Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Άγρια χαράματα


Χαράματα. Ακόμα είναι νύχτα και μόνο οι πρώτοι, οι ελάχιστοι, έχουν ξυπνήσει και έχουν φύγει όπως-όπως από τα σπίτια τους, με την μπουκιά ακόμη στο στόμα και τη γουλιά στο λαιμό. Φεύγουν για τη δουλειά. Μια δουλειά που τους τρώει μέρα με τη μέρα τα σωθικά και τη ζωή. Οι υπόλοιποι κοιμούνται τον τελευταίο και βαθύ ύπνο. Μπορεί να ταράζονται λίγο -ή πολύ- από τα άγρια όνειρα που έρχονται να τους ροκανίσουν σα χτικιό λίγο πριν τους απελευθερώσουν ξανά στη μέρα, αλλά κουνάνε χέρια-πόδια, μουγκρίζουν σαν τον προαιώνιο πρόγονο μπροστά στο θεριό, και αποδιώχνουν τον εφιάλτη ιδρωμένοι και αναστατωμένοι από τα σκοτεινά προμηνύματα.

Λίγο πιο πέρα, οι Χριστιανοί. Αυτή η απίθανη φάρα ανθρώπων που, μη αντέχοντας να κουβαλήσουν στους ώμους τους τον Μεγάλο Φόβο, τον απίθωσαν στην πλάτη ενός "θεού". Κάτι σαν το ΚΚΕ δηλαδή. Κάτι σαν όλες τις ιδεολογίες-θρησκείες, που χρειάζονται θεό ή και προφήτη να μένει στους αιώνες των αιώνων ανέγγιχτος και ανεπηρέαστος από τα ανθρώπινα. Να επιβιώνει πάντα και να μη φοβάται Χάρο. Να είναι μακρόθυμος και μακάριος. Για να μην μοιάζει καθόλου στους ανθρώπους και να λειτουργεί πάντα ως το απρόσιτο και άφταστο όριο. 

Δεν αντέχουν οι άνθρωποι να ζουν στην αλήθεια. Και, πάνω απ' όλες τις αλήθειες, δεν αντέχουν τη Μία. Δεν αντέχουν να σταθούν αντιμέτωποι στο Χάος. Δεν είναι εύκολο πράγμα. Καθόλου μάλιστα. Σπάνια, πολύ σπάνια, συναντάς τέτοιες υπάρξεις, που, είτε από επιλογή είτε επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, βρέθηκαν να στέκονται στην άκρη του Γκρεμού.

Μεγάλη Τρίτη σήμερα και όλοι θα τρέξουν να τιμήσουν την Πόρνη. Αυτήν την πολύτιμη και αναντικατάστατη Γυναίκα που δεν τόλμησαν να την φτάσουν ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι στη ζωή τη ζώσα -την εξωθούν μάλιστα στο πυρ το εξώτερο- αλλά που, στην προσομοίωση ζωής που βιώνουν στους ναούς, την προσκυνάνε και τη δοξολογούν. Ας είναι, όμως. Οι καρδιές των ανθρώπων, βαθιά μέσα τους, ξέρουν. Μόνον αυτές. Όλα τα υπόλοιπα τα κυβερνάει ο φόβος. Και ο φόβος τού φόβου.


Εκείνος πριν από είκοσι πέντε χρόνια, μια τέτοια μέρα, αγαπούσε μια νέα κοπέλα. Ήταν πανέμορφη και τον αγαπούσε κι εκείνη παράφορα. Είχαν τυλιχτεί σ' ένα σύννεφο φαντασίωσης που τα νεανικά και ευερέθιστα μυαλά τους το είχαν μετατρέψει σε ζωή και πραγματικότητα. Ταξίδευαν ο ένας τον άλλον με παραμύθια που έλεγαν μεταξύ τους επινοώντας τα εκείνη τη στιγμή. Είχαν πάρει μια βάρκα χάρτινη και πηλάλαγαν στους ουρανούς ελεύθεροι. Το κορίτσι σήμερα παλεύει σε κάποια κάμαρα για τη ζωή του, βαριά άρρωστο από ανίατο και καταληκτικό νόσημα.
   

Δεν υπάρχουν σχόλια: