Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Οι καιροί και τα... σημεία τους

Είναι χάραμα. Σχεδόν ξημερώνει. Δεν έχω ύπνο, αισθάνομαι πλήρης. Θέλω να πιω καφέ άμεσα. Σηκώνομαι και κατευθύνομαι προς τη μηχανή του εσπρέσο. Φτιάχνω τον καφέ και αρχίζω να ανιχνεύω τις πρώτες μελωδίες που ανεβαίνουν από μέσα μου. Πάλι εκείνη η μαγική εισαγωγή από το "Ήσουν παιδί σαν τον Χριστό". Με εκείνο το πιάνο με το πηδάλιο πατημένο βαθιά. Μόνο του στο στούντιο, μόνο του στο δίσκο, μόνο του στη ζωή. Τη φέρνω στο λαιμό και στα χείλη μου και αρχίζω να τη μουρμουρίζω. Κάθε φορά το ίδιο δέος. "Πώς το έγραψε αυτό το πράγμα;" Δεν ξέρω.

Πιάνω την κιθάρα στο ένα χέρι και την κούπα με τον καφέ στην άλλη και κατευθύνομαι προς το πρωινό μου καταφύγιο. Τη μικρή, σκοτεινή τουαλέτα. Κάθομαι, ακουμπώ τον καφέ πάνω στο περβάζι του καθρέφτη και στέκομαι ακίνητος για να ενταχθώ στη σιωπή του δωματίου και στο σκοτάδι του πρωινού. Κλείνω τα μάτια για να συνδεθώ με τον ύπνο που άφησα πίσω μου πριν από λίγο. Όλα συμβαίνουν με τη σειρά τους.

Σε λίγο βρίσκομαι μέσα σ' εκείνη την αίσθηση που με εκφράζει -ίσως- περισσότερο από όλες στη "ζωή" μου. Κάτι μεταξύ πραγματικότητας και μη πραγματικότητας, με μια μουσική να πλανιέται ακατάπαυστα πάνω μου και μέσα μου. Αρχίζω να αγγίζω τις πρώτες νότες. Αδιόρατα. Αρχίζουν να εμφανίζονται στο σκοτάδι.

Μάλλον ήθελα να πραγματώσω τη σιωπή του τραγουδιού που μουρμούριζα. Μόνο εικόνες, μόνο αφήγηση. Μόνο απόσταση και αποστασιοποίηση μέσα στο χρόνο.

Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέλεξε όλη την πορεία αυτού του τόπου, στα εκατοντάδες, στα χιλιάδες χρόνια της παρουσίας του, και γέμιζε σιγά-σιγά ένα χωνί. Συνέλεξε τους καιρούς. Τους τόσο διαφορετικούς. Όπως μας τους παρέδωσαν οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως μας τους μετέδωσαν οι μεταγενέστεροι ποιητές και ταξιδευτές, όπως ήθελαν να τους βλέπουν οι επόμενοι ονειροπόλοι και ακροβάτες της ζωής. Τα μάζεψε όλα αυτά, όχι ως Κοντορεβυθούλης -γιατί δεν είχε καμιά μικρότητα, ούτε μικροπρέπεια, ούτε "μικρή" διάσταση- αλλά ως συλλέκτης, ως φυσιοδίφης, ως αποθησαυριστής όλου αυτού του τεράστιου υλικού, που κανένας ως τότε δεν είχε βαλθεί και δεν είχε τολμήσει να το παρουσιάσει με μουσική. Κάποια στιγμή λοιπόν άρχισε να πιέζει το χωνί από πάνω και τότε, μπροστά στη μύτη, άρχισε να εμφανίζεται το μορφοποιημένο υλικό αποτέλεσμα. Τα τραγούδια και οι μουσικές. Σαν κουλουράκια.

Υπήρξε μαγική η σύμ-πτωση της παρουσίας του σε αυτόν τον κόσμο. Άφησε τεράστιο έργο. Έργο υπαρξιακό για αυτόν τον τόπο και τους ιθαγενείς του. Για όσο υπάρχει ο κόσμος. Γιατί είναι κι αυτή μια ανάγκη του κόσμου και της φθοράς, του φθαρτού της ύλης και της "ζωής". Να κρατιέται από δεδομένα, από αξίες και αξιώματα. Γιατί δεν αντέχει αλλιώς σε αυτόν το δρόμο που πήρε. Για να άντεχε, θα έπρεπε να είχε επιλέξει άλλο δρόμο. Αυτό όμως δεν έγινε εξαιτίας των τριών γνωστών παραγόντων που παρενέβησαν και εκμεταλλεύθηκαν τη φθαρτή ύλη που αντιλαμβανόμαστε: της θρησκείας, της εξουσίας και του κεφαλαίου (του ανταλλακτικού κεφαλαίου). Αλλά αυτά τα έχουμε πει σε άλλες σελίδες αυτής της διαδρομής...

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν "οι καιροί". Οι καιροί που μίλησαν και εκφράστηκαν μέσα από το έργο του. Ξεκάθαρα και επαρκώς. Με σαφήνεια, χωρίς φόβο και πάθος (πόσο σπουδαία φράση), χωρίς κανένα συμφέρον, υστεροβουλία ή δεύτερη σκέψη. Κάτι δηλαδή σαν την ποίηση του Καβάφη και του Σεφέρη. Που κι εκείνοι υπήρξαν "οι καιροί". Από άλλο δρόμο και με άλλο τρόπο. Κολόνες ακλόνητες, βαθιά βυθισμένες στη γη και αφημένες να αντιμετωπίζουν τους ανέμους που λυσσομανάνε γύρω κι επάνω τους στα χρόνια και στους αιώνες. Ανέμους που σφυρίζουν άλλοτε σαν έχιδνες κι άλλοτε σαν Σειρήνες. Που ξεγελούν τα παιδιά του Κόσμου και τα παρασέρνουν σε τρομερό χορό πάνω απ' το Χάος.

Οι "καιροί" είναι λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα των χεριών. Δεν χρειάζεται να είναι περισσότεροι. Αρκούν για να γράψουν και να περιγράψουν τον Κόσμο. Αυτόν τον Κόσμο που αναζητούν να βρουν οι κάθε επόμενοι για να τον στήσουν κατάρτι στη μέση της βάρκας και να πορευθούν στο πέλαγος.

Οι υπόλοιποι είναι "σημεία των καιρών". Περιστασιακά σημεία αναφοράς που φέγγουν σα μικρά τροχιοδεικτικά στο δρόμο. Που άλλοτε δείχνουν αριστερά κι άλλοτε δεξιά κι άλλοτε ευθεία μπροστά. Μπορεί και πίσω κάποιες φορές -αν έχουν τοποθετηθεί λάθος. Επειδή τα τροχιοδεικτικά τα τοποθετούν άλλοι, δεν αυτενεργούν. Κάτι σαν τον Μίκη Θεοδωράκη ή τον Γιάννη Ρίτσο, δηλαδή, κι εκείνα τα περίφημα "βραβεία Λένιν" που συνέλεξαν. Που τους τα έδωσαν -ντε και καλά- γιατί έπρεπε και το Παραπέτασμα να χρήσει τους εκλεκτούς του -με τη βούλα. Και επέλεξε αυτούς. Όχι για το "έργο" τους. Αλλά ως εκπροσώπους του Παραπετάσματος. Ως αντίπαλο δέος. Μικρές διαστάσεις, υπολειμματικές και ανούσιες. Για την καθημερινή κατανάλωση του κόσμου. Διότι αν δεν υπήρχαν οι συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες εκείνων των εποχών, δεν επρόκειτο να λάμψει κανένα "άστρο" κανενός Θεοδωράκη, Ρίτσου, κ.λπ. Φυσικά, δεν θεωρώ πως είναι "άχρηστοι". Έχουν παραδώσει κορυφαίες στιγμές δημιουργίας -αν και ο Γιάννης Ρίτσος δεν νομίζω ότι έγραψε τίποτε άλλο πέρα από την Σονάτα, ενώ ο Μίκης, πέρα από το Άξιον Εστί, έγραψε κι άλλα τρία-τέσσερα καλά έργα. (Για την υπόλοιπη παρουσία του στη ζωή τα έχω πει σε άλλες σελίδες. Όπως και για τον πατερναλισμό του και την ανάγκη των ιθαγενών να "σκιάζονται" από τον Πατέρα.)

Είπαμε. "Οι καιροί και τα... σημεία τους".

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Περί πνευματικών δικαιωμάτων και Διαδικτύου

Η απαγόρευση πρόσβασης στα μεγάλα έργα μέσω του Διαδικτύου είναι μάλλον μια μέθοδος που δεν ανταποκρίνεται στις ιλιγγιώδεις ταχύτητες εξέλιξης του χώρου της πληροφορίας, έτσι όπως αυτές εμφανίσθηκαν και κυριάρχησαν μετά το έτος 2000 (περίπου). Η μέθοδος αυτή θεωρώ πως ανήκει σε άλλες, περασμένες εποχές που χάθηκαν για πάντα στο παρελθόν και αποτελούν κεφάλαιο της ιστορίας.

Φυσικά και πρέπει το έργο των δημιουργών να διασφαλίζεται -και διασφαλίζεται με τον καλύτερο τρόπο όταν διαδίδεται ελεύθερα και μπορεί να γίνεται γνωστό σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Αυτό υπαγορεύει η ελεύθερη διάδοση δεδομένων της νέας εποχής. 


Η απαγόρευση μετάδοσης δεν αποτελεί λύση. Ας βρεθούν άλλες λύσεις από τους ειδικούς νομικούς επί της πληροφορίας. Αυτό, εξάλλου, είναι ένα τεράστιο θέμα το οποίο δεν έχει καν προσεγγισθεί μέχρι σήμερα. Ίσως όμως έλθει κάποια στιγμή που θα πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες, που δημιουργούν και παράγουν σε παρόντα χρόνο, έχουν καταργήσει κάθε μεσάζοντα, εταιρεία δισκογραφική ή παραγωγής, και χρεώνουν την ακρόαση ή την αγορά του έργου τους στον κάθε ακροατή ατομικά μέσω διαδικτυακών λογαριασμών και καρπώνονται οι ίδιοι το κέρδος απευθείας. Θεμιτό και εφικτό. Ίσως αποτελέσει μια καλή βάση για τις μελλοντικές εξελίξεις στο θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων.

Ίσως όμως πάλι και να μην έλθει ποτέ η στιγμή κατά την οποία το θέμα θα ζητά να αντιμετωπισθεί συνολικά γιατί απλώς κάτι τέτοιο δεν θα είναι δυνατό λόγω της ελευθερίας στη διάδοση της πληροφορίας. Τότε αυτό το δημιούργημα του ανθρώπου θα καταστεί ανεξέλεγκτο -κάτι που ούτως ή άλλως συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό- και θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε άλλες διαδρομές -αν αυτές υπάρξουν.

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Η Εποχή της Μελισσάνθης


Έργο 37, σε ποίηση του ίδιου του συνθέτη.

Πληροφορίες περί του έργου:

Ο Μάνος Χατζιδάκις αφιέρωσε την Εποχή της Μελισσάνθης στη μνήμη της μητέρας του. Πρόκειται για μια καντάτα για ώριμη γυναικεία φωνή, δυο νεανικές ανδρικές, μεικτή και παιδική χορωδία, ορχήστρα δωματίου και στρατιωτική μπάντα, με βασικό όργανο το μπουζούκι.

Η Μελισσάνθη είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο με υψηλή ποιητική διάσταση. Αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά που έζησε ο συνθέτης κατά την περίοδο της απελευθέρωσης. Κεντρική ιδέα αποτελεί η μορφή της Μελισσάνθης, αφηρημένη αναφορά στη γυναίκα του πολέμου αλλά και πρωσοποποίηση της ελπίδας, των μεγάλων ιδανικών, της ελευθερίας. Η Μελισσάνθη, χαμένη και ξεχασμένη οριστικά, τελικά πεθαίνει ή δολοφονείται στη μεταπολεμική Ελλάδα. Ο συνθέτης, με το εισαγωγικό σημείωμα δίνει ένα σαφές πλαίσιο ανάγνωσης του έργου, που, παρότι αυτοβιογραφικό, έχει βαθιά πολιτικό χαρακτήρα. Στον επίλογο του σημειώματος, ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει: "Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα τον χαμό της. Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος. Με όλα όμως αυτά, δε θέλω να δώσω ιστορικές διαστάσεις στην Μελισσάνθη και στην εποχή της. Επιθυμώ να καταγράψω μόνο, την προσωπική μου περιπέτεια και συμμετοχή στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησα μέσ' από το σπίτι μου και μέσα από την πόλη που εξακολουθώ να ζω".

Το θέμα της Μελισσάνθης άρχισε να απασχολεί τον συνθέτη από το 1945. Ωστόσο, η πρώτη εικόνα του έργου σχηματίζεται το 1965, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει το ποίημα "Η εποχή της Μελισσάνθης", που περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Μυθολογία. Τα κεντρικά μέρη του ποιήματος αυτού θα αποτελέσουν τον πυρήνα του μουσικού έργου, το οποίο ο συνθέτης ξεκίνησε να συνθέτει το 1970 στην Αμερική. Η Εποχή της Μελισσάνθης απασχόλησε τον συνθέτη επί μία δεκαετία - περισσότερο από κάθε άλλο έργο του, μετά την Αμοργό. Το έργο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1980 στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και κυκλοφόρησε το ίδιο έτος σε διπλό άλμπουμ από τη δισκογραφική εταιρεία ΝΟΤΟΣ της Lyra.

ΤΟ ΕΡΓΟ
ΠΛΕΥΡΕΣ Α-Β

 

                                                ΠΛΕΥΡΕΣ Γ-Δ



 

 



Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι από την πραγματικά μαγική παρουσίαση του έργου στην κεντρική αίθουσα της Λυρικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στις 4 Νοεμβρίου 2017. Οι συντελεστές εκείνης της παρουσίασης αναφέρονται στις δύο σελίδες του σχετικού ενημερωτικού φυλλαδίου που παρατίθενται στο τέλος.














                   

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις - Ρυθμολογία


Έργο 40 για πιάνο (1969-1971).

1. 5/8 Χασάπικος στον Κριό
2. 7/8 Χασάπικος του Ταύρου
3. 9/8 Χασάπικος των Διδύμων (στο ύφος του ERIK SATIE)
4. 11/8 Χασάπικος στον Υδροχόο
5. 13/8 Χασάπικος της Σελήνης
6. 15/8 Χασάπικος στην Παρθένο

Το έργο ηχογραφήθηκε στην Νέα Υόρκη από τον Adrian Barber, μεταξύ 4 και 7 Δεκεμβρίου 1971.

Λέει ο Μάνος Χατζιδάκις: "Η Ρυθμολογία είναι ένα παιχνίδι τρόπων και ρυθμών. Και η αναφορά μου στους αστερισμούς, κι αυτό παιχνίδι, χωρίς συμβολισμό ή επιρροή από την αστρολογική τους σημασία. Κι όσο προχωρούσα στο σχεδίασμα του έργου, σκεφτόμουν τον ποιητή Σεφέρη (…) Μα η Ρυθμολογία δεν γράφτηκε για να τον θρηνήσει. Γράφτηκε για έναν ζωντανό Σεφέρη, που εξακολουθεί να ζει μαζί μας. Για τον ποιητή Σεφέρη που είχε τη δύναμη να μιλά, όταν μιλούσε, απλά, βαθιά κι ελληνικά". (Μάνος Χατζιδάκις, Νέα Υόρκη, Δεκέμβριος 1971).




Η φωτογραφία είναι από την πρώτη παρουσίαση του έργου στην αίθουσα της Εναλλακτικής Σκηνής, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στις 3 Δεκεμβρίου 2017. Στο πιάνο ήταν ο Θοδωρής Τζοβανάκης.



John Lennon - το τέλος της τελευταίας του συνέντευξης

Έτσι έκλεινε η τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο John Lennon τον Σεπτέμβριο του 1980, σχεδόν τρεις μήνες πριν από την δολοφονία του. Η συνέντευξη δόθηκε από τον John Lennon και την Yoko Ono στον David Sheff του περιοδικού Playboy. Η μετάφραση είναι αξιόπιστη. Ολόκληρη η συνέντευξη στο πρωτότυπο βρίσκεται στην διεύθυνση: http://www.beatlesinterviews.org/db1980.jlpb.beatles.html





Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2018

Η κατάρα

 Ανατολική Αττική - 23 Ιουλίου 2018. Φωτογραφία: Νίκος Καλογερικός

Σε λιγότερο από μια μέρα να συγκεντρώνουν περισσότερη βοήθεια από όση χρειάζεται για τους πληγέντες από τις φωτιές και σε καιρό ειρήνης να μην μπορούν να χωρίσουν δυο γαϊδουριών άχυρα. Πόσο κρίμα. Πόσο μεγάλο κρίμα.

Μια "ζωή" το ίδιο τροπάριο. Ποια "ζωή" δηλαδή; Σε όλη την ιστορία του ανθρώπου αυτό γίνεται σ' αυτόν τον τόπο. Μια αιώνια κατάρα τον δέρνει και τον καταστρέφει. Έτσι ώστε στους εύκολους καιρούς να κατεδαφίζει ό,τι έχει καταφέρει στα λίγα φωτεινά διαλείμματα της ομοψυχίας του. Δεν αντέχεται αυτό το πράγμα. Είναι αφόρητο. Όλοι μιλάμε για την ιστορία μας, που είναι η "μεγάλη κληρονομία" μας, και κανένας δεν διδάσκεται ποτέ τίποτα από αυτή. Πάντα τα ίδια λάθη. Πάντα το ίδιο μίσος του ενός προς τον άλλον. Και έρχονται οι δύσκολες εποχές, τότε που όλοι γίνονται ένα σώμα-μια ψυχή, και σ' αυτόν τον τόπο γίνονται θαύματα. Θαύματα που, όμως, αναδεικνύουν περισσότερο τη γύμνια του μίσους και του καταστροφικού εγωισμού των μεγάλων περιόδων. Είναι αφόρητο. Αναρωτιέσαι αν είναι αλήθεια. Αναρωτιέσαι πώς μπορεί να συμβαίνει. Αναρωτιέσαι γιατί να συμβαίνει. Και δεν είσαι ο πρώτος. Το ίδιο έχουν αναρωτηθεί χιλιάδες, εκατομμύρια πριν από σένα. Και απάντηση δεν βρήκαν, και απάντηση δεν έδωσαν. Και το εξέλαβαν ως "κατασκευαστικό δεδομένο" της φυλής. Ότι "έτσι είναι αυτό". Αν είναι δυνατόν. Τέτοια μοιρολατρία δηλαδή.

Με σκυμμένο το κεφάλι προχωράμε στην ιστορία αυτού του μάταιου κόσμου. Και, όταν κάνουν παιδιά, τα μεγαλώνουν με τις ίδιες "αρχές" και αξίες. Ότι ο καθένας τους είναι καλύτερος από τον διπλανό. Ότι αυτοί είναι οι βασιλιάδες και οι υπόλοιποι είναι οι υποτακτικοί. Δεν υποφέρεται αυτό. Τα καλύτερα μυαλά και οι σπουδαιότεροι άνθρωποι που εμφανίστηκαν σ' αυτόν τον τόπο έφυγαν μες στον προβληματισμό, την πίκρα και την απογοήτευση. 

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2018

Το αστείο του θανάτου

Οι άνθρωποι "θεοποίησαν" τον θάνατο. Όπως ακριβώς κάνουν οι χυδαίοι γονείς που εκφοβίζουν τα μικρά παιδιά τους με κάποιον μπαμπούλα αν δεν "καθίσουν φρόνιμα" -δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα τρομοκρατημένα παιδιά πολύ συχνά εξελίσσονται σε ενήλικες υποταγμένους σε αρχές, εξουσίες και κάθε είδους αυθεντίες. Το ίδιο ακριβώς έκαναν και όσοι πρωτοκατάλαβαν το κόλπο με τον θάνατο. Και από τότε έχουν στα χέρια τους τον άνθρωπο. Βέβαια, τις περισσότερες φορές έπεσαν και οι ίδιοι μέσα στην παγίδα που διέβλεψαν.

Δεν υπάρχει θάνατος. Τουλάχιστον δεν υπάρχει με την "έννοια" που του αποδίδει ο άνθρωπος στην πλατιά του πλειονότητα. Τίποτα δεν "χάνεται" γιατί τίποτα δεν "υπάρχει". Είναι όλα πλάσματα, αποκυήματα του μυαλού μας. Της κατασκευαστικής δομής του μυαλού μας. Αυτό σημαίνει πως με ένα άλλο μυαλό, που θα είχε διαφορετικές συνάψεις, θα ήταν όλα αλλιώς. Ίσως τότε βλέπαμε -κυριολεκτικά- αυτό που συμβαίνει. Το πιθανότερο είναι να βλέπαμε την ενέργειά μας να μετασχηματίζεται σε άλλη μορφή αφού η αρχή διατήρησης της ενέργειας είναι απαράβατη -και, φυσικά, αυτή η αρχή περικλείει "ορατά και αόρατα", όπως ακριβώς τα έχουν προβλέψει οι μεγάλοι φυσικοί και έχουν εν πολλοίς αποδειχθεί πειραματικά.

Είναι αστείο να μιλάμε για τον "φόβο του θανάτου". Εντελώς αστείο. Δεν υπάρχουν μπαμπούλες στον Κόσμο. Τουλάχιστον όχι μεγαλύτεροι και σοβαρότεροι από μια σφήκα που μπορεί να έλθει και να μας κεντρίσει και να πονάμε για ώρες -ή και μέρες. Απλώς αλλάζουν οι κατανοητές διαστάσεις του γεγονότος. Στη σφήκα είναι τρεις -άντε, τέσσερις- ενώ στον θάνατο είναι περισσότερες.

Μπροστά στον θάνατο φυσικά πονάμε. Αφού δεν μπορούμε να αντιληφθούμε χειροπιαστά το περιεχόμενό του, πονάμε εξαιτίας της απουσίας των διαστάσεων που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε. Πονάμε για το ξεβόλεμα του προϋπάρχοντος καθεστώτος ζωής που βιώναμε. Μα, πάνω απ' όλα, πονάμε γιατί συνειδητοποιούμε πως πλησιάζει και ο δικός μας θάνατος. Και επειδή, όπως είπαμε παραπάνω, οι άνθρωποι και τα κέντρα εξουσίας διαχρονικά κράτησαν στο απυρόβλητο το άγνωστο του θανάτου, κυριευόμαστε από τον γνωστό πανικό. Άτοπο εντελώς. Ιδιαίτερα τώρα πια που η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο πολύ και έχει ανοίξει τόσες πόρτες καταδεικνύοντας πως δεν είναι καθόλου "απαραίτητη" η ύπαρξη ενός θεού.

Στον αιώνα που πέρασε ήταν κι αυτή η Κομμουνιστική Αριστερά, που σακάτεψε τα περιθώρια του ανθρώπου για ενόραση, φαντασία, υπόθεση περί αοράτων. Τα έκανε όλα "διαλεκτικό υλισμό" και έδωσε τροφή στα θηρία να εδραιώσουν και να παγιώσουν τον ορατό κόσμο. Αδιανόητα αρνητική η συνεισφορά του στείρου κομμουνισμού και η βοήθειά του στον υλισμό και στον καπιταλισμό. Βέβαια, στα τέλη του αιώνα φτάσαμε σε τραγέλαφους -ακριβώς γιατί το παραπάνω πρότυπο βάραγε πλέον το κεφάλι του σε σκληρό τοίχο. Είχαμε τους "κομμουνιστές χριστιανούς"! Ό,τι να 'ναι δηλαδή. Και με τον αστυνόμο και με τον χωροφύλακα. Η πλήρης και απόλυτη σύγχυση. Είναι για γέλια. Και επικαλούνται τις συγκλίσεις των δυο ρευμάτων περί ανθρωπιστικών αξιών και τα λοιπά. Κι έτσι έχουν εξασφαλίσει τα άλλοθί τους από παντού.

Τι να πεις. Οι άνθρωποι είμαστε αδύναμα όντα και χρειαζόμαστε ένα στήριγμα και ένα αποκούμπι για τα μεγάλα προβλήματα και "αδιέξοδά" μας. Τα γνωστά. Θρησκείες, στείρες και απάνθρωπες ιδεολογίες, τεκνοποιία για "διαιώνιση του είδους" -αλλά βασικά της περι-ουσίας- και μύρια άλλα όσα.

Ο πολύς κόσμος έτσι θα συνεχίσει. Στο σκοτάδι, στην πρόληψη και στο αδιέξοδο. Θα άγεται και θα φέρεται από λογής-λογής ταγούς. Θα πετιέται στον ύπνο του από όνειρα αλλόκοτα και απειλητικά. Θα νιώθει την "ευθύνη για την ανθρωπότητα" επάνω στους ώμους του και χίλιες δυο άλλες παιδικές ασθένειες.

Δεν έχω ιδέα γιατί συνεχίζει. Μόνο όσοι πιστεύουν σε είδωλα νομίζουν πως ξέρουν. Αλλά δεν ξέρουν τίποτα. Τους φόβους τους σκεπάζουν.

Ο μοναδικός σκοπός είναι να απαλύνεις τον πόνο του διπλανού σου και να τον κρατάς για να μην πέσει. Τίποτε άλλο. Στο παρόν. Στο τώρα. Μόνο.

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Μια άγρια πραγματικότητα από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή


Την τελευταία φορά που ο Ζαχίρ Άχμαντ Ζιντάνι νόμιζε πως μπορούσε ακόμα να δει, ήταν 17 ετών, ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, με το κορμί του ρημαγμένο, γεμάτο θραύσματα μιας βόμβας που είχαν τοποθετήσει οι Ταλιμπάν. Ζήτησε από τον γιατρό να του δώσει έναν καθρέφτη. «Ο γιατρός μου αποκρίθηκε: Γιε μου, δεν έχεις μάτια, πώς θα δεις τα μάτια σου;», αφηγείται ο Ζιντάνι. «Σήκωσα το χέρι μου και ψηλάφισα τα μάτια μου. Έπιασα μόνο στάχτη από τη φωτιά, τίποτ’ άλλο», προσθέτει. 

Αυτό συνέβη πριν από πέντε χρόνια. Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας, της τυφλότητάς του, τον γέμισε θλίψη, πριν συνειδητοποιήσει κάτι άλλο, που του έκοψε την ανάσα: Το να προχωρήσει η σχέση του με το κορίτσι που αγαπούσε από παιδί ήταν ήδη δύσκολο, επειδή η οικογένειά της δεν τον θεωρούσε άξιο. Πλέον, ήταν καταδικασμένος. «Αν είχα χάσει τα μάτια μου αλλά είχα το χέρι της, θα ήμουν ευτυχισμένος», λέει. «Όμως τώρα πια δεν έχω ούτε μάτια, ούτε εκείνη». 

Ο Ζιντάνι είναι ένας από τους ανθρώπους που πρωτοστάτησαν για να γίνει η πορεία για την ειρήνη, που έφθασε στην Καμπούλ, την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, τον Ιούνιο, έπειτα από μια διαδρομή σχεδόν 40 ημερών και 640 χιλιομέτρων από τον νότο, εν μέσω της αφόρητης καλοκαιρινής ζέστης, διαμέσου περιοχών όπου ο πόλεμος μαίνεται. Η πορεία ήταν ο μόνος τρόπος που είχε να διαμαρτυρηθεί εναντίον ενός πολέμου που μέχρι τώρα κατάπιε τον πατέρα του, τον θείο του, την αδελφή του, τα μάτια του -και τον έρωτά του. 

Ο Ζιντάνι, 22 ετών σήμερα, είναι αναλφάβητος. Κι όμως, είναι ποιητής. Στο σπίτι του, έχει πενήντα σελίδες με ποιήματα που έχει υπαγορεύσει στα αδέλφια του. Ανάμεσά τους, δυο γραμμές: Ακόμη κι αφού πέθανα, τα μάτια μου δεν έκλεισαν· περιμένοντας εσένα, απέμεινα να κοιτάω την πόρτα. 

Όταν ήταν επτά ετών, η οικογένειά του ζούσε στη Γκερέσκ, στην επαρχία Χελμάντ. Καλλιεργούσε παπαρούνες–την πρώτη ύλη για την παραγωγή του οπίου–σιτηρά, σταφύλια, σε χωράφια κατά μήκος ενός αυτοκινητόδρομου που χρησιμοποιούσαν τα στρατεύματα της συμμαχίας για να εφοδιάζουν τις μονάδες που έδιναν μάχες στην περιοχή που ήταν η γη των Ταλιμπάν.
Μια μέρα, ένας πατέρας κι ένας γιος, ενώ ετοίμαζαν τα χωράφια για μια δεύτερη σπορά -κρεμμύδια- έγιναν στόχος ενός αμερικανικού αεροσκάφους, αφηγείται ο Ζιντάνι. «Δεν βρήκαμε τίποτα, δεν είχε απομείνει τίποτα από αυτούς, ούτε καν αίμα», λέει. «Υπήρχε μόνο ένας μεγάλος κρατήρας και σκόνη».

Ο πατέρας του, ο Γουλάμ Ουάλι, ήταν 29 χρονών όταν σκοτώθηκε.
Μετά το αεροπορικό πλήγμα, η οικογένεια του Ζιντάνι μετακόμισε στην Κανταχάρ, κοντά σε μακρινούς τους συγγενείς, που είχαν μια μικρή κόρη. Ήταν 7 ετών, όπως κι εκείνος. Τα παιδιά ήταν συχνά μαζί. Έπαιζαν κρυφτό κι ο Ζιντάνι κρυβόταν μαζί της. «Μου άρεσε το πώς μίλαγε, πώς περπάταγε, το άρωμά της, τα πάντα. Όπου πήγαινε, βρισκόμουν κι εγώ. Δεν ξέρω πώς, απλώς κατέληγα εκεί».

Καθώς μεγάλωναν κι έρχονταν πιο κοντά, η εναπομείνασα οικογένεια του Ζιντάνι μετακόμισε σε άλλη γειτονιά, όπου έγινε βοηθός μηχανικού. Αλλά κάθε φορά που η μητέρα του πήγαινε επίσκεψη στους συγγενείς, τη συνόδευε, για να δει τη φίλη του.

Πώς ξέρει ότι ήταν έρωτας; Ήταν 12 ετών οι δυο τους. Βάδιζαν προς ένα μαγαζί. «Θυμάμαι ότι πήρα το χέρι της στο δικό μου», λέει. Έκανε κι εκείνη το ίδιο, και έβγαλαν ένα γελάκι. Η μητέρα του κοριτσιού τους είχε καταλάβει, συνεχίζει ο Ζιντάνι. «Ό,τι θέλει η μοίρα της», θυμάται πως είχε πει χαμογελώντας.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά στο Αφγανιστάν, όπου χρειάζεται η άδεια του πατέρα για να παντρευτεί η κόρη. Ο πατέρας, από πλούσια οικογένεια, δεν θεωρούσε τον νεαρό άξιο για την κόρη του. Όμως ο Ζιντάνι δεν έχανε τις ελπίδες του, διότι είχε ένα κρυφό χαρτί στα χέρια του: την καρδιά της. Το κορίτσι τον αγαπούσε.

Όλα άλλαξαν όταν έχασε τα μάτια του. Το προηγούμενο βράδυ, ο Ζιντάνι αγόρασε δύο εισιτήρια για το λεωφορείο που πήγαινε στην Κανταχάρ. Πριν από τα ξημερώματα, ο ίδιος και η αδελφή του Αχμάντια, 15 χρονών, έφυγαν για να επισκεφθούν συγγενείς τους στην επαρχία Χεράτ. Είχαν στενή σχέση: εκείνη γνώριζε καλά το μυστικό του, συχνά μετέφερε μηνύματά του στην αγαπημένη του. Κάθονταν στην τέταρτη σειρά, απέναντι από τον οδηγό, θυμάται ο Ζιντάνι. Το λεωφορείο έπεσε σε βόμβα που είχαν τοποθετήσει οι Ταλιμπάν στην άκρη του δρόμου. Θυμάται πως όλα γύρω του καίγονταν. Κάποιος, δεν ξέρει αν ήταν ο ίδιος ή η αδελφή του, φώναζε το όνομα της μητέρας του. Η Αχμάντια δεν επέζησε. «Όταν με πήγαν στο νοσοκομείο, θυμάμαι πως την καλούσα», λέει ο Ζιντάνι. «Κανένας δεν έβγαζε μιλιά».

Μετά την έκρηξη της βόμβας, η οικογένεια της αγαπημένης του ξεκαθάρισε την αντίθεσή της στον έρωτά τους. Όχι μόνο ήταν από άλλη επαρχία κι από άλλη φυλή, ήταν πλέον τυφλός, δεν μπορούσε να συντηρήσει οικογένεια. Την πάντρεψαν. Έχει σήμερα αποκτήσει ένα παιδί, λέει ο Ζιντάνι. Μερικές φορές μιλάνε κρυφά στο τηλέφωνο.

Οι εικόνες δεν είναι κάτι που ανήκει στον παρελθόν για τον Ζιντάνι. Έχουν υπόσταση, μεγαλώνουν, τον κρατούν απασχολημένο. «Στο μυαλό μου, βρίσκομαι σε ένα μέρος όπου δεν υπάρχει κανένας άλλος. Περπατάω, μόνος, ξεκινάω από την αρχή ενός ποιήματος ως το τέλος ενός άλλου. Και συνεχίζω να περπατάω. Υπάρχουν φορές που μέσα στο μυαλό μου την έκανα δική μου, που μέσα στο μυαλό μου φτάσαμε πάρα πολύ μακριά». Κάνει παύση. «Και τότε, όπως λένε, «όταν σήκωσα το κεφάλι μου, δεν ήμουν τίποτα»».

Παλεύει με την ερώτηση αν ένας ανεκπλήρωτος έρωτας είναι καλύτερος από το να μην αγαπούσε ποτέ. «Δεν έχω απάντηση», παραδέχεται.

Παρηγοριά του τώρα πια η ποίηση, οι εικόνες στο μυαλό του -και το όνειρο ότι κάποια μέρα στη χώρα του θα υπάρξει ειρήνη.

Mujib Mashal

Πηγή: Left από ΑΠΕ-ΜΠΕ και The New York Times

Εγώ το πήρα από την ιστοσελίδα commonality.gr: https://commonality.gr/o-polemos-toy-pire-tin-oikogeneia-toy-ta-matia-toy-kai-ton-erota-toy/
 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Δουλεύω


Στη ζωή μου έχω δουλέψει -και δουλεύω- πολύ. Πάρα πολύ. Τώρα ακόμη περισσότερο από ποτέ. Αν το σκεφτώ σε ώρες, μέχρι στιγμής έχω δουλέψει σίγουρα πάνω από μιάμιση φορά από όσες ώρες έχει δουλέψει ένας δημόσιος υπάλληλος του οκταώρου με τα ίδια χρόνια εργασίας. Χιλιάδες ώρες. Ατελείωτες ώρες σερί. Μέχρι και δεκαπέντε ώρες πάρα πολλές φορές. Με μικρά διαλείμματα λίγων λεπτών μόνο και μερικών ωρών ύπνου.

Αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αλλά και τα πρώτα δέκα δούλεψα. Δύσκολα και ανάποδα ωράρια, που σε έκαναν να ξεχνάς τη μέρα και το φως του ήλιου. Δουλειά ήταν κι εκείνη. Απλώς ήταν περιβεβλημένη με λούστρο και ξιπασιά. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Ψάχνει το δρόμο της στα τυφλά. Τη νύχτα.

Η δουλειά πάντα μου άρεσε. Με κατανάλωνε και την κατανάλωνα απελπισμένα και δίχως έλεος. Την αποζητούσα. Ήταν και είναι πάντα μια μεγάλη διέξοδος για όλα. Βέβαια, πάνω απ' όλα είναι η κάλυψη των αναγκών. Του ζην και του ευ ζην. Θεμιτά και πολύτιμα και τα δύο. Και δεν θέλησα να θυσιάσω ποτέ το ευ ζην μου -όταν μπορούσα να το έχω.

Είχα πάντα την άποψη πως όποιος δεν εργάζεται, όποιος δεν προσφέρει έργο στον κόσμο που ζει, είναι άχρηστος και περιττός. Ακόμη το πιστεύω. Πρέπει κανείς να εργάζεται για να αποδίδει την εργασία του στο σύνολο. Έτσι ώστε κι αυτός να μπορεί να εισπράττει, να απολαμβάνει το προϊόν της εργασίας των άλλων. Αλλιώς ο κύκλος της ενέργειας και η ισορροπία της χάνονται. Σπάει η αλυσίδα και τα πράγματα αρχίζουν και γέρνουν επικίνδυνα προς μια μεριά και ξεκινούν τα κοινωνικά προβλήματα. Όχι πως αλλιώς δεν υπάρχουν, αλλά τα σκηνικά είναι διαφορετικά.

Όποιος δεν εργάζεται, δεν μπορεί καθόλου εύκολα να συναισθανθεί. Μπορεί να έχει όλη την καλή πρόθεση, μπορεί να το εννοεί, μπορεί να συνεπαίρνεται, αλλά ποτέ δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει η δουλειά κάποιου που εργάζεται. Ποτέ. Ο άνθρωπος, αυτή η ματαιότητα της φύσης, δεν μπορεί να μην παράγει έργο. Από τη στιγμή που ο ίδιος, το σώμα του, είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής, το οφείλει.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Μονόλογοι (πια)

Σε θυμάμαι όλο και πιο σπάνια. Το αραχνοΰφαντο πέπλο του Χρόνου έχει πέσει πια για τα καλά γύρω και μέσα μου. Απομακρύνεσαι και χάνεσαι, σβήνεις ολότελα μέσα στο σπιράλ που μας καταπίνει όλους. Καμιά φορά βρίσκεται μια χαραμάδα και από εκεί μέσα αχνοφαίνεται κάτι αμυδρά. Αλλά με εκείνη την αδυναμία του φωτός που ξεψυχάει και διαλύεται στο Τίποτα.

Δεν ξέρω αν νιώθω κάτι πια. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην υπήρξες ποτέ.
I cannot remember "times we used to know".

Σήμερα έστησα συνειδητά τα σκηνικά από την αρχή. Την μουσική, τις φωτογραφίες, τις μνήμες των ήχων και των οσμών. Αλλά και πάλι νομίζω πως δεν σε βρίσκω πουθενά.

Αυτό είναι ο Χρόνος;


Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Niccolo Paganini - Caprice No. 24 / Jascha Heifetz


Είναι ένα από τα ομορφότερα και πληρέστερα πράγματα που έχω ακούσει στη ζωή μου. Και, φυσικά, το βιολί του Heifetz...

Δεν χωράνε κουβέντες. Ούτε κριτικές, ούτε αναλύσεις.

Στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος αγγίζει τα όριά του σε κάθε επίπεδο -ορατό και αόρατο.



Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Fleetwood Mac - The Chain



Από μια πραγματικά πολύ σπουδαία δουλειά που είχα την τύχη να ακούσω από πολύ νωρίς -λίγο αφότου κυκλοφόρησε, αφού είχα έναν φίλο που είχε πάρε-δώσε με την Αμερική. Μια δουλειά γεμάτη -κυριολεκτικά- επικά τραγούδια, που μόνο τραγούδια δεν μπορείς να τα χαρακτηρίσεις, αλλά δημιουργίες. Πολλές αλήθειες μέσα τους. Πολλές. 

The Chain

Listen to the wind blow
Watch the sun rise
Running in the shadows
Damn your love
Damn your lies
 
And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Listen to the wind blow
Down comes the night
Running in the shadows
Damn your love
Damn your lies

 Break the silence
Damn the dark
Damn the light

 And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Chain, keep us together
Running in the shadows



Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις / Clifton Nivison - Dedication



Dedication

Feels like I'm getting older
I'm not afraid
although I'm worlds apart from yesterday
and yet I can't believe,
I'm old enough today
to be in love and feel in love
and see if love is the way

I don't need fancy places
to spend the time
I'm happy just to be here
with you tonight
and yet I'm not so sure
the time is really right
to be in love and feel in love
and see if love is all right

And you will sing
as long as there's a song
the feeling's never gone
it was the first time to be in love

Maybe tomorrow I'll never sing again
but I'll remember when
it was the first time to be in love...

The picture's slowly fading
and now it's gone
the letters we remember are old and torn
and although the time has passed
the memory lingers on
to be in love and feel in love
and know when love is gone

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Μαρόκο, καλοκαίρι 1998


Πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια ταξίδεψα στο Μαρόκο. Για είκοσι τρεις μέρες, μαζί με την τότε σύντροφό μου. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο της Καζαμπλάνκα μέσω Μάλτας. Μόλις φτάσαμε, νοικιάσαμε αυτοκίνητο και το επιστρέψαμε στο αεροδρόμιο μετά από είκοσι τρεις μέρες, αφού πρώτα ταξιδέψαμε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας παρέα μόνο με το οδηγό της Lonely Planet. Μέναμε σε μικρούς ξενώνες ή σε δωμάτια, που τα βρίσκαμε επί τόπου μόλις φτάναμε κάπου. Τα ξενοδοχεία ήταν ακριβά και έπρεπε να εξοικονομούμε χρήματα για να παρατείνουμε το ταξίδι μας. Τις νύχτες πλέναμε τα σεντόνια μας και τα απλώναμε μέσα στο δωμάτιο για να στεγνώσουν. Βλέπαμε το νερό να εξατμίζεται -τόση ζέστη είχε. Ζήσαμε θερμοκρασίες αρκετά πάνω από πενήντα βαθμούς. Τρώγαμε τα πάντα -ό,τι έτρωγαν και οι ντόπιοι. Ήταν μαγικά. Ήταν το ταξίδι της ζωής μου. Δεν γίνεται να περιγράψω τι εμπειρίες είχαμε. Δεν χωράνε εδώ. Ερωτεύθηκα τη χώρα, τους ανθρώπους και τα μέρη της. Γνώρισα και την ομορφότερη πόλη που έχω δει ποτέ μου. Την Essaouira, στις ακτές του Ατλαντικού. Γυρίσαμε γεμάτοι άμμο, μέσα κι έξω. Μαυρισμένοι και γελαστοί, θυμίζοντας μάλλον Μαροκινούς παρά Έλληνες.



Στη μετάβαση των Ελληνιστικών χρόνων

Όταν έφυγε ο παλιός κόσμος, αφού δεν μπορούσε πια να αντέξει στα ζητούμενα της νέας εποχής που άρχιζε να ανατέλλει στη διάρκεια των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων, οι άνθρωποι αναζητησαν νέες αξίες. Νέους θεούς, νέες αρχές και νέα κοινωνικά συστήματα.

Για παράδειγμα, στον τομέα της υγείας και της ίασης, ο Ασκληπιός αντικαταστάθηκε από τους Άγιους Ανάργυρους. Στην ουσία πρόκειται για τους ίδιους θεούς. Τα νέα ιερά, οι νέοι ναοί, χτίστηκαν πάνω στα ερείπια των προηγούμενων -αφού βέβαια αυτά πρώτα γκρεμίζονταν από τους οπαδούς της εκάστοτε νέας θρησκείας. Οι πηγές των "ιερών" νερών, που χρησιμοποιούνταν για ίαση κατά τους αρχαίους χρόνους από τους τότε ιερείς, έγιναν κτήμα των νέων θρησκειών -στη συγκεκριμένη περίπτωση του Χριστιανισμού-, που τα χρησιμοποίησαν και, σε πολλές περιπτώσεις, τα χρησιμοποιούν ακόμη ως τις μέρες μας ως "αγίασμα". Γνήσιος παγανισμός, ό,τι είναι όλες οι θρησκείες δηλαδή. Κλασικό παράδειγμα η περίπτωση των "ιερών" νερών του βράχου της Ακρόπολης στην Αθήνα.

http://www.mixanitouxronou.gr/i-agnosti-spilia-tis-akropolis-pou-egine-therapeftirio-meta-to-megalo-loimo-tis-athinas-pos-ginotan-i-ypnotherapeia-kai-o-rolos-tis-ieras-krinis-i-opoia-egine-agiasma-apo-tous-xristianous/

Ευτυχώς τα νέα μέσα, η επιστήμη και η τεχνολογία έχουν βοηθήσει τον άνθρωπο να απαγκιστρωθεί από τη στείρα και άγονη θεώρηση των θρησκειών, που το μόνο που κατάφεραν σε αυτόν τον κόσμο ήταν να δημιουργήσουν -και να δημιουργούν- ανελεύθερους ανθρώπους και να προκαλούν πολέμους κάθε είδους στο όνομά τους.  
 

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Ένα ύψιστο δικαίωμα

Ας τον συνοδεύσουμε λοιπόν κι εμείς με τη σειρά μας

Γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, και στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του ανθρώπου στη Γη, παραδίδουν τον θάνατό τους στις θρησκείες; Γιατί ένα τέτοιο ύψιστο δικαίωμα να το διαχειρίζονται κάποιοι εντελώς άγνωστοι; Γιατί πρέπει να εμφανίζεται -εντελώς από το πουθενά- ένας ιερέας κάποιας θρησκείας ή αίρεσης, ή ένας μάγος μιας δοξασίας και να αναλαμβάνει απόλυτη εξουσία πάνω στο νεκρό σώμα του ανθρώπου; Με ποιο δικαίωμα; Ποιος το επιτρέπει; Από πού αντλούν αυτό το δικαίωμα αυτοί οι άνθρωποι; Φυσικά και είναι ρητορικά τα ερωτήματα αφού η απάντηση είναι γνωστή στα ελεύθερα πνεύματα.

Πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο βιασμό της "ύπαρξης" (με την ευρύτερη έννοια, συμπεριλαμβάνοντας και την "μη-ύπαρξη"). Κατανοητός βέβαια, αφού ο μέγιστος φόβος του ανθρώπου από τις πρώτες του στιγμές στον πλανήτη είναι ο θάνατός του. Εκεί ακριβώς επένδυσαν και επενδύουν όλοι αυτοί οι άγνωστοι και σκυλεύουν τον νεκρό κλέβοντας αυτές τις μοναδικές στιγμές του.

Μακάρι να έλθει μια μέρα που δεν θα υπάρχουν τέτοιες εξουσίες. Που ο νεκρός θα είναι νεκρός για όλους εκείνους για τους οποίους ήταν ζωντανός όταν ήταν ζωντανός. Για τους δικούς και κοντινούς του, δηλαδή. Χωρίς τα σημερινά πανηγύρια και τις εξάρσεις. Χωρίς όλη αυτή την ανόητη υμνολογία που ακολουθεί αυτές τις εκδηλώσεις. Χωρίς τις χρυσοποίκιλτες πομπές και τους λόγους.

Δεν χρειάζονται πατέρα οι ενήλικες άνθρωποι. Η διαρκής αναζήτηση πατέρα αποτελεί καθήλωση σε εκείνο το στάδιο. Και δεν υπάρχει καμιά εξέλιξη.

Θα έλθει μια τέτοια μέρα. Αν ο άνθρωπος καταφέρει και επιβιώσει ως είδος, το πιθανότερο είναι να έλθει.

Τι καραγκιοζιλίκια. Και πόσος φασισμός. Η πηγή -ίσως- όλων των δεινών σε αυτήν την πορεία επάνω στη Γη.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Στο Μάη του '68

Δεν έχει δρόμο. Είναι όλοι χιλιοπερπατημένοι. Κι εγώ ακόμα ψάχνω -ψάχνω; Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, πού πάνε; τι λένε; τι σκέφτονται; Τι είναι οι άνθρωποι; Τι; Εγώ δεν κατάλαβα ποτέ. Συνήθισα μόνο. Να είμαι. Όπως όλοι τους. Το τίποτα. Τα πάντα. Το άγνωστο.

Αν είχαν νιώσει κάτι άλλο, ίσως είχαν κάνει κάτι. Ίσως είχαν κάνει επανάσταση. Ενάντια σε όλα. "Το υγιές μας ένσικτο μας έδειχνε πως έπρεπε ν' αρχίσουμε γκρεμίζοντας", όπως λέει ο Κώστας Ταχτσής. Ή, όπως τότε, τον Μάη του '68 στο Παρίσι. ΚΑΤΙ έγινε τότε. Αλλά ήλθε αυτό που οι άνθρωποι λένε "εξουσία", "δύναμη, "συμφέρον", "ισχύς", και τα σάρωσε όλα. Τα έκανε "κέρδος" (έτσι το λένε από αρχαιοτάτων χρόνων) στις τσέπες τους. Τα κατέστρεψε όλα. Έγδυσε τους νέους και τους έστησε μπροστά σε παραμορφωτικούς καθρέφτες. Για να νιώσουν ενοχές, για να πιστέψουν ότι όλο εκείνο ήταν "θνησιγενές", και τελικά, για να αποκαθηλώσουν -πρώτοι οι ίδιοι οι επαναστάτες- τους εαυτούς τους και να υψώσουν "θεούς" στη θέση τους.

Και οι απορίες έμειναν απορίες. Αναπάντητες. Και οι αγωνίες έγιναν πέτρες σκληρές. Αναλλοίωτες. Άλλη μια ευκαιρία -τόσο μεγάλη- είχε χαθεί. Ποιος ξέρει πια αν και πότε θα έλθει άλλη. Εποχές με οράματα. Κι άλλες, βουτηγμένες στη λάσπη.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Πανσέληνος, 29 Απριλίου 2018


Ξυπνάς στις 6 παρά, γεμάτος όνειρα. Η παλιά ζωή της μουσικής είναι πάλι εδώ και σε ζητάει πίσω. Αναρωτιέσαι πώς θα τα καταφέρεις χωρίς εκείνον δίπλα σου, που έφυγε για πάντα. Παρηγοριέσαι στην ιδέα πως θα επιστρέψεις στον ίδιο χώρα, στο ίδιο μαγαζί, στο ίδιο πάλκο, κι έτσι θα είναι τουλάχιστον ο χώρος γνώριμος και οι άνθρωποι δικοί σου. Όταν σκέφτεσαι την Ελλάδα της κρίσης και ότι μπορεί να μην έρχεται πια ο κόσμος -όπως τότε, που συνέρρεαν-, συνειδητοποιείς ότι δεν θα το κάνεις για το νυχτοκάματο -όπως τότε. Συνειδητοποιείς πως δεν το έχεις ανάγκη αφού "είσαι πια αυτάρκης" από άλλη δουλειά. Και επίσης νιώθεις πως μεγάλωσες. Και νιώθεις πως εκεί μέσα θα είσαι μεγάλος. Αλλά μάλλον ούτε αυτό σε σταματά.

"Πρέπει μάλλον να βρω τον Γιάννη. Να έχω τουλάχιστον, να ξεκινήσω, από τον ντράμερ".


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Μια μάνα ανόητη

                                                                                     The Eagle*


Δυστυχώς, είχα μια μάνα χαζή, πολύ κοντή στο μυαλό. Και η χαζομάρα της φάνταζε ακόμη περισσότερο επειδή εγώ ήμουν ένα υπερβολικά έξυπνο και αισθαντικό παιδί. Ας μιλήσω ρεαλιστικά και μόνο με γεγονότα. Χωρίς εξάρσεις και συναισθηματισμούς -τους οποίους άλλωστε έχω προ πολλού αφήσει πίσω μου**. Μ' αρέσει μόνο η αλήθεια. Αυτή μου άρεσε από την ημέρα που γεννήθηκα. Την είχα πάντα τον καλύτερο φίλο μου.

Ο χαζός άνθρωπος μπορεί να γίνει μεγάλη τροχοπέδη για τους γύρω του. Και όσο πιο κοντινοί είναι αυτοί, τόσο πιο πολύ τους φρενάρει. Όταν μάλιστα ο χαζός άνθρωπος είναι γεμάτος και από φοβίες, τότε έχουμε έναν καταστροφικό συνδυασμό. Γιατί τις περισσότερες φορές ο χαζός εξαρτάται από τους άλλους και προσκολλάται τραβώντας τους προς τα κάτω. Απλώς είναι αδύνατο να παρακολουθήσει την εξέλιξη των πραγμάτων, ουσιαστικά την εξέλιξη της ζωής, κι έτσι δημιουργεί μόνο προβλήματα. Καλύτερα μείνε μακριά του. Τι γίνεται, όμως, όταν ένας τέτοιος άνθρωπος τυχαίνει να είναι γονέας σου και μάλιστα μητέρα σου; Εδώ έχουμε θέμα.

Η μάνα μου ήταν ένας άνθρωπος που δεν εργάστηκε ποτέ. Δεν έβγαλε ούτε μια δραχμή με τον κόπο της -κι έτσι ήταν δύσκολο να αντιληφθεί και να εκτιμήσει τι σημαίνει δουλειά. Για μένα, όπως και για τον περισσότερο κόσμο, από εκεί ξεκινούν πολλά. Όταν ζεις όλη σου τη ζωή με απόλυτα καλυμμένα τα νώτα σου, όταν ποτέ δεν έχεις την ανησυχία της κάλυψης των αναγκών σου, όταν ποτέ δεν έχεις βρεθεί χωρίς δουλειά -και, συνεπώς, χωρίς έσοδα-, όταν η τροφή και η περίθαλψή σου είναι δεδομένες για πάντα, όταν, όταν, όταν, τότε -για μένα- δεν πήρες χαμπάρι τι είναι ζωή. Πέρασες και δεν ακούμπησες. Και είσαι άχρηστος σε αυτόν τον κόσμο αφού δεν συνεισέφερες με την ανθρώπινη εργασία και προσφορά σου. Με τον κόπο και τον ιδρώτα σου. Με την αγωνία και τη δημιουργία σου.

Επειδή όμως η μάνα μου ήταν και αδιανόητα φοβική, υπήρξε και επικίνδυνη -ως μάνα. Γιατί με έκανε κι εμένα αδιανόητα φοβικό, σε σημείο που να προτιμήσω να κλειστώ σε κελί για να ζήσω τελικά τη ζωή μου. Φυσικά και δεν έκανα δικά μου παιδιά. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να τα έχω ζήσει και κατανοήσει τόσο βαθιά όλα αυτά και να μην έχει κυριολεκτικά διαλυθεί κάθε θετική και ελκυστική εικόνα μέσα μου για μια τέτοια προοπτική; Ούτε ο έρωτας μπόρεσε να με πάρει μαζί του και να με παρασύρει σ' αυτό το θέμα. Ποιος; Ο έρωτας, που μετακινεί βράχους και ορίζει τα πάντα στη ζωή. Και σίγουρα ερωτεύθηκα παράφορα στη ζωή μου -και όχι μόνο μια φορά.

Ευτυχώς έμαθα να κατανοώ -και γι' αυτό να συγχωρώ- και τελικά να αγαπάω. Αυτό ήταν μάλλον ό,τι κέρδισα. Θα μου πεις αυτό μπορεί και να ήταν στις "προδιαγραφές" μου. Κανείς δεν το ξέρει και κανείς δεν θα το μάθει ποτέ.

Δεν έχω κανένα θυμό πια. Παλιότερα είχα. Κι ας μου κατάστρεψε το μέλλον (όταν ακόμη ήταν μέλλον). Κι ας μου ζήτησε κάποτε -μετά από δεκαετίες- συγγνώμη γι' αυτό (Είμαι σίγουρος πως ο παπάς της το υπέδειξε-επέβαλε. Τέτοιοι υποκριτές και κίβδηλοι είναι όλοι αυτοί της "θρησκείας".). Φυσικά της είπα ότι δεν της κρατάω κανένα θυμό και ότι καταλαβαίνω πως η θέση της ήταν πολύ δύσκολη τότε που εκλήθη να αποφασίσει αν θα με αποχωριζόταν (ετέθη θέμα μέχρι και να με έστελναν στην Αμερική, σε ειδικά σχολεία, γιατί ήμουν πολύ "προχωρημένο" παιδί για την ηλικία μου). Βέβαια, υπήρχε και η εκδοχή του "καλού" σχολείου στην Ελλάδα για να με έστελναν, αλλά ούτε αυτό έγινε -και εδώ ήταν υπεύθυνοι και οι δυο γονείς μου. Δεν πήγα ποτέ. Και έμεινα να βαριέμαι δώδεκα χρόνια στο κοινό δημόσιο σχολείο, να πηδάω από τα παράθυρα και να το σκάω, να προσπαθώ να το εγκαταλείψω (όπως ΚΑΙ το σπίτι των γονιών μου), να βρίσκω διέξοδο τελικά στη μουσική και στην κιθάρα. Φυσικά να περνάω στο πανεπιστήμιο με ελάχιστο διάβασμα, κ.λπ., κ.λπ.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Για το λόγο που γράφω σχεδόν τα πάντα από τη ζωή μου -τα υπόλοιπα, από το "σχεδόν" μέχρι "τα πάντα" θα γραφτούν σιγά-σιγά στο μέλλον, καθώς θα απελευθερώνομαι ολοένα και περισσότερο. Για να βγάλω από μέσα μου ό,τι έχω και δεν έχω. Γιατί νιώθω πως δεν μου ανήκει. Ανήκουν σε όλους τους ανθρώπους αφού πάρα πολλοί άλλοι τα έχουν ζήσει ή θα τα ζήσουν. Και αυτό είναι μια "παρέα", μια παρηγοριά.

Δυστυχώς τη μάνα μου δεν μπορούσε ποτέ κανείς να την προσεγγίσει ούτε με τη λογική, ούτε με το συναίσθημα, ούτε με την ενσυναίσθηση. Μπορούσε μόνο με άξονα το "τι θα πούνε οι άλλοι", με άξονα τη θρησκεία και το "τι λέει ο παπάς" της, και με το συμφέρον. Το τελευταίο ήταν και το εντονότερο χαρακτηριστικό της. Να μην την "κλέψουν", να μην την "γελάσουν", να μην την κοροϊδέψουν. Ο ανόητος άνθρωπος γίνεται ο χειρότερος φασίστας.

Απλώς την έχω βαρεθεί εδώ και αρκετά χρόνια. Τηρώ τα απολύτως τυπικά μόνο και μόνο για να μην έχω ιδιαίτερα προβλήματα μαζί της. Εξάλλου, αυτό είναι το παιχνίδι που η ίδια με δίδαξε. Δεν πηγαίνω σχεδόν ποτέ να τη δω στο χώρο της. Είναι πιο πνιγηρός κι απ' την ίδια. Όλα ακούνητα εδώ και δεκαετίες. Όλα αχρησιμοποίητα -γι' αυτό και δεν φθείρονται. Μια αρρώστια παντού. Αν την αγαπώ; Την αγαπώ επειδή η σχέση αυτή τρέχει στο αίμα. Την αγαπώ δηλαδή "αναπόφευκτα". Μακάρι να μπορούσα να κάνω αλλιώς. Να μην ένιωθα τίποτα. Βέβαια, στο λογικό επίπεδο επεξεργασίας αυτής της σχέσης δεν νιώθω ιδιαίτερα πράγματα. Ούτε αγάπη, ούτε συμπάθεια, ούτε τίποτα. Μια συνήθεια πενήντα τόσων χρόνων. Μετά από τόσο χρόνια συνηθίζεις και τις αλυσίδες σου και σου λείπουν αν σου τις πάρουν. Πόσο μάλλον έναν ζωντανό άνθρωπο. Αλλά αυτό δεν εμπεριέχει αλήθεια. Το γνωρίζω πολύ καλά πια. Το μυαλό μου καθάρισε. Διότι, μέσα σ' όλα, παραλίγο να γίνω και αλκοολικός. Ευτυχώς εκεί τα κατάφερα μόνος μου και δραπέτευσα. Και με τη βοήθεια της αγάπης και της ψυχιατρικής, σώθηκα.

Φυσικά και θα μπορούσα να γράψω πολλά. Η αλήθεια δεν ξεγράφεται, είναι η μάνα μου. Και ο δεσμός είναι ο βαθύτερος στη φύση. Ιδιαίτερα μάλιστα ο δεσμός του γιου με τη μάνα. Ό,τι χειρότερο σε τέτοιες περιπτώσεις. Είναι όμως ταυτόχρονα κι αυτή που μου κατέστρεψε τις σχέσεις μου με τις γυναίκες και στην κυριολεξία με ευνούχισε. Η ίδια, όπως μου εξομολογήθηκε πριν από λίγα χρόνια μέσα σε φοβερή ένταση ψυχής, δεν αγάπησε και δεν εμπιστεύθηκε ποτέ τους άνδρες. Ε, και τι να κάνουμε; Να πέσουμε να πεθάνουμε όλοι γι' αυτό; Διότι εκείνη αυτό θα ήθελε. Προφανώς είχε κι εκείνη τις πληγές της. Στη δική της ζωή. Τις οποίες όμως -εκεί είναι το άχρηστο του χαρακτήρα και της ύπαρξής της- τις μετέφερε αυτούσιες στην επόμενη γενιά. Χωρίς να κάνει καμιά προσπάθεια να βελτιωθεί. Δεν την ενδιέφερε. Το μόνο που την ενδιέφερε πάντα ήταν η ασφάλειά της και το συμφέρον της. Γι' αυτό τώρα που γέρασε, όλα περιστρέφονται γύρω από τα λεφτά. Κοιμάται και ξυπνάει με το άγχος των χρημάτων (ενώ, φυσικά, δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα). Μεγάλη κατάντια αλλά και μεγάλη αποκάλυψη για όσους πίστευαν άλλα πράγματα για εκείνη μια ολόκληρη ζωή.

Απογόνους δεν αφήνουν μόνο οι άνθρωποι. Έχουν και τα ζώα αυτό το προνόμιο. Δεν διέφερε σε τίποτα από τα ζώα όσον αφορά σε όσα έκανε για εμένα. Τα απολύτως στοιχειώδη. Το φαγητό, την σχετική φροντίδα στην αρρώστια, το πλύσιμο και την καθαριότητα (νεύρωση βαθιά κι απόλυτη -εξηγεί πολλά).

Αλλά, είπαμε. Ήταν χαζή. Πώς θα μπορούσε κανείς να περιμένει από έναν χαζό άνθρωπο κάτι περισσότερο από αυτά που κάνει ένα ζώο -που στερείται λογικής και επαγωγικών συνειρμών;
 

* Στη φωτογραφία ο "Αετός", η σεληνάκατος της διαστημικής αποστολής Απόλλων 11, της πρώτης που προσεληνώθηκε. Είχα δει όλη την αναμετάδοση στην τηλεόραση, μικρό παιδάκι, και τότε γεννήθηκε μέσα μου η διάθεση να πάω στην Αμερική να "δουλέψω εκεί, με τα διαστημόπλοια". Φυσικά δεν έγινε τίποτα. Όταν σου κλείνουν το δρόμο και επιπλέον -και κυρίως αυτό- σε ευνουχίζουν, είναι αδύνατο να τολμήσεις ακόμη και να το ονειρευτείς αργότερα στη ζωή σου. Στην Αμερική δεν ταξίδεψα ακόμη. Τουλάχιστον όμως σπούδασα Φυσική.

** Την άποψη "υπάρχουν άλλοι που δεν έχουν μάνα" την θεωρώ στείρο συναισθηματισμό και επιχείρημα φοβικών ανθρώπων. Σε εκείνη την περίπτωση θα τα βίωνα όλα αλλιώς. Αυτό όμως δεν μπορεί να με κάνει να "φοβάμαι" να πω όσα νιώθω και βιώνω. Είναι σαν τους θρησκευόμενους, που πιστεύουν σε θεό επειδή -στην πραγματικότητα- είτε φοβούνται τον θάνατο είτε έβαλαν τον θεό στη θέση του πατέρα που έπαψαν να έχουν καθώς απλώς "μεγάλωναν" αλλά δεν ωρίμαζαν (Ζ. Φρόιντ).