όλοι πια στις μέρες μας. [Άλλη μεγάλη ιστορία κι αυτή, που συνέβαλε τα μέγιστα στην "παράνοια που τρέχει": όλα έχουν γίνει άυλα. Οι φωτογραφίες, τα τραγούδια, τα ποιήματα, οι φωνές, τα χρώματα, ο έρωτας, ο πόλεμος, το χάος μέσα μας.]

Δεν το βρήκα το τραγούδι. Κι όμως, ήμουν σίγουρος πως εκείνη τη σελίδα δεν την πέταξα ποτέ. Σε καμιά από όλες εκείνες τις εκκαθαρίσεις που κάνω κάθε κάποια χρόνια και πετώ πολλά πράγματα από το παρελθόν. Έχω την εικόνα του. Θα μου πεις, "Ε, και; Αφού δεν υπάρχει Χρόνος, μάλλον θυμάσαι μια εικόνα του 1990". Πολύ πιθανό. Έτσι όπως έχουν εξαφανιστεί πλέον τα όρια και τα διαχωριστικά του Χρόνου και του Τόπου, αυτό είναι το πιθανότερο. Όλα είναι τότε και τώρα και μετά. Όπως όλα είναι εκεί κι εδώ κι αλλού. Την ίδια στιγμή, στο ίδιο σημείο.

Έτσι θυμάμαι κάθε χρόνο τα πάντα. Όλα βρίσκονται την ίδια στιγμή στο ίδιο σημείο. Αλλά κι εκεί κι εδώ κι αλλού. Και χθες και τώρα και -ίσως- αύριο.
Στίχοι: Κώστας Πατάπης
Μουσική: Κώστας Πατάπης-Γιώργος Αραπάκης
Τραγούδι: Γιώργος Αραπάκης
Κιθάρες: Γιώργος Αραπάκης-Γιώργος Βελέντζας
Ηχογράφηση: 1990, ΕΡΤ
   

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Pink Floyd - Dogs



Dogs
(Waters / Gilmour)

You got to be crazy, gotta have a real need
Gotta sleep on your toes, and when you're on the street
You got to be able to pick out the easy meat with your eyes closed
And then moving in silently, down wind and out of sight
You got to strike when the moment is right without thinking.

And after a while, you can work on points for style
Like the club tie, and the firm handshake
A certain look in the eye, and an easy smile

You have to be trusted by the people that you lie to
So that when they turn their backs on you
You'll get the chance to put the knife in.

You gotta keep one eye looking over your shoulder
You know it's going to get harder, and harder, and harder as you get older
Yeah, and in the end you'll pack up, fly down south
Hide your head in the sand
Just another sad old man
All alone and dying of cancer.

And when you lose control, you'll reap the harvest you have sown
And as the fear grows, the bad blood slows and turns to stone
And it's too late to lose the weight you used to need to throw around
So have a good drown, as you go down, all alone
Dragged down by the stone.

I gotta admit that I'm a little bit confused
Sometimes it seems to me as if I'm just being used
Gotta stay awake, gotta try and shake off this creeping malaise
If I don't stand my own ground, how can I find my way out of this maze?
Deaf, dumb, and blind, you just keep on pretending
That everyone's expendable and no-one has a real friend
And it seems to you the thing to do would be to isolate the winner
And everything's done under the sun
And you believe at heart, everyone's a killer.

Who was born in a house full of pain
Who was trained not to spit in the fan
Who was told what to do by the man
Who was broken by trained personnel
Who was fitted with collar and chain
Who was given a pat on the back
Who was breaking away from the pack
Who was only a stranger at home
Who was ground down in the end
Who was found dead on the phone
Who was dragged down by the stone.

Πρόκειται για μια δημιουργία-κολοσσό, που περιγράφει με δραματική ακρίβεια, λυρισμό και επικό τρόπο τον σύγχρονο -και διαχρονικό- καπιταλισμό, με επίκεντρο έναν υποτιθέμενο κεντρικό ήρωα και την ανέλιξή του στους αιώνιους λαβυρίνθους της εξουσίας και του χρήματος. Τις συμπεριφορές, την πορεία και την μοιραία κατάληξή του.

Ακολουθεί μια εκπληκτική μουσική ανάλυση από την Wikipedia, η οποία, στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, αναλύει επίσης και τους στίχους του Roger Waters:(https://en.wikipedia.org/wiki/Dogs_(Pink_Floyd_song):

Musical Components

The music was written in 1974 by David Gilmour and Roger Waters, with lyrics by Waters, and originally titled "You've Got to Be Crazy". Waters modified the lyrics in some parts, transposed the key to suit both Gilmour's and his vocals, and retitled it "Dogs". The version on Animals is 17 minutes long.

The main theme features what were, for Pink Floyd, rather unusual chords. In the final version's key of D minor, the chords are D minor ninth, Ebmaj7sus/Bb, A sus2sus4, Absus2(#11). All these chords contain the tonic of the song, D—even as a tritone, as is the case in the fourth chord.

The song fades in with an acoustic guitar in D tuning strumming the chords with a lively, syncopated rhythm, with a droning Farfisa organ playing chord tones (A, Bb, A, and Ab, respectively). After the first sixteen-bar progression, Gilmour begins the vocal. For the third repetition, bass guitar, Hammond organ, drums and lead guitar (playing a subtle drone of D) enter. After this repetition comes the first of several guitar solos, played by Gilmour on a Fender Telecaster rather than his usual Fender Stratocaster. Next is another verse of lyrics, followed by a keyboard solo. Finally, after six repetitions of the main theme, the tempo is cut in half, dramatically slower, a new chord progression is introduced, resolving gradually to the relative major, F, with two lead guitars loudly playing a slow harmonized melody, and a quieter third guitar adding decorative string bends, with heavy use of reverb and echo.

The song is then stripped back down to acoustic guitar, droning on the Dm9 chord, with the bass softly striking E, the ninth of the chord, in the same range as the guitar's lowest note, D. Another slash chord movement follows, Bb to C/Bb, followed by the key's dominanat, A major, with the minor sixth heard first at the top of the chord, in an A(addb6), and later, as its bass note (in a progression of A, A/F, A/E, to D minor). After another guitar solo over the new progression, Gilmour sings a melismatic vocal with overdubbed harmonies from Richard Wright, ending with the lyric "Have a good drown/As you go down/All alone/Dragged down by the stone", as the dissonant A/F leads back to Dm9.

The middle section, in a slow, metronomic 6/4 time, is built upon several layers of synthesizers, sustaining the four chords of the main theme, with the sound of dogs barking processed through a vocoder and played as an instrument. Gilmour's last word, "stone", echoes slowly for many measures, gradually becoming distorted and losing its human character, before fading out (It reappears later in the instrumental section of "Sheep"). There are no guitars in this section. Gradually, a synthesizer solo emerges, and as it reaches its climax, the acoustic guitar returns, at the original tempo, once again lively and syncopated.

The formula of the first section is followed, but this time with Waters singing the lead. A third guitar solo ends in three-part harmony, playing descending augmented triads, leading to Gilmour's slow, harmonized guitar melody in F Major, in a section of music indistinguishable from its first appearance in the song. This leads to the final verse, with Waters singing a new, repeating melody for the sixteen lines beginning "Who was...". Originally sung over the tonic only, in the final recording the multiple harmonized guitars alternate between D minor and C Major, while the bass further extends the harmony with a descending F, E, D, and C, creating the sense of an F sixth chord followed by C/E. Originally, Waters' lyrics ("Who was born in a house full of pain", etc.) were echoed by Gilmour and Richard Wright in a round style, but in the final recording only the last few are repeated, and done so by Waters himself, using tape delay. This section resolves first to Bb, then to A, before concluding with the A, F, E bass movement to a sustained Dm9, as the lyrics again end with "dragged down by the stone."

"Dogs" is the only song on Animals in which Gilmour sings a lead part or receives a co-writing credit. It was also Wright's last vocal contribution before leaving the band in 1979.



24 Οκτωβρίου - Στη μαύρη τρύπα του χρόνου

Χρόνια τώρα παρατηρώ και καταγράφω μέσα μου αυτήν την ημερομηνία. Πολλά χρόνια. Δεκαετίες. Κάθε χρόνος επιβεβαιώνει και επαληθεύει τους προηγούμενους.

Στις 24 Οκτωβρίου υπάρχει μια "μαύρη τρύπα" στο χρόνο. Μόνο έτσι μπορώ να την ορίσω και να την περιγράψω πια. Έρχεται με ένα βουητό στη ζωή, σε όλες τις πλευρές της, ξεκινώντας δυο-τρεις μέρες νωρίτερα και εκπνέοντας δυο-τρεις μέρες μετά. Γύρω στη μια εβδομάδα κρατάει αυτή η ατμόσφαιρα. Μια εβδομάδα, όμως, που είναι αρκετή για να φέρνει κάθε φορά τα πάνω-κάτω. Να αναδιατάσσει σχεδόν τα πάντα αλλά και να προκαλεί πολύ σημαντικά γεγονότα. Πραγματικά μεγάλα και σημαντικά. Και με τα δυο πρόσημα. Κι έτσι κι αλλιώς. Σε παγκόσμια κλίμακα, όχι μόνο στο στενό προσωπικό ή περιορισμένο κοινωνικό περιβάλλον.


Δεν ξέρω τι γίνεται και πού οφείλεται. Ξέρω, όμως, ότι γίνεται. Τα πρώτα χρόνια, θυμάμαι, έλεγα στον εαυτό μου ότι πρόκειται για πρόληψη, για δεισιδεμονία. Δεν άφηνα να δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάζουν τη ζωή μου δημιουργώντας μια λάθος ατμόσφαιρα. Στεκόμουν ουδέτερος παρατηρητής. Και κάποια στιγμή ξεκίναγαν τα γεγονότα. Κι εγώ άρχιζα να παρατηρώ.

Με τα χρόνια έμαθα. Έμαθα να προετοιμάζομαι και να ζω με αυξημένη εγρήγορση αυτές τις μέρες. Όλα είναι πιθανά. Θάνατοι, γεννήσεις, ανατροπές, ατυχήματα, αποκαλύψεις, πόλεμοι, κοινωνικά και οικονομικά γεγονότα μικρής ή μεγάλης εμβέλειας.

Κάθε φορά ο μισός μου εαυτός περιμένει και ο άλλος μισός αντιδρά και αντιστέκεται.

Αυτές τις μέρες ακούω συνεχώς παλιά βραζιλιάνικη μπόσα νόβα. Ζόρχε Μπεν Ζορ, Σταν Γκετζ, Σέρτζιο Μεντές, Αστρούντ Γκιλμπέρτο και... Αντόνιο Τζομπίμ. Μαγεία.
 

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Πολλή δουλειά. Πάρα πολλή δουλειά.

Πόσες φορές να θες να ξεκινήσεις κάτι και να μην υπάρχει ούτε ένα πεντάλεπτο διαθέσιμου χρόνου... Τόση δουλειά, τόση δουλειά. Τόσες δουλειές παράλληλα εξωτερικές, στο σπίτι. Πώς να τα προλάβεις;

Όταν μόνο η εργασία του βιοπορισμού σου απαιτεί τουλάχιστον 15 ώρες καθημερινής και αυστηρότατης αφοσίωσης και ο ύπνος περιορίζεται στις 5 με 6 ώρες κάθε μέρα; Είναι αδύνατον να βρεθεί περισσότερος χρόνος και γι' αυτόν. Αλλά και να βρισκόταν, μολις συμπληρωθεί το πεντάωρο-εξάωρο πετιέμαι επάνω με την έγνοια της δουλειάς.

Ας σταματήσω εδώ. Δεν προλαβαίνω. Δεν έχω χρόνο. Ο μέσα κόσμος χρειάζεται άπλα και κάποια χαλαρότητα για να ανθίσει.
 

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Ιωάννης Καποδίστριας


Σαν σήμερα, πριν από 187 χρόνια, δολοφονήθηκε από χέρι ελληνικό ίσως ο σπουδαιότερος δημόσιος άνθρωπος αυτού του τόπου. Με σπάνιες ικανότητες και με αδαμάντινη ψυχή. Ποτέ δεν τον ξέχασα στη ζωή μου και πάντα αποτελεί πυξίδα και σημείο αναφοράς όσον αφορά τη συμπεριφορά σε αυτό που αποκαλούμε "δημόσιος βίος".

Δυστυχώς όμως, ήταν σαν να περπατούσε σε άλλον πλανήτη. Επειδή στη ζωή δεν μπορούμε να προσεγγίζουμε ανθρώπους και καταστάσεις χωρίς συνεκτίμηση των τρεχουσών συνθηκών. Χωρίς να βλέπουμε, να μελετούμε και να κατανοούμε τον περίγυρο, τις περιβάλλουσες συνθήκες και τη γενικότερη ατμόσφαιρα του τόπου και του χρόνου δράσης τους.

Έτσι και με τον Κυβερνήτη.

Ήταν αυτό που λέμε "πολύ μπροστά" από την εποχή του. Και όχι μόνο απέτυχε αλλά δολοφονήθηκε κιόλας. Είναι λίγο περίεργο πώς αυτός, ο υπουργός των εξωτερικών του Τσάρου, με τόσο μεγάλη και ευρεία διπλωματική δράση, δεν κατάφερε να διαβλέψει τις αντιξοότητες της αποστολής του στην Ελλάδα. Κι όμως.

Τα είχε καταφέρει τέλεια στην Ελβετία. "Γιατί όχι και στην Ελλάδα;", ίσως αναρωτήθηκε. Και ήλθε ως απλός εργάτης. Και διήγαγε -όσο έζησε- τον δημόσιο βίο του ως απλός πολίτης. Αλλά τελικά απέτυχε γιατί σκόνταψε σε όλα εκείνα που ακολούθησαν -και ακολουθούν μέχρι σήμερα. Η ιστορία μάλλον δικαίωσε τραγικά την αποτυχία του. Εξάλλου, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται...


Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Η πιο σοφή απόφαση


Η πιο σοφή απόφαση στη ζωή μου ήταν το ότι δεν έκανα παιδιά. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν ακριβώς αυτό που ορίζουμε ως "απόφαση". Δεν ήταν αποτέλεσμα συνειδητών συλλογισμών τότε. Ίσως -και είναι το πιθανότερο- να ήταν ασυνείδητη απόφαση για πολλούς και διάφορους λόγους, κυρίως ασυνείδητους τότε μα απόλυτα συνειδητούς αργότερα, αλλά το θέμα είναι πως τις τέσσερις φορές που πέρασα πολύ κοντά στην πραγμάτωση, δεν έγινε.

Την πρώτη φορά γιατί το αρνήθηκα συνειδητά. Ήμουν πολύ νέος και η ζωή μόλις άρχιζε. Η ορμή μου ξεχείλιζε και αναζητούσε δρόμους να τρέξει. Δεν υπήρχε περίπτωση να με σταματήσει κανένας. Ένα παιδί ήταν ανάσχεση σε μια τέτοια φάση. Και κυρίως για έναν άνθρωπο που δεν ήξερε ακόμη τίποτα για τον εαυτό του, τον κόσμο, τη ζωή. Έναν άνθρωπο που ήταν ο ίδιος πολύ παιδί ακόμη.

Τη δεύτερη άφησα τη ζωή να αποφασίσει μέσα σε μια στιγμή. Η ζωή αποφάσισε "όχι" κι εγώ δεν της το αρνήθηκα. Δεν πήγα ποτέ εκεί όπου με περίμεναν και όπου, αν πήγαινα, δεν θα υπήρχε γυρισμός χωρίς ένα παιδί.

Η τρίτη φορά ήταν και η μοναδική στη ζωή μου που -έστω για κάποια λεπτά της ώρας ή για κάποιες ώρες ή μέρες- ένιωσα πώς είναι να θέλεις να αποκτήσεις παιδί με κάποιον άλλον άνθρωπο. Ήταν πολύ έντονο. Θόλωνε το κεφάλι και μούδιαζαν οι αισθήσεις. Ήλθε όμως πολύ γρήγορα ο νους και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Είδε πάλι καθαρά ποιος ήμουν εγώ, ποιος ήταν ο άλλος και αν μπορούσε να υπάρξει γόνιμη συνέχεια σε μια τέτοια εξέλιξη. Καθαρά και ανεπηρέαστα από το μέγα πάθος που μας κατάκαιγε. Και είδα πως δεν θα έβγαζε πουθενά. Δεν θα είχε αρμονία. Θα τιναζόταν στον αέρα.

Η τελευταία φορά ήταν η φορά που είχε και αρμονία και απ' όλα τα καλά του κόσμου. Απλώς εγώ πλέον είχα αποκλίνει πάρα πολύ από τον δρόμο της τεκνοποίησης και είχα χαθεί στο μέσα μου. Αναζητούσα πια να πάρω ξανά εκείνο το παλιό παιδί απ' το χέρι και να το μεγαλώσω. Να το γνωρίσω, να το αγαπήσω και να ζήσω πια χωρίς αυτό. Όπως και έγινε δηλαδή.  Εξάλλου, είχα αρχίσει να διακρίνω το Χάος πίσω από τα πάντα, ορατά και αόρατα, και ήταν πλέον αδύνατον να γυρίσω πίσω. Η ανθρωπότητα δεν έχει μέλλον ούτε προοπτική. Κλείνει πλέον τον κύκλο της. Η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι η πρώτη πραγματική απειλή, η οποία πλέον δεν επιδέχεται αναστροφή.

Δεν μου έλειψε ούτε μια στιγμή. Δεν θα είχα τι να του πω αν το κοιτούσα στα μάτια και έπρεπε να του απαντήσω στα σκληρά και αμείλικτα ερωτήματα που θέτει η ύπαρξη. Και κάτι τέτοιο δεν θα το άντεχα.

ΥΓ. Βέβαια, ο κόσμος είναι πάντα ανόητος και τρέχει να δώσει τις δικές του, βολικές εξηγήσεις. Φυσικά κάνοντας τις προσωπικές τους προβολές, θεωρούν πως μόνο η πικρία της ελλειψης απογόνων οδηγεί κάποιον άνθρωπο στην υπεράσπιση ανάλογων θέσεων. Μέχρι εκεί κατόρθωσαν να φτάσουν. Να αναπαραχθούν όπως τα ζώα. Δεν κατόρθωσαν να δούνε το μεγάλο κάδρο. Δεν με πειράζει. Το καταλαβαίνω. Έχουν δει και έχουν ακούσει και -κυρίως- έχουν καταλάβει τόσα πράγματα πια τα μάτια μου...


Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Ανθρώπινες σαχλαμάρες



Στην Βραζιλία κλαίνε την καταστροφή του εθνικού μουσείου και αρχείου τους από φωτιά. Είναι συντετριμμένοι και απαρηγόρητοι γιατί θεωρούν πως έχασαν την κληρονομιά τους. Είδα ανθρώπους να θρηνούν για τις απώλειες. Ήθελα να 'ξερα τι κουβαλάνε μέσα στα κεφάλια τους αυτοί οι άνθρωποι, οι άνθρωποι γενικά, και νομίζουν πως κάποιοι είναι και πως τα χνάρια τους κάτι αφήνουν πάνω στην άμμο που περπατάνε. Δεν έχουν καταλάβει τίποτα...

Από την άλλη, αυτή η σαχλαμάρα, η Φώφη Γεννηματά, που νομίζει πως είναι η περιούσια κληρονόμος ενός κινήματος που έριξε τον τόπο στα βράχια και σακάτεψε τα πάντα. Αρχές, αξίες, τρόπο να ζεις ο άνθρωπος ευπρεπώς και αξιοπρεπώς. Βλέπεις, τρεις του Σεπτέμβρη σήμερα. Μα αυτοί δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Οι "απέθαντοι", όπως έλεγε η αγαπημένη μου Βίκυ...

Η σαχλαμάρα κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα πια και έχει αντικαταστήσει τα πάντα. Αν οι άνθρωποι δεν καταλάβουν γρήγορα πως πρέπει να ξεκόψουν από καθετί που τους συνδέει με το παρελθόν τους και με όσα ήξεραν μέχρι τώρα περί ζωής, ύπαρξης, αρχής και τέλους και -κυρίως- με ό,τι τους τραβά από το πόδι προς όλα αυτά, σε μια-δυο γενιές θα έχουν τελειώσει όλα. Είναι πολύ απλό. Η οικολογική καταστροφή είναι οριακά αναστρέψιμη πια. Και καλύτερα δηλαδή αφού ο άνθρωπος δεν κατάφερε τίποτα στη διάρκεια της πορείας του πάνω στη γη.

Μπορεί να προλάβω να δω τις πρώτες μεγάλες καταρρεύσεις.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

Απόσπασμα άρθρου του Δημήτρη Παπανικολόπουλου

 
Το αρχικό τμήμα άρθρου-σκέψεων του Δημήτρη Παπανικολόπουλου, όπως δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Commonality.gr στις 24 Αυγούστου 2018.

Για κάθε άνθρωπο που ζει και βιώνει το σήμερα. Που πιστεύει ή δεν πιστεύει. Σε οτιδήποτε ή σε τίποτα. Που κάποτε έζησε και συνεχίζει να ζει ή να θέλει να ζει. 

Οι άνθρωποι είναι "φτιαγμένοι από την ύλη των ονείρων", όπως έγραφε ο Σαίξπηρ. Τα όνειρα μας κινητοποιούν, τα όνειρα αυξάνουν την παραγωγικότητά μας σε ό,τι κάνουμε. Χρειαζόμαστε θετικό κίνητρο για να κάνουμε κάτι περισσότερο από το να επιβιώνουμε, γι αυτό καμία αλλαγή δεν θα έρθει χωρίς έναν καλό ή πολλούς καλούς λόγους που θα μας πάρουν απ’ το χέρι. Τα συναισθήματά μας είναι συχνά πιο δυνατά από τα συμφέροντά μας. Καμιά φορά και από τη λογική μας. "Για ένα όνειρο ζούμε, για τη ρουτίνα ζούμε;". Η βαρεμάρα και η αποξένωση της καθημερινής ζωής μας κατατρέχει, όπως και τα μεγάλα ταυτοτικά ερωτήματα: τι σημαίνει να είσαι Έλληνας και Ελληνίδα σήμερα; Ευρωπαίος; προοδευτική; τι μας συνέχει όλους εμάς; που πάμε; Η κοινωνία μας προχωρά χωρίς ιστορικό προσανατολισμό και αυτό προσδιορίζει το μέγεθος (ή το βάθος) του πολιτικού προβλήματος με το οποίο πρέπει να αναμετρηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η "Μεγάλη Ιδέα" μας έδειχνε το δρόμο μέχρι το 1922, ο πολιτικός και οικονομικός "εκδημοκρατισμός" μέχρι τη δεκαετία του ’80, ο νεοφιλελεύθερος "εκσυγχρονισμός" μέχρι το 2010. Η οικονομική κρίση, η νεοφιλελεύθερη διαχείρισή της και η επιτροπεία τσάκισαν και τα τρία μεγάλα όνειρα του ελληνικού λαού. Τώρα που δεν μπορούμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω στο 2009, όπου το φαντασιακό μας κυριαρχούνταν από την ατομική καταξίωση και πλουτισμό, τώρα που αυτές οι ατομικές και συλλογικές προσδοκίες δεν μπορούν να μεταφράζονται σε αύξηση του ιδιωτικού και δημοσίου δανεισμού, τώρα που δεν μπορούμε να κρυφτούμε από το μείζον πρόβλημα της εποχής μας (και κάθε άλλης εποχής πλέον), που δεν είναι άλλο από την κλιματική αλλαγή, τώρα είναι η ώρα να σκεφτούμε τη ζωή μας ΣΟΒΑΡΑ.

Ολόκληρο το άρθρο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση: 
https://commonality.gr/o-syriza-mprosta-ston-istoriko-prosanatolismo-toy-ellinikoy-laoy/ 

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Όρνιθες

Έργο 16 της εργογραφίας του συνθέτη. Καντάτα για μέτζο σοπράνο, δύο βαρύτονους, παιδική χορωδία, δύο μεικτές χορωδίες και ορχήστρα. Οι Όρνιθες περιλαμβάνουν μουσική και τραγούδια για την ομώνυμη κωμωδία του Αριστοφάνη που ανέβασε ο Κάρολος Κουν με το Θέατρο Τέχνης σε διασκευή Βασίλη Ρώτα. Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέθεσε το έργο το 1959.

Έργο σπάνιας μεστότητας και έμπνευσης, από εκείνα που, καθώς περνάει ο χρόνος και απομακρυνόμαστε από την εποχή της δημιουργίας τους -αλλά και των πρώτων ακροάσεών μας-, συνειδητοποιούμε πως δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγραφτούν. Όπως δεν ξαναγράφτηκαν ποτέ Αντιγόνη, Οιδίποδας, Μήδεια και Ορέστεια. Όπως δεν θα ξαναγραφτεί ποτέ η Ιθάκη, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Ένα έργο που, όσες φορές και να το ακούσω, δεν πιστεύω ότι γράφτηκε στ' αλήθεια και ότι αποτελεί ενιαίο συνθετικό σύνολο. Απίστευτο -μετά από τόσες δεκαετίες που το ακούω και το έχω μάθει απ' έξω. Τόσα διαφορετικά μουσικά μέτρα, τόσες μελωδικές γραμμές σπάνιου λυρισμού, τόσες στιγμές χορωδιακής και ενορχηστρωτικής έμπνευσης που είναι αδύνατο να αναφέρω μία-μία. Ανεπανάληπτη ευφυΐα και ευρηματικότητα σε κάθε στιγμή και κάθε στροφή. 

Αυτή είναι η μαγεία των μεγάλων έργων. Να ακούγονται πάντα σημερινά, τωρινά και ταυτόχρονα αιώνια. Γιατί γδέρνουν τον πάτο της ύπαρξης, τον πάτο της ζωής και του ανθρώπου. Ανεκτίμητη βοήθεια και λύτρωση.

Πόσες φορές τραγούδησα ζωντανά πολλά από τα τραγούδια του -τόσο μπροστά σε ακροατήριο όσο και μόνος μου. Και πάντα εκείνη η ίδια ανατριχίλα -κυριολεκτικά- να με διαπερνά. Απίστευτος είναι ο Μάνος Χατζιδάκις. Απίστευτος.

Το έργο:
1. Πρόλογος – Αν κανείς σας, ω, θεατές μας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή & Παιδική Χορωδία
2. Πέταγμα πουλιών
3. Η Αηδόνα – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Ευγενία Συριώτη, Παιδική Χορωδία
4. Προσκλητήριο του Έποπα – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος, Μεικτή Χορωδία
5. Πάροδος (Είσοδος Και Επίθεσις) – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή & Παιδική Χορωδία
6. Κακό μου, κακό μου – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Σπύρος Σακκάς, Μεικτή Χορωδία
7. Φίλτατέ μου γεροντάκο – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μάνος Χατζιδάκις, Παιδική Χορωδία
8. Ω, καλή μου ξανθιά – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος
9. Αν κανείς σας, ω, θεατές μας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Παιδική Χορωδία
10. Οι κύκνοι – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος
11. Νά 'χεις φτερά – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
12. Τελικός Χορός Α΄ Πράξης
13. Ω, μακάρια πετεινά – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος, Ευγενία Συριώτη, Αγγελική Ραβανοπούλου, Σπύρος Σακκάς
14. Η μελαγχολία της Αηδόνας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Αγγελική Ραβανοπούλου
15. Η βουλή – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
16. Αν κανείς σας, ω, θεατές μας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
17. Ντελάλημα – Καθολικό – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος
18. Τέσσερα τα μάτια σας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
19. Παντεπόπτης – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Σπύρος Σακκάς, Μεικτή Χορωδία
20. Συντάσσομαι, συντρέχω – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
21. Τα παράσιτα – Μπαλέτο
22. Ο Σωκράτης – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Σπύρος Σακκάς, Μεικτή Χορωδία
23. Αγγελιοφόρος – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Αγγελική Ραβανοπούλου
24. Δοξαστικό – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Παιδική Χορωδία, Γιώργος Μούτσιος, Ευγενία Συριώτη, Αγγελική Ραβανοπούλου, Σπύρος Σακκάς
25. Έξοδος – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή & Παιδική Χορωδία

Οι στίχοι του Βασίλη Ρώτα υπάρχουν στην ιστοσελίδα:






Και ένας μαγικός Γιώργος Μούτσιος να ερμηνεύει και να υποκρίνεται ταυτόχρονα. Έργο αθάνατο.

Πολλές οι λεπτομέρειες και τα γεγονότα που πλαισιώνουν το έργο. Μπορούν να βρεθούν διάσπαρτα στο διαδίκτυο. Εδώ, η σελίδα αυτή, είναι αφιερωμένη στην ακρόασή του. 

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Οι καιροί και τα... σημεία τους

Είναι χάραμα. Σχεδόν ξημερώνει. Δεν έχω ύπνο, αισθάνομαι πλήρης. Θέλω να πιω καφέ άμεσα. Σηκώνομαι και κατευθύνομαι προς τη μηχανή του εσπρέσο. Φτιάχνω τον καφέ και αρχίζω να ανιχνεύω τις πρώτες μελωδίες που ανεβαίνουν από μέσα μου. Πάλι εκείνη η μαγική εισαγωγή από το "Ήσουν παιδί σαν τον Χριστό". Με εκείνο το πιάνο με το πηδάλιο πατημένο βαθιά. Μόνο του στο στούντιο, μόνο του στο δίσκο, μόνο του στη ζωή. Τη φέρνω στο λαιμό και στα χείλη μου και αρχίζω να τη μουρμουρίζω. Κάθε φορά το ίδιο δέος. "Πώς το έγραψε αυτό το πράγμα;" Δεν ξέρω.

Πιάνω την κιθάρα στο ένα χέρι και την κούπα με τον καφέ στην άλλη και κατευθύνομαι προς το πρωινό μου καταφύγιο. Τη μικρή, σκοτεινή τουαλέτα. Κάθομαι, ακουμπώ τον καφέ πάνω στο περβάζι του καθρέφτη και στέκομαι ακίνητος για να ενταχθώ στη σιωπή του δωματίου και στο σκοτάδι του πρωινού. Κλείνω τα μάτια για να συνδεθώ με τον ύπνο που άφησα πίσω μου πριν από λίγο. Όλα συμβαίνουν με τη σειρά τους.

Σε λίγο βρίσκομαι μέσα σ' εκείνη την αίσθηση που με εκφράζει -ίσως- περισσότερο από όλες στη "ζωή" μου. Κάτι μεταξύ πραγματικότητας και μη πραγματικότητας, με μια μουσική να πλανιέται ακατάπαυστα πάνω μου και μέσα μου. Αρχίζω να αγγίζω τις πρώτες νότες. Αδιόρατα. Αρχίζουν να εμφανίζονται στο σκοτάδι.

Μάλλον ήθελα να πραγματώσω τη σιωπή του τραγουδιού που μουρμούριζα. Μόνο εικόνες, μόνο αφήγηση. Μόνο απόσταση και αποστασιοποίηση μέσα στο χρόνο.

Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέλεξε όλη την πορεία αυτού του τόπου, στα εκατοντάδες, στα χιλιάδες χρόνια της παρουσίας του, και γέμιζε σιγά-σιγά ένα χωνί. Συνέλεξε τους καιρούς. Τους τόσο διαφορετικούς. Όπως μας τους παρέδωσαν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως μας τους μετέδωσαν οι μεταγενέστεροι ποιητές και ταξιδευτές, όπως ήθελαν να τους βλέπουν οι επόμενοι ονειροπόλοι και ακροβάτες της ζωής. Τα μάζεψε όλα αυτά, όχι ως Κοντορεβυθούλης -γιατί δεν είχε καμιά μικρότητα, ούτε μικροπρέπεια, ούτε "μικρή" διάσταση- αλλά ως συλλέκτης, ως φυσιοδίφης, ως αποθησαυριστής όλου αυτού του τεράστιου υλικού, που κανένας ως τότε δεν είχε βαλθεί και δεν είχε τολμήσει να το παρουσιάσει με μουσική. Κάποια στιγμή λοιπόν άρχισε να πιέζει το χωνί από πάνω και τότε, μπροστά στη μύτη, άρχισε να εμφανίζεται το μορφοποιημένο υλικό αποτέλεσμα. Τα τραγούδια και οι μουσικές. Σαν κουλουράκια.

Υπήρξε μαγική η σύμ-πτωση της παρουσίας του σε αυτόν τον κόσμο. Άφησε τεράστιο έργο. Έργο υπαρξιακό για αυτόν τον τόπο και τους ιθαγενείς του. Για όσο υπάρχει ο κόσμος. Γιατί είναι κι αυτή μια ανάγκη του κόσμου και της φθοράς, του φθαρτού της ύλης και της "ζωής". Να κρατιέται από δεδομένα, από αξίες και αξιώματα. Γιατί δεν αντέχει αλλιώς σε αυτόν το δρόμο που πήρε. Για να άντεχε, θα έπρεπε να είχε επιλέξει άλλο δρόμο. Αυτό όμως δεν έγινε εξαιτίας των τριών γνωστών παραγόντων που παρενέβησαν και εκμεταλλεύθηκαν τη φθαρτή ύλη που αντιλαμβανόμαστε: της θρησκείας, της εξουσίας και του κεφαλαίου (του ανταλλακτικού κεφαλαίου). Αλλά αυτά τα έχουμε πει σε άλλες σελίδες αυτής της διαδρομής...

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν "οι καιροί". Οι καιροί που μίλησαν και εκφράστηκαν μέσα από το έργο του. Ξεκάθαρα και επαρκώς. Με σαφήνεια, χωρίς φόβο και πάθος (πόσο σπουδαία φράση), χωρίς κανένα συμφέρον, υστεροβουλία ή δεύτερη σκέψη. Κάτι δηλαδή σαν την ποίηση του Καβάφη και του Σεφέρη. Που κι εκείνοι υπήρξαν "οι καιροί". Από άλλο δρόμο και με άλλο τρόπο. Κολόνες ακλόνητες, βαθιά βυθισμένες στη γη και αφημένες να αντιμετωπίζουν τους ανέμους που λυσσομανάνε γύρω κι επάνω τους στα χρόνια και στους αιώνες. Ανέμους που σφυρίζουν άλλοτε σαν έχιδνες κι άλλοτε σαν Σειρήνες. Που ξεγελούν τα παιδιά του Κόσμου και τα παρασέρνουν σε τρομερό χορό πάνω απ' το Χάος.

Οι "καιροί" είναι λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών. Δεν χρειάζεται να είναι περισσότεροι. Αρκούν για να γράψουν και να περιγράψουν τον Κόσμο. Αυτόν τον Κόσμο που αναζητούν να βρουν οι κάθε επόμενοι για να τον στήσουν κατάρτι στη μέση της βάρκας και να πορευθούν στο πέλαγος.

Οι υπόλοιποι είναι "σημεία των καιρών". Περιστασιακά σημεία αναφοράς που φέγγουν σα μικρά τροχιοδεικτικά στο δρόμο. Που άλλοτε δείχνουν αριστερά κι άλλοτε δεξιά κι άλλοτε ευθεία μπροστά. Μπορεί και πίσω κάποιες φορές -αν έχουν τοποθετηθεί λάθος. Επειδή τα τροχιοδεικτικά τα τοποθετούν άλλοι, δεν αυτενεργούν. Κάτι σαν τον Μίκη Θεοδωράκη ή τον Γιάννη Ρίτσο, δηλαδή, κι εκείνα τα περίφημα "βραβεία Λένιν" που συνέλεξαν. Που τους τα έδωσαν -ντε και καλά- γιατί έπρεπε και το Παραπέτασμα να χρήσει τους εκλεκτούς του -με τη βούλα. Και επέλεξε αυτούς. Όχι για το "έργο" τους. Αλλά ως εκπροσώπους του Παραπετάσματος. Ως αντίπαλο δέος. Μικρές διαστάσεις, υπολειμματικές και ανούσιες. Για την καθημερινή κατανάλωση του κόσμου. Διότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες εκείνων των εποχών, δεν επρόκειτο να λάμψει κανένα "άστρο" κανενός Θεοδωράκη, Ρίτσου, κ.λπ. Φυσικά, δεν θεωρώ πως είναι "άχρηστοι". Έχουν παραδώσει κορυφαίες στιγμές δημιουργίας -αν και ο Γιάννης Ρίτσος δεν νομίζω ότι έγραψε τίποτε άλλο πέρα από την Σονάτα, ενώ ο Μίκης, πέρα από το Άξιον Εστί, έγραψε κι άλλα τρία-τέσσερα καλά έργα. (Για την υπόλοιπη παρουσία του στη ζωή τα έχω πει σε άλλες σελίδες. Όπως και για τον πατερναλισμό του και την ανάγκη των ιθαγενών να "σκιάζονται" από τον Πατέρα.)

Είπαμε. "Οι καιροί και τα... σημεία τους".

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Περί πνευματικών δικαιωμάτων και Διαδικτύου

Η απαγόρευση πρόσβασης στα μεγάλα έργα μέσω του Διαδικτύου είναι μάλλον μια μέθοδος που δεν ανταποκρίνεται στις ιλιγγιώδεις ταχύτητες εξέλιξης του χώρου της πληροφορίας, έτσι όπως αυτές εμφανίσθηκαν και κυριάρχησαν μετά το έτος 2000 (περίπου). Η μέθοδος αυτή θεωρώ πως ανήκει σε άλλες, περασμένες εποχές που χάθηκαν για πάντα στο παρελθόν και αποτελούν κεφάλαιο της ιστορίας.

Φυσικά και πρέπει το έργο των δημιουργών να διασφαλίζεται -και διασφαλίζεται με τον καλύτερο τρόπο όταν διαδίδεται ελεύθερα και μπορεί να γίνεται γνωστό σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Αυτό υπαγορεύει η ελεύθερη διάδοση δεδομένων της νέας εποχής. 


Η απαγόρευση μετάδοσης δεν αποτελεί λύση. Ας βρεθούν άλλες λύσεις από τους ειδικούς νομικούς επί της πληροφορίας. Αυτό, εξάλλου, είναι ένα τεράστιο θέμα το οποίο δεν έχει καν προσεγγισθεί μέχρι σήμερα. Ίσως όμως έλθει κάποια στιγμή που θα πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες, που δημιουργούν και παράγουν σε παρόντα χρόνο, έχουν καταργήσει κάθε μεσάζοντα, εταιρεία δισκογραφική ή παραγωγής, και χρεώνουν την ακρόαση ή την αγορά του έργου τους στον κάθε ακροατή ατομικά μέσω διαδικτυακών λογαριασμών και καρπώνονται οι ίδιοι το κέρδος απευθείας. Θεμιτό και εφικτό. Ίσως αποτελέσει μια καλή βάση για τις μελλοντικές εξελίξεις στο θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων.

Ίσως όμως πάλι και να μην έλθει ποτέ η στιγμή κατά την οποία το θέμα θα ζητά να αντιμετωπισθεί συνολικά γιατί απλώς κάτι τέτοιο δεν θα είναι δυνατό λόγω της ελευθερίας στη διάδοση της πληροφορίας. Τότε αυτό το δημιούργημα του ανθρώπου θα καταστεί ανεξέλεγκτο -κάτι που ούτως ή άλλως συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό- και θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε άλλες διαδρομές -αν αυτές υπάρξουν.

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Η Εποχή της Μελισσάνθης


Έργο 37, σε ποίηση του ίδιου του συνθέτη.

Πληροφορίες περί του έργου:

Ο Μάνος Χατζιδάκις αφιέρωσε την Εποχή της Μελισσάνθης στη μνήμη της μητέρας του. Πρόκειται για μια καντάτα για ώριμη γυναικεία φωνή, δυο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα, με βασικό όργανο το μπουζούκι.

Η Μελισσάνθη είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο με υψηλή ποιητική διάσταση. Αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά που έζησε ο συνθέτης κατά την περίοδο της απελευθέρωσης. Κεντρική ιδέα αποτελεί η μορφή της Μελισσάνθης, αφηρημένη αναφορά στη γυναίκα του πολέμου αλλά και πρωσοποποίηση της ελπίδας, των μεγάλων ιδανικών, της ελευθερίας. Η Μελισσάνθη, χαμένη και ξεχασμένη οριστικά, τελικά πεθαίνει ή δολοφονείται στη μεταπολεμική Ελλάδα. Ο συνθέτης, με το εισαγωγικό σημείωμα δίνει ένα σαφές πλαίσιο ανάγνωσης του έργου, που, παρότι αυτοβιογραφικό, έχει βαθιά πολιτικό χαρακτήρα. Στον επίλογο του σημειώματος, ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει: "Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα τον χαμό της. Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος. Με όλα όμως αυτά, δε θέλω να δώσω ιστορικές διαστάσεις στην Μελισσάνθη και στην εποχή της. Επιθυμώ να καταγράψω μόνο, την προσωπική μου περιπέτεια και συμμετοχή στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησα μέσ' από το σπίτι μου και μέσα από την πόλη που εξακολουθώ να ζω".

Το θέμα της Μελισσάνθης άρχισε να απασχολεί τον συνθέτη από το 1945. Ωστόσο, η πρώτη εικόνα του έργου σχηματίζεται το 1965, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει το ποίημα "Η εποχή της Μελισσάνθης", που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Μυθολογία. Τα κεντρικά μέρη του ποιήματος αυτού θα αποτελέσουν τον πυρήνα του μουσικού έργου, το οποίο ο συνθέτης ξεκίνησε να συνθέτει το 1970 στην Αμερική. Η Εποχή της Μελισσάνθης απασχόλησε τον συνθέτη επί μία δεκαετία - περισσότερο από κάθε άλλο έργο του, μετά την Αμοργό. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1980 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και κυκλοφόρησε το ίδιο έτος σε διπλό άλμπουμ από τη δισκογραφική εταιρεία ΝΟΤΟΣ της Lyra.

ΤΟ ΕΡΓΟ
ΠΛΕΥΡΕΣ Α-Β

 

                                                ΠΛΕΥΡΕΣ Γ-Δ



 

 



Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από την πραγματικά μαγική παρουσίαση του έργου στην κεντρική αίθουσα της Λυρικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στις 4 Νοεμβρίου 2017. Οι συντελεστές εκείνης της παρουσίασης αναφέρονται στις δύο σελίδες του σχετικού ενημερωτικού φυλλαδίου που παρατίθενται στο τέλος.














                   

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Ρυθμολογία


Έργο 40 για πιάνο (1969-1971).

1. 5/8 Χασάπικος στον Κριό
2. 7/8 Χασάπικος του Ταύρου
3. 9/8 Χασάπικος των Διδύμων (στο ύφος του ERIK SATIE)
4. 11/8 Χασάπικος στον Υδροχόο
5. 13/8 Χασάπικος της Σελήνης
6. 15/8 Χασάπικος στην Παρθένο

Το έργο ηχογραφήθηκε στην Νέα Υόρκη από τον Adrian Barber, μεταξύ 4 και 7 Δεκεμβρίου 1971.

Λέει ο Μάνος Χατζιδάκις: "Η Ρυθμολογία είναι ένα παιχνίδι τρόπων και ρυθμών. Και η αναφορά μου στους αστερισμούς, κι αυτό παιχνίδι, χωρίς συμβολισμό ή επιρροή από την αστρολογική τους σημασία. Κι όσο προχωρούσα στο σχεδίασμα του έργου, σκεφτόμουν τον ποιητή Σεφέρη (…) Μα η Ρυθμολογία δεν γράφτηκε για να τον θρηνήσει. Γράφτηκε για έναν ζωντανό Σεφέρη, που εξακολουθεί να ζει μαζί μας. Για τον ποιητή Σεφέρη που είχε τη δύναμη να μιλά, όταν μιλούσε, απλά, βαθιά κι ελληνικά". (Μάνος Χατζιδάκις, Νέα Υόρκη, Δεκέμβριος 1971).




Η φωτογραφία είναι από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην αίθουσα της Εναλλακτικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στις 3 Δεκεμβρίου 2017. Στο πιάνο ήταν ο Θοδωρής Τζοβανάκης.



John Lennon - το τέλος της τελευταίας του συνέντευξης

Έτσι έκλεινε η τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο John Lennon τον Σεπτέμβριο του 1980, σχεδόν τρεις μήνες πριν από την δολοφονία του. Η συνέντευξη δόθηκε από τον John Lennon και την Yoko Ono στον David Sheff του περιοδικού Playboy. Η μετάφραση είναι αξιόπιστη. Ολόκληρη η συνέντευξη στο πρωτότυπο βρίσκεται στην διεύθυνση: http://www.beatlesinterviews.org/db1980.jlpb.beatles.html