Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Η πρώτη μου κασέτα


Καλοκαίρι του 1977 και ο τότε κολλητός μου, ο Αχιλλέας, ήταν φουλ ερωτευμένος με μια κοπέλα από άλλο σχολείο, με αποτέλεσμα να μην την βλέπει παρά μόνο τυχαία ή "τυχαία", αφού δεν προαυλιζόμασταν στον ίδιο χώρο. Μεγάλη δυστυχία για εκείνον. Είχε κυριολεκτικά χάσει τα μυαλά του. Ξύπναγε και κοιμόταν με την εικόνα της στο μυαλό του, με την φαντασίωση ότι της χάιδευε το πρόσωπο αργά και απαλά και -ενώ μου τα έλεγε αυτά- πάντα κατέληγε να τραγουδάει το Sound of Silence. Λες και ήταν η απαραίτητη μουσική υπόκρουση σε εκείνον τον παιδικό ανεκπλήρωτο έρωτά του. Μου είχε φάει τα αυτιά. Δυστυχία και για μένα δηλαδή, που έπρεπε, ήθελα δεν ήθελα, να ακούω τον Αχιλλέα να μου μιλάει συνέχεια για την Ν. Και δως του να τραγουδάει και να χάνεται στην ονειροπόληση. Κάποια μέρα δεν άντεξε πια και μου έφερε την κασέτα για να την πάρω λίγες μέρες στο σπίτι και να την ακούσω. Ήταν κατακλυσμένος από εκείνα τα τραγούδια αλλά και από τον έρωτά του ώστε ήθελε να μπορέσω να τον νιώσω όσο περισσότερο γινόταν. Και αυτό, πίστευε, θα μπορούσε να γίνει μόνο αν άκουγα και τραγουδούσα κι εγώ εκείνα τα τραγούδια... 

Αυτό ήταν. Κόλλησα. Δεν ήταν μόνο το ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Ήταν όλα. Το ένα μετά το άλλο. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ πολύ. Πήγα και την αγόρασα κι εγώ. Δεν θυμάμαι καθόλου την τιμή της αλλά σίγουρα οι οικονομίες μου έφταναν για την αγορά της. Πέρασα από διάφορες φάσεις. Μαζί με το Sound of Silence μαγεύτηκα και από το El Condor Pasa -πώς αλλιώς άλλωστε; Μετά ήλθε το Scarborough Fair. Το ένα μετά το άλλο, όλα τα τραγούδια, άρχισαν να εγκαθίστανται μέσα μου και εκεί έμειναν για πάντα. Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε και συνεχίζω να ακούω εκείνα τα τραγούδια μονορούφι. Οι τονικότητές τους έχουν εντυπωθεί μέσα μου τόσο απόλυτα ώστε όταν τελειώνει το ένα τραγούδι, αρχίζω να μουρμουρίζω το επόμενο στο σωστό τόνο. 

Δεν ήταν εκείνη η πρώτη μου επαφή με την ροκ μουσική. Ήταν όμως η πρώτη δική μου επαφή μαζί της. Ήταν τότε που εγώ ανακάλυψα κάτι που μου άρεσε και αποφάσισα να το αγοράσω με τις δικές μου οικονομίες. Μέχρι τότε πήγαινα και αγόραζα δίσκους για την αδελφή μου -με χρήματα δικά της. Και τους Deep Purple ήξερα και τους Status Quo. Και Έλληνες συνθέτες ήξερα -από μικρό παιδί αυτούς, από την εποχή της χούντας, όταν άκουγα κυριολεκτικά μέσα σε μια ντουλάπα Ξαρχάκο και Θεοδωράκη. Άλλα χρόνια, άλλες γεωγραφίες...

Στα χρόνια που ακολούθησαν, και όταν πια ανέβηκα στο πάλκο για δεκαπέντε περίπου χρόνια, τραγούδησα και έπαιξα εκατοντάδες φορές όλα τα τραγούδια εκείνου του δίσκου. Αρχικά, όταν ξεκίνησα την κιθάρα, αγόρασα το βιβλίο με τις παρτιτούρες και τους στίχους -τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο. Τα έπαιζα και τα τραγουδούσα πάντα με την ίδια λαχτάρα, αγάπη και παρθενική ορμή. Μέχρι και σήμερα με συγκινούν το ίδιο βαθιά και με ταξιδεύουν, ενώ πολλές φορές, αν και οι ζωντανές εμφανίσεις μου έχουν τελειώσει εδώ και πολλά χρόνια, επιστρέφω με την κιθάρα σε αυτά τα τραγούδια. Η κασέτα του 1977 υπάρχει πάντα άθικτη και πολύτιμη, μέσα σε κάποιο κουτί μαζί με ελάχιστες άλλες που κράτησα όταν κάποια μέρα αποφάσισα να απαλλαγώ από τις εκατοντάδες κασέτες μου με την έλευση της ψηφιακής εποχής (για τους δίσκους δεν το σκέφτηκα ποτέ -και ούτε πρόκειται αφού ξανάρχισα να τους ακούω).


Δεν υπάρχουν σχόλια: