Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Στη νεότητα

Εκεί, τότε, στη δεκαετία του '80. Με Άσιμο, Αρκουδέα, Παύλο Σιδηρόπουλο. Με τον Μάνο Χατζιδάκι σε μεγάλα κέφια, να εξαπολύει μύδρους και λίβελλους ενάντια σε οποιονδηποτε έβαλλε κατά της ελευθερίας -ανεξάρτητα από την πολιτική του τοποθέτηση. Ζωντανός όσο ποτέ, διηύθυνε τις ορχήστρες σαν άλλος μύστης και μάγος. Και όταν νευρίαζε, σκοτείνιαζε ο τόπος και έτρεμε η γη. Με πραγματικά και ουσιαστικά φεστιβάλ νεολαιών και με 17 Νοέμβρη. Και με μουσική, πολλή και αληθινή μουσική. Ζωντανή. Δική μας και άλλων. Να ανεβοκατεβαίνουμε στο πάλκο μας και στα ενδιάμεσα να τρέχουμε σε όλη την πόλη για να προλάβουμε τους άλλους, στα άλλα πάλκα. "Άντε, και καλή τύχη, μάγκες!" και "Βενσερέμος! Βενσερέμος!".

Αν μη τι άλλο, ήταν άγρια όμορφα. Είχε σασπένς η ζωή μας. Είχε όνειρα ζωντανά, που σπαρταρούσαν στα χέρια και στις καρδιές μας. Και ακόμη δεν είχε έλθει "τού απέραντου η ψύχρα" που ζούμε σήμερα, χαμένοι μέσα στους διαδικτυακούς λαβύρινθους, αλλά ούτε κι εκείνη η γλασαρισμένη δεκαετία του '90 με τις πρώτες εκλεκτικιστικές εκδηλώσεις στην τέχνη μου -εκείνες που ονομάστηκαν "έντεχνο", με σημείο αφετηρίας κάποιες ανεκδιήγητες εκπομπές τού ραδιοφωνικού Μελωδία. Τα θυμάμαι τώρα πια που πέρασαν δυόμισι δεκαετίες και νιώθω να κολλάει το μέσα μου. Να ταγγιάζει. Οι συντριπτικά περισσότεροι συνέχισαν να τους ακολουθούν. Και το τραγικό είναι ότι συνεχίζουν ακόμη, μη καταλαβαίνοντας πως όλη αυτή η ταγγίλα έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το σημερινό χάλι. Θυμάμαι την τελευταία φορά που είδα παράσταση τού Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Πρέπει να ήταν χειμώνας τού '84 στη Θεσσαλονίκη. Ταξιδεύαμε όλη νύχτα για να πάμε στην πρώτη ζωντανή παρουσίαση τής "Διαίρεσης". Ήταν μεγάλη απογοήτευση. Η μεγάλη εμπορική και γλασέ πόρτα είχε ανοίξει. Το μαχαίρι στριφογύριζε στην πληγή με ανείπωτη ηδονή. "Πάει, πέθανε", είπα. "Μέχρι εδώ ήταν. Τώρα αρχίζει το πανηγύρι..." Και φυσικά έτσι έγινε.    

Η έκρηξη της ρουκέτας μάς ξύπναγε από τον παροδικό λήθαργο και έριχνε φως στα σκοτάδια. Μετά έβαζε μπρος το μυαλό και την αναλυτική μας διάθεση έτσι όπως περιμέναμε τη δημοσίευση και τη μελέτη τής προκήρυξης. Σαν μικρές γιάφκες γινόταν τότε ο κόσμος. Όλοι χάνονταν απ' τους δρόμους για αρκετές ώρες. Μετά βρισκόμασταν σε δρόμους, καφέ και πλατείες και ανταλλάσσαμε απόψεις και οπτικές. Η σκέψη έγδερνε το μυαλό.

Υπήρχαν και κάποια μυστικά υπόγεια που κατεβήκαμε κάποιες φορές. Εκεί όπου ανακατευόταν η σούπα και άχνιζε υδρογονάνθρακες. Φύγαμε όμως. Δεν ήταν για εμάς. Δεν ήταν τρόπος εκείνος τελικά. Το τέρας ήταν σαν τη Λερναία Ύδρα. Ένα κεφάλι έκοβες, δυο έβγαιναν. Δεν είχε τέλος, ούτε λογική.

Πάνω στου Στρέφη τα τραπεζάκια ήταν πάντα γεμάτα και πολύβουα. Τα μάτια, άγρυπνα κι ανήσυχα, έψαχναν γύρω τους για άλλα μάτια, για κινήσεις γνώριμες και φωνές φιλικές. Πάντως, σίγουρα δεν χάνονταν αμίλητα στις ψηφιακές οθόνες. Όμορφες είναι κι αυτές. Και ελκυστικές, και έξυπνες και πολύ πρακτικές. Αλλά δεν έχουν εκείνη την επαφή που γνωρίσαμε εμείς, το μαγικό άγγιγμα δυο ενεργειών που παλεύουν να ισορροπήσουν μεταξύ τους. Που ανταλλάσσουν βατ και τζάουλ. Αληθινά και όχι εικονικά.


Είναι ένας άλλος κόσμος πια. Που έχει έλθει από το μέλλον. Το σχοινί κόπηκε και η εποχή άλλαξε. Οριστικά και αμετάκλητα. Το παλιό βιβλίο έκλεισε και δεν άνοιξε καινούργιο "βιβλίο". Η εποχή του βιβλίου, που άρχισε με τον Γκούτενμπεργκ, τελείωσε πια. Ό,τι διατηρηθεί θα είναι όπως τα παλιά αυτοκίνητα-αντίκες, που ακόμη κινούνται, αλλά με ειδικές πινακίδες. Ως εκπρόσωποι της ιστορίας του κόσμου.

Δεν υπάρχει καλό και κακό στη ζωή. Ποτέ δεν υπήρξε. Όλα ακολουθούσαν μια φυσική επιλογή από μόνα τους. Ό,τι δεν άντεχε, εξαφανιζόταν. Για κάθε λόγο και από κάθε άποψη. Όλα τα υπόλοιπα ήταν δημιουργήματα και επινοήσεις του ανθρώπου. Της συντηρητικής πλευράς του. Εκείνης που φοβάται την αλλαγή. Επειδή στην ουσία φοβάται το θάνατο. Αλλά αν δεν γίνεις φίλος μαζί του, να τον εντάξεις, δεν πρόκειται να ξεφοβηθείς.

Ο κόσμος αλλάζει στη δική μας εποχή, στα δικά μας χρόνια. Έτσι έτυχε σ' εμάς. Ούτως ή άλλως ο κόσμος αλλάζει νομοτελειακά. Όπως άλλαζε πάντα και όπως θα αλλάζει πάντα -για όσο συνεχίσει να υπάρχει. Γι' αυτό και είναι απόλυτα μάταιο να προσκολλάται κανείς σε οτιδήποτε. Οτιδήποτε όμως. Τόσο υλικό όσο και άυλο. Η ελευθερία, ή μάλλον, η αίσθηση της ελευθερίας που μπορούμε τουλάχιστον να προσεγγίσουμε σε αυτήν την άτοπη πορεία στην οποία οδεύουμε είναι η απεξάρτηση από καθετί -ορατό και αόρατο.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: