Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Ιωάννης Καποδίστριας


Σαν σήμερα, πριν από 187 χρόνια, δολοφονήθηκε από χέρι ελληνικό ίσως ο σπουδαιότερος δημόσιος άνθρωπος αυτού του τόπου. Με σπάνιες ικανότητες και με αδαμάντινη ψυχή. Ποτέ δεν τον ξέχασα στη ζωή μου και πάντα αποτελεί πυξίδα και σημείο αναφοράς όσον αφορά τη συμπεριφορά σε αυτό που αποκαλούμε "δημόσιος βίος".

Δυστυχώς όμως, ήταν σαν να περπατούσε σε άλλον πλανήτη. Επειδή στη ζωή δεν μπορούμε να προσεγγίζουμε ανθρώπους και καταστάσεις χωρίς συνεκτίμηση των τρεχουσών συνθηκών. Χωρίς να βλέπουμε, να μελετούμε και να κατανοούμε τον περίγυρο, τις περιβάλλουσες συνθήκες και τη γενικότερη ατμόσφαιρα του τόπου και του χρόνου δράσης τους.

Έτσι και με τον Κυβερνήτη.

Ήταν αυτό που λέμε "πολύ μπροστά" από την εποχή του. Και όχι μόνο απέτυχε αλλά δολοφονήθηκε κιόλας. Είναι λίγο περίεργο πώς αυτός, ο υπουργός των εξωτερικών του Τσάρου, με τόσο μεγάλη και ευρεία διπλωματική δράση, δεν κατάφερε να διαβλέψει τις αντιξοότητες της αποστολής του στην Ελλάδα. Κι όμως.

Τα είχε καταφέρει τέλεια στην Ελβετία. "Γιατί όχι και στην Ελλάδα;", ίσως αναρωτήθηκε. Και ήλθε ως απλός εργάτης. Και διήγαγε -όσο έζησε- τον δημόσιο βίο του ως απλός πολίτης. Αλλά τελικά απέτυχε γιατί σκόνταψε σε όλα εκείνα που ακολούθησαν -και ακολουθούν μέχρι σήμερα. Η ιστορία μάλλον δικαίωσε τραγικά την αποτυχία του. Εξάλλου, το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται...


Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2018

Η πιο σοφή απόφαση


Η πιο σοφή απόφαση στη ζωή μου ήταν το ότι δεν έκανα παιδιά. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, δεν ήταν ακριβώς αυτό που ορίζουμε ως "απόφαση". Δεν ήταν αποτέλεσμα συνειδητών συλλογισμών τότε. Ίσως -και είναι το πιθανότερο- να ήταν ασυνείδητη απόφαση για πολλούς και διάφορους λόγους, κυρίως ασυνείδητους τότε μα απόλυτα συνειδητούς αργότερα, αλλά το θέμα είναι πως τις τέσσερις φορές που πέρασα πολύ κοντά στην πραγμάτωση, δεν έγινε.

Την πρώτη φορά γιατί το αρνήθηκα συνειδητά. Ήμουν πολύ νέος και η ζωή μόλις άρχιζε. Η ορμή μου ξεχείλιζε και αναζητούσε δρόμους να τρέξει. Δεν υπήρχε περίπτωση να με σταματήσει κανένας. Ένα παιδί ήταν ανάσχεση σε μια τέτοια φάση. Και κυρίως για έναν άνθρωπο που δεν ήξερε ακόμη τίποτα για τον εαυτό του, τον κόσμο, τη ζωή. Έναν άνθρωπο που ήταν ο ίδιος πολύ παιδί ακόμη.

Τη δεύτερη άφησα τη ζωή να αποφασίσει μέσα σε μια στιγμή. Η ζωή αποφάσισε "όχι" κι εγώ δεν της το αρνήθηκα. Δεν πήγα ποτέ εκεί όπου με περίμεναν και όπου, αν πήγαινα, δεν θα υπήρχε γυρισμός χωρίς ένα παιδί.

Η τρίτη φορά ήταν και η μοναδική στη ζωή μου που -έστω για κάποια λεπτά της ώρας ή για κάποιες ώρες ή μέρες- ένιωσα πώς είναι να θέλεις να αποκτήσεις παιδί με κάποιον άλλον άνθρωπο. Ήταν πολύ έντονο. Θόλωνε το κεφάλι και μούδιαζαν οι αισθήσεις. Ήλθε όμως πολύ γρήγορα ο νους και έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Είδε πάλι καθαρά ποιος ήμουν εγώ, ποιος ήταν ο άλλος και αν μπορούσε να υπάρξει γόνιμη συνέχεια σε μια τέτοια εξέλιξη. Καθαρά και ανεπηρέαστα από το μέγα πάθος που μας κατάκαιγε. Και είδα πως δεν θα έβγαζε πουθενά. Δεν θα είχε αρμονία. Θα τιναζόταν στον αέρα.

Η τελευταία φορά ήταν η φορά που είχε και αρμονία και απ' όλα τα καλά του κόσμου. Απλώς εγώ πλέον είχα αποκλίνει πάρα πολύ από τον δρόμο της τεκνοποίησης και είχα χαθεί στο μέσα μου. Αναζητούσα πια να πάρω ξανά εκείνο το παλιό παιδί απ' το χέρι και να το μεγαλώσω. Να το γνωρίσω, να το αγαπήσω και να ζήσω πια χωρίς αυτό. Όπως και έγινε δηλαδή.  Εξάλλου, είχα αρχίσει να διακρίνω το Χάος πίσω από τα πάντα, ορατά και αόρατα, και ήταν πλέον αδύνατον να γυρίσω πίσω. Η ανθρωπότητα δεν έχει μέλλον ούτε προοπτική. Κλείνει πλέον τον κύκλο της. Η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι η πρώτη πραγματική απειλή, η οποία πλέον δεν επιδέχεται αναστροφή.

Δεν μου έλειψε ούτε μια στιγμή. Δεν θα είχα τι να του πω αν το κοιτούσα στα μάτια και έπρεπε να του απαντήσω στα σκληρά και αμείλικτα ερωτήματα που θέτει η ύπαρξη. Και κάτι τέτοιο δεν θα το άντεχα.

ΥΓ. Βέβαια, ο κόσμος είναι πάντα ανόητος και τρέχει να δώσει τις δικές του, βολικές εξηγήσεις. Φυσικά κάνοντας τις προσωπικές τους προβολές, θεωρούν πως μόνο η πικρία της ελλειψης απογόνων οδηγεί κάποιον άνθρωπο στην υπεράσπιση ανάλογων θέσεων. Μέχρι εκεί κατόρθωσαν να φτάσουν. Να αναπαραχθούν όπως τα ζώα. Δεν κατόρθωσαν να δούνε το μεγάλο κάδρο. Δεν με πειράζει. Το καταλαβαίνω. Έχουν δει και έχουν ακούσει και -κυρίως- έχουν καταλάβει τόσα πράγματα πια τα μάτια μου...


Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Ανθρώπινες σαχλαμάρες



Στην Βραζιλία κλαίνε την καταστροφή του εθνικού μουσείου και αρχείου τους από φωτιά. Είναι συντετριμμένοι και απαρηγόρητοι γιατί θεωρούν πως έχασαν την κληρονομιά τους. Είδα ανθρώπους να θρηνούν για τις απώλειες. Ήθελα να 'ξερα τι κουβαλάνε μέσα στα κεφάλια τους αυτοί οι άνθρωποι, οι άνθρωποι γενικά, και νομίζουν πως κάποιοι είναι και πως τα χνάρια τους κάτι αφήνουν πάνω στην άμμο που περπατάνε. Δεν έχουν καταλάβει τίποτα...

Από την άλλη, αυτή η σαχλαμάρα, η Φώφη Γεννηματά, που νομίζει πως είναι η περιούσια κληρονόμος ενός κινήματος που έριξε τον τόπο στα βράχια και σακάτεψε τα πάντα. Αρχές, αξίες, τρόπο να ζεις ο άνθρωπος ευπρεπώς και αξιοπρεπώς. Βλέπεις, τρεις του Σεπτέμβρη σήμερα. Μα αυτοί δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Οι "απέθαντοι", όπως έλεγε η αγαπημένη μου Βίκυ...

Η σαχλαμάρα κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα πια και έχει αντικαταστήσει τα πάντα. Αν οι άνθρωποι δεν καταλάβουν γρήγορα πως πρέπει να ξεκόψουν από καθετί που τους συνδέει με το παρελθόν τους και με όσα ήξεραν μέχρι τώρα περί ζωής, ύπαρξης, αρχής και τέλους και -κυρίως- με ό,τι τους τραβά από το πόδι προς όλα αυτά, σε μια-δυο γενιές θα έχουν τελειώσει όλα. Είναι πολύ απλό. Η οικολογική καταστροφή είναι οριακά αναστρέψιμη πια. Και καλύτερα δηλαδή αφού ο άνθρωπος δεν κατάφερε τίποτα στη διάρκεια της πορείας του πάνω στη γη.

Μπορεί να προλάβω να δω τις πρώτες μεγάλες καταρρεύσεις.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

Απόσπασμα άρθρου του Δημήτρη Παπανικολόπουλου

 
Το αρχικό τμήμα άρθρου-σκέψεων του Δημήτρη Παπανικολόπουλου, όπως δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Commonality.gr στις 24 Αυγούστου 2018.

Για κάθε άνθρωπο που ζει και βιώνει το σήμερα. Που πιστεύει ή δεν πιστεύει. Σε οτιδήποτε ή σε τίποτα. Που κάποτε έζησε και συνεχίζει να ζει ή να θέλει να ζει. 

Οι άνθρωποι είναι "φτιαγμένοι από την ύλη των ονείρων", όπως έγραφε ο Σαίξπηρ. Τα όνειρα μας κινητοποιούν, τα όνειρα αυξάνουν την παραγωγικότητά μας σε ό,τι κάνουμε. Χρειαζόμαστε θετικό κίνητρο για να κάνουμε κάτι περισσότερο από το να επιβιώνουμε, γι αυτό καμία αλλαγή δεν θα έρθει χωρίς έναν καλό ή πολλούς καλούς λόγους που θα μας πάρουν απ’ το χέρι. Τα συναισθήματά μας είναι συχνά πιο δυνατά από τα συμφέροντά μας. Καμιά φορά και από τη λογική μας. "Για ένα όνειρο ζούμε, για τη ρουτίνα ζούμε;". Η βαρεμάρα και η αποξένωση της καθημερινής ζωής μας κατατρέχει, όπως και τα μεγάλα ταυτοτικά ερωτήματα: τι σημαίνει να είσαι Έλληνας και Ελληνίδα σήμερα; Ευρωπαίος; προοδευτική; τι μας συνέχει όλους εμάς; που πάμε; Η κοινωνία μας προχωρά χωρίς ιστορικό προσανατολισμό και αυτό προσδιορίζει το μέγεθος (ή το βάθος) του πολιτικού προβλήματος με το οποίο πρέπει να αναμετρηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Η "Μεγάλη Ιδέα" μας έδειχνε το δρόμο μέχρι το 1922, ο πολιτικός και οικονομικός "εκδημοκρατισμός" μέχρι τη δεκαετία του ’80, ο νεοφιλελεύθερος "εκσυγχρονισμός" μέχρι το 2010. Η οικονομική κρίση, η νεοφιλελεύθερη διαχείρισή της και η επιτροπεία τσάκισαν και τα τρία μεγάλα όνειρα του ελληνικού λαού. Τώρα που δεν μπορούμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω στο 2009, όπου το φαντασιακό μας κυριαρχούνταν από την ατομική καταξίωση και πλουτισμό, τώρα που αυτές οι ατομικές και συλλογικές προσδοκίες δεν μπορούν να μεταφράζονται σε αύξηση του ιδιωτικού και δημοσίου δανεισμού, τώρα που δεν μπορούμε να κρυφτούμε από το μείζον πρόβλημα της εποχής μας (και κάθε άλλης εποχής πλέον), που δεν είναι άλλο από την κλιματική αλλαγή, τώρα είναι η ώρα να σκεφτούμε τη ζωή μας ΣΟΒΑΡΑ.

Ολόκληρο το άρθρο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση: 
https://commonality.gr/o-syriza-mprosta-ston-istoriko-prosanatolismo-toy-ellinikoy-laoy/ 

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Όρνιθες

Έργο 16 της εργογραφίας του συνθέτη. Καντάτα για μέτζο σοπράνο, δύο βαρύτονους, παιδική χορωδία, δύο μεικτές χορωδίες και ορχήστρα. Οι Όρνιθες περιλαμβάνουν μουσική και τραγούδια για την ομώνυμη κωμωδία του Αριστοφάνη που ανέβασε ο Κάρολος Κουν με το Θέατρο Τέχνης σε διασκευή Βασίλη Ρώτα. Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέθεσε το έργο το 1959.

Έργο σπάνιας μεστότητας και έμπνευσης, από εκείνα που, καθώς περνάει ο χρόνος και απομακρυνόμαστε από την εποχή της δημιουργίας τους -αλλά και των πρώτων ακροάσεών μας-, συνειδητοποιούμε πως δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγραφτούν. Όπως δεν ξαναγράφτηκαν ποτέ Αντιγόνη, Οιδίποδας, Μήδεια και Ορέστεια. Όπως δεν θα ξαναγραφτεί ποτέ η Ιθάκη, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Ένα έργο που, όσες φορές και να το ακούσω, δεν πιστεύω ότι γράφτηκε στ' αλήθεια και ότι αποτελεί ενιαίο συνθετικό σύνολο. Απίστευτο -μετά από τόσες δεκαετίες που το ακούω και το έχω μάθει απ' έξω. Τόσα διαφορετικά μουσικά μέτρα, τόσες μελωδικές γραμμές σπάνιου λυρισμού, τόσες στιγμές χορωδιακής και ενορχηστρωτικής έμπνευσης που είναι αδύνατο να αναφέρω μία-μία. Ανεπανάληπτη ευφυΐα και ευρηματικότητα σε κάθε στιγμή και κάθε στροφή. 

Αυτή είναι η μαγεία των μεγάλων έργων. Να ακούγονται πάντα σημερινά, τωρινά και ταυτόχρονα αιώνια. Γιατί γδέρνουν τον πάτο της ύπαρξης, τον πάτο της ζωής και του ανθρώπου. Ανεκτίμητη βοήθεια και λύτρωση.

Πόσες φορές τραγούδησα ζωντανά πολλά από τα τραγούδια του -τόσο μπροστά σε ακροατήριο όσο και μόνος μου. Και πάντα εκείνη η ίδια ανατριχίλα -κυριολεκτικά- να με διαπερνά. Απίστευτος είναι ο Μάνος Χατζιδάκις. Απίστευτος.

Το έργο:
1. Πρόλογος – Αν κανείς σας, ω, θεατές μας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή & Παιδική Χορωδία
2. Πέταγμα πουλιών
3. Η Αηδόνα – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Ευγενία Συριώτη, Παιδική Χορωδία
4. Προσκλητήριο του Έποπα – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος, Μεικτή Χορωδία
5. Πάροδος (Είσοδος Και Επίθεσις) – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή & Παιδική Χορωδία
6. Κακό μου, κακό μου – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Σπύρος Σακκάς, Μεικτή Χορωδία
7. Φίλτατέ μου γεροντάκο – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μάνος Χατζιδάκις, Παιδική Χορωδία
8. Ω, καλή μου ξανθιά – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος
9. Αν κανείς σας, ω, θεατές μας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Παιδική Χορωδία
10. Οι κύκνοι – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος
11. Νά 'χεις φτερά – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
12. Τελικός Χορός Α΄ Πράξης
13. Ω, μακάρια πετεινά – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος, Ευγενία Συριώτη, Αγγελική Ραβανοπούλου, Σπύρος Σακκάς
14. Η μελαγχολία της Αηδόνας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Αγγελική Ραβανοπούλου
15. Η βουλή – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
16. Αν κανείς σας, ω, θεατές μας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
17. Ντελάλημα – Καθολικό – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Γιώργος Μούτσιος
18. Τέσσερα τα μάτια σας – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
19. Παντεπόπτης – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Σπύρος Σακκάς, Μεικτή Χορωδία
20. Συντάσσομαι, συντρέχω – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή Χορωδία
21. Τα παράσιτα – Μπαλέτο
22. Ο Σωκράτης – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Σπύρος Σακκάς, Μεικτή Χορωδία
23. Αγγελιοφόρος – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Αγγελική Ραβανοπούλου
24. Δοξαστικό – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Παιδική Χορωδία, Γιώργος Μούτσιος, Ευγενία Συριώτη, Αγγελική Ραβανοπούλου, Σπύρος Σακκάς
25. Έξοδος – στίχοι: Βασίλης Ρώτας, τραγούδι: Μεικτή & Παιδική Χορωδία

Οι στίχοι του Βασίλη Ρώτα υπάρχουν στην ιστοσελίδα:






Και ένας μαγικός Γιώργος Μούτσιος να ερμηνεύει και να υποκρίνεται ταυτόχρονα. Έργο αθάνατο.

Πολλές οι λεπτομέρειες και τα γεγονότα που πλαισιώνουν το έργο. Μπορούν να βρεθούν διάσπαρτα στο διαδίκτυο. Εδώ, η σελίδα αυτή, είναι αφιερωμένη στην ακρόασή του. 

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Οι καιροί και τα... σημεία τους

Είναι χάραμα. Σχεδόν ξημερώνει. Δεν έχω ύπνο, αισθάνομαι πλήρης. Θέλω να πιω καφέ άμεσα. Σηκώνομαι και κατευθύνομαι προς τη μηχανή του εσπρέσο. Φτιάχνω τον καφέ και αρχίζω να ανιχνεύω τις πρώτες μελωδίες που ανεβαίνουν από μέσα μου. Πάλι εκείνη η μαγική εισαγωγή από το "Ήσουν παιδί σαν τον Χριστό". Με εκείνο το πιάνο με το πηδάλιο πατημένο βαθιά. Μόνο του στο στούντιο, μόνο του στο δίσκο, μόνο του στη ζωή. Τη φέρνω στο λαιμό και στα χείλη μου και αρχίζω να τη μουρμουρίζω. Κάθε φορά το ίδιο δέος. "Πώς το έγραψε αυτό το πράγμα;" Δεν ξέρω.

Πιάνω την κιθάρα στο ένα χέρι και την κούπα με τον καφέ στην άλλη και κατευθύνομαι προς το πρωινό μου καταφύγιο. Τη μικρή, σκοτεινή τουαλέτα. Κάθομαι, ακουμπώ τον καφέ πάνω στο περβάζι του καθρέφτη και στέκομαι ακίνητος για να ενταχθώ στη σιωπή του δωματίου και στο σκοτάδι του πρωινού. Κλείνω τα μάτια για να συνδεθώ με τον ύπνο που άφησα πίσω μου πριν από λίγο. Όλα συμβαίνουν με τη σειρά τους.

Σε λίγο βρίσκομαι μέσα σ' εκείνη την αίσθηση που με εκφράζει -ίσως- περισσότερο από όλες στη "ζωή" μου. Κάτι μεταξύ πραγματικότητας και μη πραγματικότητας, με μια μουσική να πλανιέται ακατάπαυστα πάνω μου και μέσα μου. Αρχίζω να αγγίζω τις πρώτες νότες. Αδιόρατα. Αρχίζουν να εμφανίζονται στο σκοτάδι.

Μάλλον ήθελα να πραγματώσω τη σιωπή του τραγουδιού που μουρμούριζα. Μόνο εικόνες, μόνο αφήγηση. Μόνο απόσταση και αποστασιοποίηση μέσα στο χρόνο.

Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέλεξε όλη την πορεία αυτού του τόπου, στα εκατοντάδες, στα χιλιάδες χρόνια της παρουσίας του, και γέμιζε σιγά-σιγά ένα χωνί. Συνέλεξε τους καιρούς. Τους τόσο διαφορετικούς. Όπως μας τους παρέδωσαν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως μας τους μετέδωσαν οι μεταγενέστεροι ποιητές και ταξιδευτές, όπως ήθελαν να τους βλέπουν οι επόμενοι ονειροπόλοι και ακροβάτες της ζωής. Τα μάζεψε όλα αυτά, όχι ως Κοντορεβυθούλης -γιατί δεν είχε καμιά μικρότητα, ούτε μικροπρέπεια, ούτε "μικρή" διάσταση- αλλά ως συλλέκτης, ως φυσιοδίφης, ως αποθησαυριστής όλου αυτού του τεράστιου υλικού, που κανένας ως τότε δεν είχε βαλθεί και δεν είχε τολμήσει να το παρουσιάσει με μουσική. Κάποια στιγμή λοιπόν άρχισε να πιέζει το χωνί από πάνω και τότε, μπροστά στη μύτη, άρχισε να εμφανίζεται το μορφοποιημένο υλικό αποτέλεσμα. Τα τραγούδια και οι μουσικές. Σαν κουλουράκια.

Υπήρξε μαγική η σύμ-πτωση της παρουσίας του σε αυτόν τον κόσμο. Άφησε τεράστιο έργο. Έργο υπαρξιακό για αυτόν τον τόπο και τους ιθαγενείς του. Για όσο υπάρχει ο κόσμος. Γιατί είναι κι αυτή μια ανάγκη του κόσμου και της φθοράς, του φθαρτού της ύλης και της "ζωής". Να κρατιέται από δεδομένα, από αξίες και αξιώματα. Γιατί δεν αντέχει αλλιώς σε αυτόν το δρόμο που πήρε. Για να άντεχε, θα έπρεπε να είχε επιλέξει άλλο δρόμο. Αυτό όμως δεν έγινε εξαιτίας των τριών γνωστών παραγόντων που παρενέβησαν και εκμεταλλεύθηκαν τη φθαρτή ύλη που αντιλαμβανόμαστε: της θρησκείας, της εξουσίας και του κεφαλαίου (του ανταλλακτικού κεφαλαίου). Αλλά αυτά τα έχουμε πει σε άλλες σελίδες αυτής της διαδρομής...

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν "οι καιροί". Οι καιροί που μίλησαν και εκφράστηκαν μέσα από το έργο του. Ξεκάθαρα και επαρκώς. Με σαφήνεια, χωρίς φόβο και πάθος (πόσο σπουδαία φράση), χωρίς κανένα συμφέρον, υστεροβουλία ή δεύτερη σκέψη. Κάτι δηλαδή σαν την ποίηση του Καβάφη και του Σεφέρη. Που κι εκείνοι υπήρξαν "οι καιροί". Από άλλο δρόμο και με άλλο τρόπο. Κολόνες ακλόνητες, βαθιά βυθισμένες στη γη και αφημένες να αντιμετωπίζουν τους ανέμους που λυσσομανάνε γύρω κι επάνω τους στα χρόνια και στους αιώνες. Ανέμους που σφυρίζουν άλλοτε σαν έχιδνες κι άλλοτε σαν Σειρήνες. Που ξεγελούν τα παιδιά του Κόσμου και τα παρασέρνουν σε τρομερό χορό πάνω απ' το Χάος.

Οι "καιροί" είναι λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών. Δεν χρειάζεται να είναι περισσότεροι. Αρκούν για να γράψουν και να περιγράψουν τον Κόσμο. Αυτόν τον Κόσμο που αναζητούν να βρουν οι κάθε επόμενοι για να τον στήσουν κατάρτι στη μέση της βάρκας και να πορευθούν στο πέλαγος.

Οι υπόλοιποι είναι "σημεία των καιρών". Περιστασιακά σημεία αναφοράς που φέγγουν σα μικρά τροχιοδεικτικά στο δρόμο. Που άλλοτε δείχνουν αριστερά κι άλλοτε δεξιά κι άλλοτε ευθεία μπροστά. Μπορεί και πίσω κάποιες φορές -αν έχουν τοποθετηθεί λάθος. Επειδή τα τροχιοδεικτικά τα τοποθετούν άλλοι, δεν αυτενεργούν. Κάτι σαν τον Μίκη Θεοδωράκη ή τον Γιάννη Ρίτσο, δηλαδή, κι εκείνα τα περίφημα "βραβεία Λένιν" που συνέλεξαν. Που τους τα έδωσαν -ντε και καλά- γιατί έπρεπε και το Παραπέτασμα να χρήσει τους εκλεκτούς του -με τη βούλα. Και επέλεξε αυτούς. Όχι για το "έργο" τους. Αλλά ως εκπροσώπους του Παραπετάσματος. Ως αντίπαλο δέος. Μικρές διαστάσεις, υπολειμματικές και ανούσιες. Για την καθημερινή κατανάλωση του κόσμου. Διότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες εκείνων των εποχών, δεν επρόκειτο να λάμψει κανένα "άστρο" κανενός Θεοδωράκη, Ρίτσου, κ.λπ. Φυσικά, δεν θεωρώ πως είναι "άχρηστοι". Έχουν παραδώσει κορυφαίες στιγμές δημιουργίας -αν και ο Γιάννης Ρίτσος δεν νομίζω ότι έγραψε τίποτε άλλο πέρα από την Σονάτα, ενώ ο Μίκης, πέρα από το Άξιον Εστί, έγραψε κι άλλα τρία-τέσσερα καλά έργα. (Για την υπόλοιπη παρουσία του στη ζωή τα έχω πει σε άλλες σελίδες. Όπως και για τον πατερναλισμό του και την ανάγκη των ιθαγενών να "σκιάζονται" από τον Πατέρα.)

Είπαμε. "Οι καιροί και τα... σημεία τους".

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Περί πνευματικών δικαιωμάτων και Διαδικτύου

Η απαγόρευση πρόσβασης στα μεγάλα έργα μέσω του Διαδικτύου είναι μάλλον μια μέθοδος που δεν ανταποκρίνεται στις ιλιγγιώδεις ταχύτητες εξέλιξης του χώρου της πληροφορίας, έτσι όπως αυτές εμφανίσθηκαν και κυριάρχησαν μετά το έτος 2000 (περίπου). Η μέθοδος αυτή θεωρώ πως ανήκει σε άλλες, περασμένες εποχές που χάθηκαν για πάντα στο παρελθόν και αποτελούν κεφάλαιο της ιστορίας.

Φυσικά και πρέπει το έργο των δημιουργών να διασφαλίζεται -και διασφαλίζεται με τον καλύτερο τρόπο όταν διαδίδεται ελεύθερα και μπορεί να γίνεται γνωστό σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Αυτό υπαγορεύει η ελεύθερη διάδοση δεδομένων της νέας εποχής. 


Η απαγόρευση μετάδοσης δεν αποτελεί λύση. Ας βρεθούν άλλες λύσεις από τους ειδικούς νομικούς επί της πληροφορίας. Αυτό, εξάλλου, είναι ένα τεράστιο θέμα το οποίο δεν έχει καν προσεγγισθεί μέχρι σήμερα. Ίσως όμως έλθει κάποια στιγμή που θα πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες, που δημιουργούν και παράγουν σε παρόντα χρόνο, έχουν καταργήσει κάθε μεσάζοντα, εταιρεία δισκογραφική ή παραγωγής, και χρεώνουν την ακρόαση ή την αγορά του έργου τους στον κάθε ακροατή ατομικά μέσω διαδικτυακών λογαριασμών και καρπώνονται οι ίδιοι το κέρδος απευθείας. Θεμιτό και εφικτό. Ίσως αποτελέσει μια καλή βάση για τις μελλοντικές εξελίξεις στο θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων.

Ίσως όμως πάλι και να μην έλθει ποτέ η στιγμή κατά την οποία το θέμα θα ζητά να αντιμετωπισθεί συνολικά γιατί απλώς κάτι τέτοιο δεν θα είναι δυνατό λόγω της ελευθερίας στη διάδοση της πληροφορίας. Τότε αυτό το δημιούργημα του ανθρώπου θα καταστεί ανεξέλεγκτο -κάτι που ούτως ή άλλως συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό- και θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε άλλες διαδρομές -αν αυτές υπάρξουν.

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Η Εποχή της Μελισσάνθης


Έργο 37, σε ποίηση του ίδιου του συνθέτη.

Πληροφορίες περί του έργου:

Ο Μάνος Χατζιδάκις αφιέρωσε την Εποχή της Μελισσάνθης στη μνήμη της μητέρας του. Πρόκειται για μια καντάτα για ώριμη γυναικεία φωνή, δυο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα, με βασικό όργανο το μπουζούκι.

Η Μελισσάνθη είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο με υψηλή ποιητική διάσταση. Αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά που έζησε ο συνθέτης κατά την περίοδο της απελευθέρωσης. Κεντρική ιδέα αποτελεί η μορφή της Μελισσάνθης, αφηρημένη αναφορά στη γυναίκα του πολέμου αλλά και πρωσοποποίηση της ελπίδας, των μεγάλων ιδανικών, της ελευθερίας. Η Μελισσάνθη, χαμένη και ξεχασμένη οριστικά, τελικά πεθαίνει ή δολοφονείται στη μεταπολεμική Ελλάδα. Ο συνθέτης, με το εισαγωγικό σημείωμα δίνει ένα σαφές πλαίσιο ανάγνωσης του έργου, που, παρότι αυτοβιογραφικό, έχει βαθιά πολιτικό χαρακτήρα. Στον επίλογο του σημειώματος, ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει: "Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα τον χαμό της. Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος. Με όλα όμως αυτά, δε θέλω να δώσω ιστορικές διαστάσεις στην Μελισσάνθη και στην εποχή της. Επιθυμώ να καταγράψω μόνο, την προσωπική μου περιπέτεια και συμμετοχή στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησα μέσ' από το σπίτι μου και μέσα από την πόλη που εξακολουθώ να ζω".

Το θέμα της Μελισσάνθης άρχισε να απασχολεί τον συνθέτη από το 1945. Ωστόσο, η πρώτη εικόνα του έργου σχηματίζεται το 1965, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει το ποίημα "Η εποχή της Μελισσάνθης", που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Μυθολογία. Τα κεντρικά μέρη του ποιήματος αυτού θα αποτελέσουν τον πυρήνα του μουσικού έργου, το οποίο ο συνθέτης ξεκίνησε να συνθέτει το 1970 στην Αμερική. Η Εποχή της Μελισσάνθης απασχόλησε τον συνθέτη επί μία δεκαετία - περισσότερο από κάθε άλλο έργο του, μετά την Αμοργό. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1980 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και κυκλοφόρησε το ίδιο έτος σε διπλό άλμπουμ από τη δισκογραφική εταιρεία ΝΟΤΟΣ της Lyra.

ΤΟ ΕΡΓΟ
ΠΛΕΥΡΕΣ Α-Β

 

                                                ΠΛΕΥΡΕΣ Γ-Δ



 

 



Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από την πραγματικά μαγική παρουσίαση του έργου στην κεντρική αίθουσα της Λυρικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στις 4 Νοεμβρίου 2017. Οι συντελεστές εκείνης της παρουσίασης αναφέρονται στις δύο σελίδες του σχετικού ενημερωτικού φυλλαδίου που παρατίθενται στο τέλος.














                   

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Ρυθμολογία


Έργο 40 για πιάνο (1969-1971).

1. 5/8 Χασάπικος στον Κριό
2. 7/8 Χασάπικος του Ταύρου
3. 9/8 Χασάπικος των Διδύμων (στο ύφος του ERIK SATIE)
4. 11/8 Χασάπικος στον Υδροχόο
5. 13/8 Χασάπικος της Σελήνης
6. 15/8 Χασάπικος στην Παρθένο

Το έργο ηχογραφήθηκε στην Νέα Υόρκη από τον Adrian Barber, μεταξύ 4 και 7 Δεκεμβρίου 1971.

Λέει ο Μάνος Χατζιδάκις: "Η Ρυθμολογία είναι ένα παιχνίδι τρόπων και ρυθμών. Και η αναφορά μου στους αστερισμούς, κι αυτό παιχνίδι, χωρίς συμβολισμό ή επιρροή από την αστρολογική τους σημασία. Κι όσο προχωρούσα στο σχεδίασμα του έργου, σκεφτόμουν τον ποιητή Σεφέρη (…) Μα η Ρυθμολογία δεν γράφτηκε για να τον θρηνήσει. Γράφτηκε για έναν ζωντανό Σεφέρη, που εξακολουθεί να ζει μαζί μας. Για τον ποιητή Σεφέρη που είχε τη δύναμη να μιλά, όταν μιλούσε, απλά, βαθιά κι ελληνικά". (Μάνος Χατζιδάκις, Νέα Υόρκη, Δεκέμβριος 1971).




Η φωτογραφία είναι από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην αίθουσα της Εναλλακτικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στις 3 Δεκεμβρίου 2017. Στο πιάνο ήταν ο Θοδωρής Τζοβανάκης.



John Lennon - το τέλος της τελευταίας του συνέντευξης

Έτσι έκλεινε η τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο John Lennon τον Σεπτέμβριο του 1980, σχεδόν τρεις μήνες πριν από την δολοφονία του. Η συνέντευξη δόθηκε από τον John Lennon και την Yoko Ono στον David Sheff του περιοδικού Playboy. Η μετάφραση είναι αξιόπιστη. Ολόκληρη η συνέντευξη στο πρωτότυπο βρίσκεται στην διεύθυνση: http://www.beatlesinterviews.org/db1980.jlpb.beatles.html





Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

Η κατάρα

 Ανατολική Αττική - 23 Ιουλίου 2018. Φωτογραφία: Νίκος Καλογερικός

Σε λιγότερο από μια μέρα να συγκεντρώνουν περισσότερη βοήθεια από όση χρειάζεται για τους πληγέντες από τις φωτιές και σε καιρό ειρήνης να μην μπορούν να χωρίσουν δυο γαϊδουριών άχυρα. Πόσο κρίμα. Πόσο μεγάλο κρίμα.

Μια "ζωή" το ίδιο τροπάριο. Ποια "ζωή" δηλαδή; Σε όλη την ιστορία του ανθρώπου αυτό γίνεται σ' αυτόν τον τόπο. Μια αιώνια κατάρα τον δέρνει και τον καταστρέφει. Έτσι ώστε στους εύκολους καιρούς να κατεδαφίζει ό,τι έχει καταφέρει στα λίγα φωτεινά διαλείμματα της ομοψυχίας του. Δεν αντέχεται αυτό το πράγμα. Είναι αφόρητο. Όλοι μιλάμε για την ιστορία μας, που είναι η "μεγάλη κληρονομία" μας, και κανένας δεν διδάσκεται ποτέ τίποτα από αυτή. Πάντα τα ίδια λάθη. Πάντα το ίδιο μίσος του ενός προς τον άλλον. Και έρχονται οι δύσκολες εποχές, τότε που όλοι γίνονται ένα σώμα-μια ψυχή, και σ' αυτόν τον τόπο γίνονται θαύματα. Θαύματα που, όμως, αναδεικνύουν περισσότερο τη γύμνια του μίσους και του καταστροφικού εγωισμού των μεγάλων περιόδων. Είναι αφόρητο. Αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια. Αναρωτιέσαι πώς μπορεί να συμβαίνει. Αναρωτιέσαι γιατί να συμβαίνει. Και δεν είσαι ο πρώτος. Το ίδιο έχουν αναρωτηθεί χιλιάδες, εκατομμύρια πριν από σένα. Και απάντηση δεν βρήκαν, και απάντηση δεν έδωσαν. Και το εξέλαβαν ως "κατασκευαστικό δεδομένο" της φυλής. Ότι "έτσι είναι αυτό". Αν είναι δυνατόν. Τέτοια μοιρολατρία δηλαδή.

Με σκυμμένο το κεφάλι προχωράμε στην ιστορία αυτού του μάταιου κόσμου. Και, όταν κάνουν παιδιά, τα μεγαλώνουν με τις ίδιες "αρχές" και αξίες. Ότι ο καθένας τους είναι καλύτερος από τον διπλανό. Ότι αυτοί είναι οι βασιλιάδες και οι υπόλοιποι είναι οι υποτακτικοί. Δεν υποφέρεται αυτό. Τα καλύτερα μυαλά και οι σπουδαιότεροι άνθρωποι που εμφανίστηκαν σ' αυτόν τον τόπο έφυγαν μες στον προβληματισμό, την πίκρα και την απογοήτευση. 

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Το αστείο του θανάτου

Οι άνθρωποι "θεοποίησαν" τον θάνατο. Όπως ακριβώς κάνουν οι χυδαίοι γονείς που εκφοβίζουν τα μικρά παιδιά τους με κάποιον μπαμπούλα αν δεν "καθίσουν φρόνιμα" -δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα τρομοκρατημένα παιδιά πολύ συχνά εξελίσσονται σε ενήλικες υποταγμένους σε αρχές, εξουσίες και κάθε είδους αυθεντίες. Το ίδιο ακριβώς έκαναν και όσοι πρωτοκατάλαβαν το κόλπο με τον θάνατο. Και από τότε έχουν στα χέρια τους τον άνθρωπο. Βέβαια, τις περισσότερες φορές έπεσαν και οι ίδιοι μέσα στην παγίδα που διέβλεψαν.

Δεν υπάρχει θάνατος. Τουλάχιστον δεν υπάρχει με την "έννοια" που του αποδίδει ο άνθρωπος στην πλατιά του πλειονότητα. Τίποτα δεν "χάνεται" γιατί τίποτα δεν "υπάρχει". Είναι όλα πλάσματα, αποκυήματα του μυαλού μας. Της κατασκευαστικής δομής του μυαλού μας. Αυτό σημαίνει πως με ένα άλλο μυαλό, που θα είχε διαφορετικές συνάψεις, θα ήταν όλα αλλιώς. Ίσως τότε βλέπαμε -κυριολεκτικά- αυτό που συμβαίνει. Το πιθανότερο είναι να βλέπαμε την ενέργειά μας να μετασχηματίζεται σε άλλη μορφή αφού η αρχή διατήρησης της ενέργειας είναι απαράβατη -και, φυσικά, αυτή η αρχή περικλείει "ορατά και αόρατα", όπως ακριβώς τα έχουν προβλέψει οι μεγάλοι φυσικοί και έχουν εν πολλοίς αποδειχθεί πειραματικά.

Είναι αστείο να μιλάμε για τον "φόβο του θανάτου". Εντελώς αστείο. Δεν υπάρχουν μπαμπούλες στον Κόσμο. Τουλάχιστον όχι μεγαλύτεροι και σοβαρότεροι από μια σφήκα που μπορεί να έλθει και να μας κεντρίσει και να πονάμε για ώρες -ή και μέρες. Απλώς αλλάζουν οι κατανοητές διαστάσεις του γεγονότος. Στη σφήκα είναι τρεις -άντε, τέσσερις- ενώ στον θάνατο είναι περισσότερες.

Μπροστά στον θάνατο φυσικά πονάμε. Αφού δεν μπορούμε να αντιληφθούμε χειροπιαστά το περιεχόμενό του, πονάμε εξαιτίας της απουσίας των διαστάσεων που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Πονάμε για το ξεβόλεμα του προϋπάρχοντος καθεστώτος ζωής που βιώναμε. Μα, πάνω απ' όλα, πονάμε γιατί συνειδητοποιούμε πως πλησιάζει και ο δικός μας θάνατος. Και επειδή, όπως είπαμε παραπάνω, οι άνθρωποι και τα κέντρα εξουσίας διαχρονικά κράτησαν στο απυρόβλητο το άγνωστο του θανάτου, κυριευόμαστε από τον γνωστό πανικό. Άτοπο εντελώς. Ιδιαίτερα τώρα πια που η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο πολύ και έχει ανοίξει τόσες πόρτες καταδεικνύοντας πως δεν είναι καθόλου "απαραίτητη" η ύπαρξη ενός θεού.

Στον αιώνα που πέρασε ήταν κι αυτή η Κομμουνιστική Αριστερά, που σακάτεψε τα περιθώρια του ανθρώπου για ενόραση, φαντασία, υπόθεση περί αοράτων. Τα έκανε όλα "διαλεκτικό υλισμό" και έδωσε τροφή στα θηρία να εδραιώσουν και να παγιώσουν τον ορατό κόσμο. Αδιανόητα αρνητική η συνεισφορά του στείρου κομμουνισμού και η βοήθειά του στον υλισμό και στον καπιταλισμό. Βέβαια, στα τέλη του αιώνα φτάσαμε σε τραγέλαφους -ακριβώς γιατί το παραπάνω πρότυπο βάραγε πλέον το κεφάλι του σε σκληρό τοίχο. Είχαμε τους "κομμουνιστές χριστιανούς"! Ό,τι να 'ναι δηλαδή. Και με τον αστυνόμο και με τον χωροφύλακα. Η πλήρης και απόλυτη σύγχυση. Είναι για γέλια. Και επικαλούνται τις συγκλίσεις των δυο ρευμάτων περί ανθρωπιστικών αξιών και τα λοιπά. Κι έτσι έχουν εξασφαλίσει τα άλλοθί τους από παντού.

Τι να πεις. Οι άνθρωποι είμαστε αδύναμα όντα και χρειαζόμαστε ένα στήριγμα και ένα αποκούμπι για τα μεγάλα προβλήματα και "αδιέξοδά" μας. Τα γνωστά. Θρησκείες, στείρες και απάνθρωπες ιδεολογίες, τεκνοποιία για "διαιώνιση του είδους" -αλλά βασικά της περι-ουσίας- και μύρια άλλα όσα.

Ο πολύς κόσμος έτσι θα συνεχίσει. Στο σκοτάδι, στην πρόληψη και στο αδιέξοδο. Θα άγεται και θα φέρεται από λογής-λογής ταγούς. Θα πετιέται στον ύπνο του από όνειρα αλλόκοτα και απειλητικά. Θα νιώθει την "ευθύνη για την ανθρωπότητα" επάνω στους ώμους του και χίλιες δυο άλλες παιδικές ασθένειες.

Δεν έχω ιδέα γιατί συνεχίζει. Μόνο όσοι πιστεύουν σε είδωλα νομίζουν πως ξέρουν. Αλλά δεν ξέρουν τίποτα. Τους φόβους τους σκεπάζουν.

Ο μοναδικός σκοπός είναι να απαλύνεις τον πόνο του διπλανού σου και να τον κρατάς για να μην πέσει. Τίποτε άλλο. Στο παρόν. Στο τώρα. Μόνο.

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Μια άγρια πραγματικότητα από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή


Την τελευταία φορά που ο Ζαχίρ Άχμαντ Ζιντάνι νόμιζε πως μπορούσε ακόμα να δει, ήταν 17 ετών, ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, με το κορμί του ρημαγμένο, γεμάτο θραύσματα μιας βόμβας που είχαν τοποθετήσει οι Ταλιμπάν. Ζήτησε από τον γιατρό να του δώσει έναν καθρέφτη. «Ο γιατρός μου αποκρίθηκε: Γιε μου, δεν έχεις μάτια, πώς θα δεις τα μάτια σου;», αφηγείται ο Ζιντάνι. «Σήκωσα το χέρι μου και ψηλάφισα τα μάτια μου. Έπιασα μόνο στάχτη από τη φωτιά, τίποτ’ άλλο», προσθέτει. 

Αυτό συνέβη πριν από πέντε χρόνια. Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας, της τυφλότητάς του, τον γέμισε θλίψη, πριν συνειδητοποιήσει κάτι άλλο, που του έκοψε την ανάσα: Το να προχωρήσει η σχέση του με το κορίτσι που αγαπούσε από παιδί ήταν ήδη δύσκολο, επειδή η οικογένειά της δεν τον θεωρούσε άξιο. Πλέον, ήταν καταδικασμένος. «Αν είχα χάσει τα μάτια μου αλλά είχα το χέρι της, θα ήμουν ευτυχισμένος», λέει. «Όμως τώρα πια δεν έχω ούτε μάτια, ούτε εκείνη». 

Ο Ζιντάνι είναι ένας από τους ανθρώπους που πρωτοστάτησαν για να γίνει η πορεία για την ειρήνη, που έφθασε στην Καμπούλ, την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, τον Ιούνιο, έπειτα από μια διαδρομή σχεδόν 40 ημερών και 640 χιλιομέτρων από τον νότο, εν μέσω της αφόρητης καλοκαιρινής ζέστης, διαμέσου περιοχών όπου ο πόλεμος μαίνεται. Η πορεία ήταν ο μόνος τρόπος που είχε να διαμαρτυρηθεί εναντίον ενός πολέμου που μέχρι τώρα κατάπιε τον πατέρα του, τον θείο του, την αδελφή του, τα μάτια του -και τον έρωτά του. 

Ο Ζιντάνι, 22 ετών σήμερα, είναι αναλφάβητος. Κι όμως, είναι ποιητής. Στο σπίτι του, έχει πενήντα σελίδες με ποιήματα που έχει υπαγορεύσει στα αδέλφια του. Ανάμεσά τους, δυο γραμμές: Ακόμη κι αφού πέθανα, τα μάτια μου δεν έκλεισαν· περιμένοντας εσένα, απέμεινα να κοιτάω την πόρτα. 

Όταν ήταν επτά ετών, η οικογένειά του ζούσε στη Γκερέσκ, στην επαρχία Χελμάντ. Καλλιεργούσε παπαρούνες–την πρώτη ύλη για την παραγωγή του οπίου–σιτηρά, σταφύλια, σε χωράφια κατά μήκος ενός αυτοκινητόδρομου που χρησιμοποιούσαν τα στρατεύματα της συμμαχίας για να εφοδιάζουν τις μονάδες που έδιναν μάχες στην περιοχή που ήταν η γη των Ταλιμπάν.
Μια μέρα, ένας πατέρας κι ένας γιος, ενώ ετοίμαζαν τα χωράφια για μια δεύτερη σπορά -κρεμμύδια- έγιναν στόχος ενός αμερικανικού αεροσκάφους, αφηγείται ο Ζιντάνι. «Δεν βρήκαμε τίποτα, δεν είχε απομείνει τίποτα από αυτούς, ούτε καν αίμα», λέει. «Υπήρχε μόνο ένας μεγάλος κρατήρας και σκόνη».

Ο πατέρας του, ο Γουλάμ Ουάλι, ήταν 29 χρονών όταν σκοτώθηκε.
Μετά το αεροπορικό πλήγμα, η οικογένεια του Ζιντάνι μετακόμισε στην Κανταχάρ, κοντά σε μακρινούς τους συγγενείς, που είχαν μια μικρή κόρη. Ήταν 7 ετών, όπως κι εκείνος. Τα παιδιά ήταν συχνά μαζί. Έπαιζαν κρυφτό κι ο Ζιντάνι κρυβόταν μαζί της. «Μου άρεσε το πώς μίλαγε, πώς περπάταγε, το άρωμά της, τα πάντα. Όπου πήγαινε, βρισκόμουν κι εγώ. Δεν ξέρω πώς, απλώς κατέληγα εκεί».

Καθώς μεγάλωναν κι έρχονταν πιο κοντά, η εναπομείνασα οικογένεια του Ζιντάνι μετακόμισε σε άλλη γειτονιά, όπου έγινε βοηθός μηχανικού. Αλλά κάθε φορά που η μητέρα του πήγαινε επίσκεψη στους συγγενείς, τη συνόδευε, για να δει τη φίλη του.

Πώς ξέρει ότι ήταν έρωτας; Ήταν 12 ετών οι δυο τους. Βάδιζαν προς ένα μαγαζί. «Θυμάμαι ότι πήρα το χέρι της στο δικό μου», λέει. Έκανε κι εκείνη το ίδιο, και έβγαλαν ένα γελάκι. Η μητέρα του κοριτσιού τους είχε καταλάβει, συνεχίζει ο Ζιντάνι. «Ό,τι θέλει η μοίρα της», θυμάται πως είχε πει χαμογελώντας.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά στο Αφγανιστάν, όπου χρειάζεται η άδεια του πατέρα για να παντρευτεί η κόρη. Ο πατέρας, από πλούσια οικογένεια, δεν θεωρούσε τον νεαρό άξιο για την κόρη του. Όμως ο Ζιντάνι δεν έχανε τις ελπίδες του, διότι είχε ένα κρυφό χαρτί στα χέρια του: την καρδιά της. Το κορίτσι τον αγαπούσε.

Όλα άλλαξαν όταν έχασε τα μάτια του. Το προηγούμενο βράδυ, ο Ζιντάνι αγόρασε δύο εισιτήρια για το λεωφορείο που πήγαινε στην Κανταχάρ. Πριν από τα ξημερώματα, ο ίδιος και η αδελφή του Αχμάντια, 15 χρονών, έφυγαν για να επισκεφθούν συγγενείς τους στην επαρχία Χεράτ. Είχαν στενή σχέση: εκείνη γνώριζε καλά το μυστικό του, συχνά μετέφερε μηνύματά του στην αγαπημένη του. Κάθονταν στην τέταρτη σειρά, απέναντι από τον οδηγό, θυμάται ο Ζιντάνι. Το λεωφορείο έπεσε σε βόμβα που είχαν τοποθετήσει οι Ταλιμπάν στην άκρη του δρόμου. Θυμάται πως όλα γύρω του καίγονταν. Κάποιος, δεν ξέρει αν ήταν ο ίδιος ή η αδελφή του, φώναζε το όνομα της μητέρας του. Η Αχμάντια δεν επέζησε. «Όταν με πήγαν στο νοσοκομείο, θυμάμαι πως την καλούσα», λέει ο Ζιντάνι. «Κανένας δεν έβγαζε μιλιά».

Μετά την έκρηξη της βόμβας, η οικογένεια της αγαπημένης του ξεκαθάρισε την αντίθεσή της στον έρωτά τους. Όχι μόνο ήταν από άλλη επαρχία κι από άλλη φυλή, ήταν πλέον τυφλός, δεν μπορούσε να συντηρήσει οικογένεια. Την πάντρεψαν. Έχει σήμερα αποκτήσει ένα παιδί, λέει ο Ζιντάνι. Μερικές φορές μιλάνε κρυφά στο τηλέφωνο.

Οι εικόνες δεν είναι κάτι που ανήκει στον παρελθόν για τον Ζιντάνι. Έχουν υπόσταση, μεγαλώνουν, τον κρατούν απασχολημένο. «Στο μυαλό μου, βρίσκομαι σε ένα μέρος όπου δεν υπάρχει κανένας άλλος. Περπατάω, μόνος, ξεκινάω από την αρχή ενός ποιήματος ως το τέλος ενός άλλου. Και συνεχίζω να περπατάω. Υπάρχουν φορές που μέσα στο μυαλό μου την έκανα δική μου, που μέσα στο μυαλό μου φτάσαμε πάρα πολύ μακριά». Κάνει παύση. «Και τότε, όπως λένε, «όταν σήκωσα το κεφάλι μου, δεν ήμουν τίποτα»».

Παλεύει με την ερώτηση αν ένας ανεκπλήρωτος έρωτας είναι καλύτερος από το να μην αγαπούσε ποτέ. «Δεν έχω απάντηση», παραδέχεται.

Παρηγοριά του τώρα πια η ποίηση, οι εικόνες στο μυαλό του -και το όνειρο ότι κάποια μέρα στη χώρα του θα υπάρξει ειρήνη.

Mujib Mashal

Πηγή: Left από ΑΠΕ-ΜΠΕ και The New York Times

Εγώ το πήρα από την ιστοσελίδα commonality.gr: https://commonality.gr/o-polemos-toy-pire-tin-oikogeneia-toy-ta-matia-toy-kai-ton-erota-toy/
 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Δουλεύω


Στη ζωή μου έχω δουλέψει -και δουλεύω- πολύ. Πάρα πολύ. Τώρα ακόμη περισσότερο από ποτέ. Αν το σκεφτώ σε ώρες, μέχρι στιγμής έχω δουλέψει σίγουρα πάνω από μιάμιση φορά από όσες ώρες έχει δουλέψει ένας δημόσιος υπάλληλος του οκταώρου με τα ίδια χρόνια εργασίας. Χιλιάδες ώρες. Ατελείωτες ώρες σερί. Μέχρι και δεκαπέντε ώρες πάρα πολλές φορές. Με μικρά διαλείμματα λίγων λεπτών μόνο και μερικών ωρών ύπνου.

Αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αλλά και τα πρώτα δέκα δούλεψα. Δύσκολα και ανάποδα ωράρια, που σε έκαναν να ξεχνάς τη μέρα και το φως του ήλιου. Δουλειά ήταν κι εκείνη. Απλώς ήταν περιβεβλημένη με λούστρο και ξιπασιά. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Ψάχνει το δρόμο της στα τυφλά. Τη νύχτα.

Η δουλειά πάντα μου άρεσε. Με κατανάλωνε και την κατανάλωνα απελπισμένα και δίχως έλεος. Την αποζητούσα. Ήταν και είναι πάντα μια μεγάλη διέξοδος για όλα. Βέβαια, πάνω απ' όλα είναι η κάλυψη των αναγκών. Του ζην και του ευ ζην. Θεμιτά και πολύτιμα και τα δύο. Και δεν θέλησα να θυσιάσω ποτέ το ευ ζην μου -όταν μπορούσα να το έχω.

Είχα πάντα την άποψη πως όποιος δεν εργάζεται, όποιος δεν προσφέρει έργο στον κόσμο που ζει, είναι άχρηστος και περιττός. Ακόμη το πιστεύω. Πρέπει κανείς να εργάζεται για να αποδίδει την εργασία του στο σύνολο. Έτσι ώστε κι αυτός να μπορεί να εισπράττει, να απολαμβάνει το προϊόν της εργασίας των άλλων. Αλλιώς ο κύκλος της ενέργειας και η ισορροπία της χάνονται. Σπάει η αλυσίδα και τα πράγματα αρχίζουν και γέρνουν επικίνδυνα προς μια μεριά και ξεκινούν τα κοινωνικά προβλήματα. Όχι πως αλλιώς δεν υπάρχουν, αλλά τα σκηνικά είναι διαφορετικά.

Όποιος δεν εργάζεται, δεν μπορεί καθόλου εύκολα να συναισθανθεί. Μπορεί να έχει όλη την καλή πρόθεση, μπορεί να το εννοεί, μπορεί να συνεπαίρνεται, αλλά ποτέ δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει η δουλειά κάποιου που εργάζεται. Ποτέ. Ο άνθρωπος, αυτή η ματαιότητα της φύσης, δεν μπορεί να μην παράγει έργο. Από τη στιγμή που ο ίδιος, το σώμα του, είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής, το οφείλει.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Μονόλογοι (πια)

Σε θυμάμαι όλο και πιο σπάνια. Το αραχνοΰφαντο πέπλο του Χρόνου έχει πέσει πια για τα καλά γύρω και μέσα μου. Απομακρύνεσαι και χάνεσαι, σβήνεις ολότελα μέσα στο σπιράλ που μας καταπίνει όλους. Καμιά φορά βρίσκεται μια χαραμάδα και από εκεί μέσα αχνοφαίνεται κάτι αμυδρά. Αλλά με εκείνη την αδυναμία του φωτός που ξεψυχάει και διαλύεται στο Τίποτα.

Δεν ξέρω αν νιώθω κάτι πια. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην υπήρξες ποτέ.
I cannot remember "times we used to know".

Σήμερα έστησα συνειδητά τα σκηνικά από την αρχή. Την μουσική, τις φωτογραφίες, τις μνήμες των ήχων και των οσμών. Αλλά και πάλι νομίζω πως δεν σε βρίσκω πουθενά.

Αυτό είναι ο Χρόνος;


Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Niccolo Paganini - Caprice No. 24 / Jascha Heifetz


Είναι ένα από τα ομορφότερα και πληρέστερα πράγματα που έχω ακούσει στη ζωή μου. Και, φυσικά, το βιολί του Heifetz...

Δεν χωράνε κουβέντες. Ούτε κριτικές, ούτε αναλύσεις.

Στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος αγγίζει τα όριά του σε κάθε επίπεδο -ορατό και αόρατο.



Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Fleetwood Mac - The Chain



Από μια πραγματικά πολύ σπουδαία δουλειά που είχα την τύχη να ακούσω από πολύ νωρίς -λίγο αφότου κυκλοφόρησε, αφού είχα έναν φίλο που είχε πάρε-δώσε με την Αμερική. Μια δουλειά γεμάτη -κυριολεκτικά- επικά τραγούδια, που μόνο τραγούδια δεν μπορείς να τα χαρακτηρίσεις, αλλά δημιουργίες. Πολλές αλήθειες μέσα τους. Πολλές. 

The Chain

Listen to the wind blow
Watch the sun rise
Running in the shadows
Damn your love
Damn your lies
 
And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Listen to the wind blow
Down comes the night
Running in the shadows
Damn your love
Damn your lies

 Break the silence
Damn the dark
Damn the light

 And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Chain, keep us together
Running in the shadows