Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Οι πρώτοι δίσκοι


Καλοκαίρι του 1980. Βρισκόμαστε σε οικογενειακή κρουαζιέρα στα Ιόνια νησιά και, στην κατάληξή της, επισκεπτόμαστε το πατρικό χωριό του πατέρα μου στην Κορινθία. Εκεί βρίσκω τον εξάδελφό μου, μεγαλύτερος κατά έξι χρόνια, να έχει εγκαταστήσει το στερεοφωνικό του συγκρότημα στο άδειο πρώην μαγαζί του πατέρα του και να ακούει "ροκ" στη διαπασών. Πολλοί οι δίσκοι, πολλοί οι καλλιτέχνες και τα συγκροτήματα. Κάποιους τους ήξερα ως ονόματα από το ραδιόφωνο. Εγώ στερεοφωνικό δεν είχα και ούτε κάποιος φίλος μου. Μέχρι τότε ακούγαμε μουσική από φορητό ραδιοκασετόφωνο -με ό,τι σήμαινε αυτό για την ένταση και την ποιότητα των όσων ακούγαμε.

Εκείνες τις δυο-τρεις μέρες που μείναμε στο χωριό άκουγα συνέχεια μουσική. Γέμισα ακούσματα, ονόματα, μουσικές. Στο τέλος αποφάσισα πως είχε έλθει η ώρα να αποκτήσω κι εγώ το δικό μου στερεοφωνικό συγκρότημα και να αρχίσω να αγοράζω δίσκους γιατί απλώς...δεν μπορούσα να αντισταθώ και να κάνω αλλιώς. Είχα καταλάβει ότι η μουσική θα έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Ούτως ή άλλως, μέχρι εκείνη την εποχή είχα κάνει δυο αποτυχημένες προσπάθειες να ξεκινήσω να παίζω κιθάρα. Απλώς δεν είχε έλθει η κατάλληλη στιγμή για την έναρξη της δια βίου σχέσης μου με την κιθάρα, που έφτασε ενάμισι χρόνο αργότερα και σίγουρα είχε μεγάλη σχέση με το γεγονός της απόκτησης στερεοφωνικού και των πρώτων δίσκων. Οικονομίες είχα πάντα στην άκρη.

Από όλους τους δίσκους που άκουσα τότε στον εξάδελφό μου ξεχώρισα τέσσερις, τους οποίους αποφάσισα να αγοράσω το συντομότερο δυνατό. Θυμάμαι είχα ακούσει και πολύ Doors, αλλά δεν τους συμπεριέλαβα στους υποψήφιους προς πρώτη αγορά. Στην επιστροφή από το χωριό περάσαμε από την Αθήνα κι εγώ, δασκαλεμένος από τον έμπειρο εξάδελφο, κατευθύνθηκα στο υπόγειο του Music Corner, στην οδό Πανεπιστημίου, και αγόρασα τους τέσσερις πρώτους δίσκους της ζωής μου. Συνειδητά και αποφασισμένα ότι πλέον άνοιγα μια μεγάλο πόρτα και έμπαινα σε μια διαδρομή την οποία ήξερα βαθιά μέσα μου πως δεν επρόκειτο να εγκαταλείψω ποτέ πια.

Ο ένας δίσκος ήταν μια ζωντανή ηχογράφηση των Genesis του 1973. Είχα σοκαριστεί από τις θεατρικότατες ερμηνείες του Peter Gabriel και από τα εκκωφαντικά -αλλά και τόσο περίτεχνα- τύμπανα του Phil Collins. Είχα κυριολεκτικά ζαλιστεί και από τον καταιγισμό μελωδιών, εναλλαγής ρυθμικών αγωγών, εντάσεων και γενικά της όλης ατμόσφαιρας που απέπνεε ο δίσκος. Το Musical Box με καθήλωσε. Έπρεπε να περάσουν γύρω στα τριάντα χρόνια, να έλθει στη ζωή μας το διαδίκτυο με το YouTube, για να δω την εικόνα από εκείνη τη μαγική συναυλία και να μαγευτώ από τις μεταμφιέσεις του Gabriel. Συνεχίζω να τον ακούω με την ίδια ένταση και συγκίνηση αλλά και θαυμασμό για τις μεγαλειώδεις συνθέσεις, τους συγκλονιστικούς στίχους και τις υπέροχες εκτελέσεις των μουσικών.

Από την ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.youtube.com/watch?v=_FBcz3tBH74&feature=youtu.be το αριστουργηματικό Musical Box από εκείνες τις συναυλίες:


Δεύτερος δίσκος που αγόρασα -η σειρά δεν έχει καμιά απολύτως σημασία -εξάλλου ούτε που θυμάμαι μετά από τριάντα έξι χρόνια ποιον έψαξα πρώτο και ποιον δεύτερο- ήταν το A Night At The Opera των Queen. Κι όμως, δεν ήταν το Bohemian Rhapsody που με είχε εντυπωσιάσει από αυτό το δίσκο -το τραγούδι, δηλαδή, που πολλές φορές τα κατοπινά χρόνια θα διάβαζα ότι έχει επιλεγεί ως ένα από τα σημαντικότερα της ροκ μουσικής μαζί με το A Day In The Life των Beatles. Αυτό που με είχε καθηλώσει ήταν το The Prophet's Song. Εκεί όπου αναδεικνυόταν όλη η ευφυΐα του Freddie Mercury στα φωνητικά. Έτσι μάλιστα όπως ήταν πολύ μακριά το ένα ηχείο από το άλλο στο μαγαζί του μπάρμπα μου στο χωριό, νόμιζες ότι γινόταν πραγματική "επιδρομή" από φωνές και ανθρώπους. Το κεφάλι έψαχνε δεξιά-αριστερά να προβλέψει και να καταλάβει από πού του έρχεται η χορωδία. Αυτή η μαγεία και αυτή η έκπληξη της "άφιξης" των φωνών επαναλαμβάνεται κάθε φορά εδώ και τριάντα επτά πλέον χρόνια. Όλος ο υπόλοιπος δίσκος είναι μια διαρκής έκπληξη και μουσική καινοτομία. Δεν υπήρξα ποτέ ακροατής των Queen αλλά οφείλω να παραδεχθώ πως αυτός ο δίσκος είναι ένα πραγματικό μνημείο. Από την αρχή μέχρι το τέλος του. Μια πλημμύρα από μουσικές και ενορχηστρωτικές εμπνεύσεις, που δεν επαναλήφθηκαν ποτέ ξανά σε καμιά άλλη δουλειά τους. Ήταν αρκετός για να μείνουν στην ιστορία ως δημιουργοί -και όχι για τα χορευτικά τσαλίμια και την εμπορική υπερέκθεση του τραγικού τραγουδιστή τους.

Από το επίσημο κανάλι των Queen στο YouTube το The Prophet's Song: https://www.youtube.com/user/queenofficial
  


Τρίτος δίσκος που αγόρασα εκείνη την ημέρα ήταν το The Human Menagerie, το πρώτο άλμπουμ των Cockney Rebel του υπέροχου Steve Harley. Οι μελωδίες που έγραψε στα δυο πρώτα άλμπουμ ήταν υπέροχες. Ήταν σαν να τις ήξερες, σαν να τις γνώριζες από παλιά και απλώς εκείνος κατάφερε να τις βγάλει στην επιφάνεια με έναν πολύ απλό τρόπο και να τις ντύσει με στίχους. Στίχους ταξιδεμένους και πολλές φορές "σουρεαλιστικούς". Έμαθα αμέσως το Hideaway και το Sebastian -πολύ πριν γίνει επιτυχία στη χώρα μας. Το αποκορύφωμα όμως εκείνου του δίσκου, το τελευταίο τραγούδι του, το Death Trip, ήταν μια απόλαυση μελωδιών και ερμηνείας από τον Steve Harley. Μια ενορχηστρωτική τρέλα και μια ερμηνευτική σχεδόν παράνοια. Στη συνέχεια θυμάμαι πως αγόρασα και τον επόμενο δίσκο τους, το Psychomodo, που δεν ήταν πολύ κατώτερος του πρώτου. Είχε μάλιστα και το περίφημο Ritz, ένα τραγούδι που το κράτησαν για το κλείσιμο της πρώτης πλευράς του δίσκου, στο ίδιο "πνεύμα" και στην ίδια μουσική/ενορχηστρωτική ατμόσφαιρα με το Sebastian. Το επικό Death Trip συνεχίζω να το ακούω με την ίδια συγκίνηση και τον ίδιο θαυμασμό μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια.

Στην περίπτωση του Rory Gallagher υπήρξα πολύ τυχερός στη ζωή μου αφού την επόμενη χρονιά έμελλε να τον δω και να τον ακούσω ζωντανά σε μια αξέχαστη συναυλία στο Παλέ ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης, στις 14 Σεπτεμβρίου 1981. Ήταν ένα υπέροχο και ενθουσιώδες παιδί ο Gallagher. Το καταλάβαινες ακόμη κι από τόσο μακριά, ψηλά από τις κερκίδες. Είχε μια πολύ ζεστή και ανθρώπινη καρδιά και χαιρόταν να βλέπει τους ακροατές του χαρούμενους. Εκείνο το βράδυ στο "Αλεξάνδρειο Μέλαθρο" -το σημερινό κλειστό γήπεδο "Νίκος Γκάλης"- είμαι σίγουρος πως έμεινε βαθιά χαραγμένο στην καρδιά όλων όσων είχαμε την τύχη να βρεθούμε εκεί. Ούτε επεισόδια έγιναν, ούτε τίποτα -σε αντίθεση με την συναυλία της Αθήνας, όπου, όπως διαβάσαμε, είχαν γίνει εκτεταμένα επεισόδια και δεν ξέρω αν τελικά οι ακροατές κατάφεραν να γευθούν την μυσταγωγική μαγεία του Rory Gallagher, ο οποίος, στο "διάλειμμα" της συναυλίας, έστειλε τους συντρόφους του μουσικούς να ξεκουραστούν ενώ εκείνος πήρε μια ακουστική κιθάρα και, καθισμένος σ' ένα σκαμπό, μας έπαιξε για πολλή ώρα δικά του αλλά και παραδοσιακά ιρλανδέζικα τραγούδια... Ήταν μαγικός. Έλεγε αστεία, γελούσε, μιλούσε με τον κόσμο. Στη σάλα επικρατούσε απόλυτη σιωπή για να τον απολαύσουμε απόλυτα. Ακούγαμε τις ανάσες μας. Δεν υπερβάλλω λόγω των τόσων χρόνων που έχουν παρεμβληθεί -το θυμάμαι σαν τώρα. Και όταν κάποιος "ξέφευγε" και μίλαγε δυνατά, οι υπόλοιποι τον επέπλητταν. Τέτοια κατάσταση "συναυλίας" δηλαδή. Ήταν ένας πολύ άμεσος και ζεστός άνθρωπος.

Το Out on the western plain του Lead Belly σε απόδοση του Rory Gallagher δεν ήταν στο Calling Card αλλά ο Gallagher είναι απολαυστικός με την ακουστική του κιθάρα.

Οι δίσκοι κόστιζαν 260-270 δραχμές ο καθένας. 

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Η πρώτη μου κασέτα


Καλοκαίρι του 1977 και ο τότε κολλητός μου, ο Αχιλλέας, ήταν φουλ ερωτευμένος με μια κοπέλα από άλλο σχολείο, με αποτέλεσμα να μην την βλέπει παρά μόνο τυχαία ή "τυχαία", αφού δεν προαυλιζόμασταν στον ίδιο χώρο. Μεγάλη δυστυχία για εκείνον. Είχε κυριολεκτικά χάσει τα μυαλά του. Ξύπναγε και κοιμόταν με την εικόνα της στο μυαλό του, με την φαντασίωση ότι της χάιδευε το πρόσωπο αργά και απαλά και -ενώ μου τα έλεγε αυτά- πάντα κατέληγε να τραγουδάει το Sound of Silence. Λες και ήταν η απαραίτητη μουσική υπόκρουση σε εκείνον τον παιδικό ανεκπλήρωτο έρωτά του. Μου είχε φάει τα αυτιά. Δυστυχία και για μένα δηλαδή, που έπρεπε, ήθελα δεν ήθελα, να ακούω τον Αχιλλέα να μου μιλάει συνέχεια για την Ν. Και δως του να τραγουδάει και να χάνεται στην ονειροπόληση. Κάποια μέρα δεν άντεξε πια και μου έφερε την κασέτα για να την πάρω λίγες μέρες στο σπίτι και να την ακούσω. Ήταν κατακλυσμένος από εκείνα τα τραγούδια αλλά και από τον έρωτά του ώστε ήθελε να μπορέσω να τον νιώσω όσο περισσότερο γινόταν. Και αυτό, πίστευε, θα μπορούσε να γίνει μόνο αν άκουγα και τραγουδούσα κι εγώ εκείνα τα τραγούδια... 

Αυτό ήταν. Κόλλησα. Δεν ήταν μόνο το ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Ήταν όλα. Το ένα μετά το άλλο. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ πολύ. Πήγα και την αγόρασα κι εγώ. Δεν θυμάμαι καθόλου την τιμή της αλλά σίγουρα οι οικονομίες μου έφταναν για την αγορά της. Πέρασα από διάφορες φάσεις. Μαζί με το Sound of Silence μαγεύτηκα και από το El Condor Pasa -πώς αλλιώς άλλωστε; Μετά ήλθε το Scarborough Fair. Το ένα μετά το άλλο, όλα τα τραγούδια, άρχισαν να εγκαθίστανται μέσα μου και εκεί έμειναν για πάντα. Έχουν περάσει σαράντα χρόνια από τότε και συνεχίζω να ακούω εκείνα τα τραγούδια μονορούφι. Οι τονικότητές τους έχουν εντυπωθεί μέσα μου τόσο απόλυτα ώστε όταν τελειώνει το ένα τραγούδι, αρχίζω να μουρμουρίζω το επόμενο στο σωστό τόνο. 

Δεν ήταν εκείνη η πρώτη μου επαφή με την ροκ μουσική. Ήταν όμως η πρώτη δική μου επαφή μαζί της. Ήταν τότε που εγώ ανακάλυψα κάτι που μου άρεσε και αποφάσισα να το αγοράσω με τις δικές μου οικονομίες. Μέχρι τότε πήγαινα και αγόραζα δίσκους για την αδελφή μου -με χρήματα δικά της. Και τους Deep Purple ήξερα και τους Status Quo. Και Έλληνες συνθέτες ήξερα -από μικρό παιδί αυτούς, από την εποχή της χούντας, όταν άκουγα κυριολεκτικά μέσα σε μια ντουλάπα Ξαρχάκο και Θεοδωράκη. Άλλα χρόνια, άλλες γεωγραφίες...

Στα χρόνια που ακολούθησαν, και όταν πια ανέβηκα στο πάλκο για δεκαπέντε περίπου χρόνια, τραγούδησα και έπαιξα εκατοντάδες φορές όλα τα τραγούδια εκείνου του δίσκου. Αρχικά, όταν ξεκίνησα την κιθάρα, αγόρασα το βιβλίο με τις παρτιτούρες και τους στίχους -τότε δεν υπήρχε διαδίκτυο. Τα έπαιζα και τα τραγουδούσα πάντα με την ίδια λαχτάρα, αγάπη και παρθενική ορμή. Μέχρι και σήμερα με συγκινούν το ίδιο βαθιά και με ταξιδεύουν, ενώ πολλές φορές, αν και οι ζωντανές εμφανίσεις μου έχουν τελειώσει εδώ και πολλά χρόνια, επιστρέφω με την κιθάρα σε αυτά τα τραγούδια. Η κασέτα του 1977 υπάρχει πάντα άθικτη και πολύτιμη, μέσα σε κάποιο κουτί μαζί με ελάχιστες άλλες που κράτησα όταν κάποια μέρα αποφάσισα να απαλλαγώ από τις εκατοντάδες κασέτες μου με την έλευση της ψηφιακής εποχής (για τους δίσκους δεν το σκέφτηκα ποτέ -και ούτε πρόκειται αφού ξανάρχισα να τους ακούω).


Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Moonchild - King Crimson

Αφορμή είναι η αναχώρηση τού Greg Lake πριν από λίγο καιρό. Μια πολύ σπουδαία και πολυδιάστατη φωνή στο χώρο της μουσικής, που άκουσα και ακόμη ακούω. Εσωτερική, βαθιά, λυρική και πολύ εκφραστική. Ήταν όμως ταυτόχρονα κι ένας δημιουργός πολυτάλαντος.

Αιτία είναι η βαθιά και μακροχρόνια σχέση μου με αυτή τη σύνθεση. Πάνε σχεδόν πενήντα χρόνια πια από τότε που κυκλοφόρησε. Μαγεύτηκα από την πρώτη στιγμή που έβαλα στο παλιό πικάπ τον δίσκο εδώ και μερικές δεκαετίες. Νόμιζα πως το κομμάτι δεν θα τελείωνε ποτέ. Αλλά όχι με εκείνη την αίσθηση τής βαρεμάρας ή τής αδημονίας να τελειώσει. Όχι, κάθε άλλο. Απλώς το δεύτερο μέρος του ήταν ατελείωτο -δεδομένης της μορφής του. Δεν ήμουν ακόμη εξοικειωμένος με τέτοιες μουσικές και όλα ακούγονταν αλλόκοτα στ' αυτιά μου. Προσπαθούσα να καταλάβω αλλά και να αισθανθώ το τι, το πώς και το γιατί. Ήταν σαν ένα ταξίδι στο διάστημα. Θυμάμαι ήμουν πολύ νέος, μικρός θα έλεγα. Ο δίσκος ήταν ενός μεγαλύτερου φίλου, που τον είχε φέρει από την Αγγλία στην πρωτότυπη έκδοσή του με το διπλό εξώφυλλο. Το βίωμα ήταν τόσο δυνατό και διαπεραστικό και η ανατριχίλα στην πλάτη τόσο έντονη ώστε μέσα σε μια στιγμή ένιωσα να ενώνομαι μαζί του διαχρονικά και απόλυτα.

Έχω την αίσθηση ότι πέρασα χιλιάδες χειμώνες με την υπόκρουση τού Moonchild. Και ότι συνεχίζουν να περνάνε από πάνω κι από μέσα μου αμέτρητοι χειμώνες κάθε φορά που το ακούω. Και με τρέχουν μαζί τους σε ένα ακαθόριστο και αόρατο και στροβιλιζόμενο σύμπαν.

Ο χειμώνας ποτέ δεν μου άρεσε. Πάντοτε ήμουν μαγεμένος και αφοσιωμένος στον εαρινό και θερινό ήλιο τής Ελλάδας. Κι έτσι, τους χειμώνες προσπαθώ να βρίσκω αποκούμπια και παρηγοριές για να φτιάξω ένα μύθο που θα κρατήσει μέχρι την πρώτη άνοιξη. Ένας από αυτούς τους μύθους υπήρξε -και ακόμη είναι- αυτό το δημιούργημα. Φυσά ο αέρας μαζί του και με σηκώνει ψηλά, πάνω απ' τη γη. Και οι χιλιάδες μικροί και μεγάλοι ήχοι του γίνονται οι συνταξιδιώτες μου στον ουρανό: τα πουλιά, τα έντομα, η σκόνη, τα φύλλα που σηκώνονται από τη γη -για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο- και ξαναπέφτουν κάπου μακρύτερα. Όλα διαδραματίζονται στη διάρκεια ενός χειμώνα που ταξιδεύει και οδεύει διαρκώς προς την άνοιξη.

Στο πρώτο μέρος, στο τραγούδι, αιχμαλωτίζεσαι από την αιθέρια μελωδία, τη φωνή τού Greg Lake, τους στίχους τού Peter Sinfield, τα καρδιοχτύπια που αντηχούν από τα τύμπανα τού Michael Giles, και την εξαίσια κιθάρα τού Robert Fripp. Στο δεύτερο μέρος... Στο δεύτερο μέρος έρχονται να ενωθούν και οι αγγελικές καμπάνες από τα πλήκτρα τού Ian McDonald και έχεις ήδη χαθεί στ' αστέρια... 


Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Λίμνη Παμβώτιδα


Φωτογραφίες τραβηγμένες στο νησάκι της λίμνης Παμβώτιδας (Ιωαννίνων), στις αρχές της άνοιξης του 1996, με μια παλιά αναλογική φωτογραφική μηχανή ZENIT ET. Ήταν στη διάρκεια μιας εκδρομής την Μεγάλη Εβδομάδα, που συνεχίστηκε βόρεια, περνώντας από το φαράγγι τού Βίκου και την Κόνιτσα. Ακολούθησε η Καστοριά, τα υπέροχα κατεστραμμένα χωριά παράλληλα στον άνω κλάδο του Αλιάκμονα, και τελικά η μαγική Φλώρινα. 





Το πράσινο χορτάρι είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει από τη γη. Αφορμή για τις φωτογραφίες ήταν το ξεφλουδισμένο πράσινο χρώμα της παλιάς ξύλινης βάρκας, που ήταν παρατημένη στις όχθες της λίμνης. Εκείνο το πράσινο έδενε υπέροχα με το χορτάρι που άρχιζε να ανεβαίνει από τη γη. Ακόμη και οι πλάκες στις στέγες των ερειπωμένων κτηρίων ήταν χορταριασμένες -πράσινο κι εκεί, πράσινο παντού. Έτσι, άνοιξα την ZENIT, την όπλισα και άρχισα να κοιτάζω με διαφορετικό μάτι τον κόσμο γύρω μου. Ήταν όμορφα. Ήταν νιάτα. Η ζωή ήταν όμορφη, άγνωστη, με πολύ μέλλον και γεμάτη ερωτηματικά. Χωρίς να έχει ακόμη βρει τα ίσα της και τις γραμμές της σε κανένα επίπεδο. Είχαν μπει όλες οι βάσεις παντού, σε κάθε γωνιά της. Όλα βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη και σε έναν ατελείωτο οργασμό -που ήταν και το ζητούμενο. Και πάνω απ' όλα, φυσικά, ήταν ο έρωτας, στο κυνήγι του οποίου επιδιδόμασταν όλοι με ορμή άγρια, προσπαθώντας να πραγματώσουμε και να βιώσουμε τα μεγάλα λόγια των ρομαντικών. Ήμασταν πολύ νέοι και πιστεύαμε ό,τι διαβάζαμε. Ευτυχώς αργότερα ήλθε η ζωή με τις αλήθειες της και καταλάβαμε ότι ο έρωτας δεν ήταν αυτό που κυνηγούσαμε αλλά αυτό που μάς αποκαλύφθηκε μαγικά και απρόσμενα. Και που καθρέφτιζε την ύπαρξή μας στο καθετί. Από το μικρό μέχρι το μέγα.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Έχω μια φίλη Ι

Στην Ν.

Έχω μια φίλη που γράφει. Και γράφει πολύ όμορφα. Γράφει αλήθειες, γράφει ψέματα, δεν ξέρω και δεν με ενδιαφέρει. Πάντως γράφει υπέροχα. Γράφει ονειρεμένα, μαγικά. Δεν είναι φίλη μου όμως. Απλώς την διαβάζω κάθε φορά που γράφει. Την ακολουθώ σαν σκιά. Είναι νομίζω ο άνθρωπος που έχει καταφέρει να με αιχμαλωτίσει περισσότερο από κάθε άλλον με τα γραπτά της αυτά τα χρόνια που περιπλανιέμαι στο δίκτυο και διαβάζω πολύ. Έχει γράψει και βιβλία πραγματικά. Από χαρτί και μελάνι. Και έχουν εκδοθεί, και έχουν περπατήσει στον κόσμο και στους ανθρώπους.

Το πιο υπέροχο απ' όλα θα είναι να γράφει ψέματα. Η φαντασία μου τρελαίνεται κυριολεκτικά όταν σκέφτομαι αυτήν την εκδοχή. Νιώθω την άναρχη αρχή της και το ατελείωτο τέλος της και ακούω τα όρια τής δικής μου φαντασίας να σπάνε και να θρυμματίζονται εντός μου, δημιουργώντας νέους ορίζοντες και καινούργια, άχραντα σύμπαντα. Κι ας είμαστε "εδώ" ακόμη, κι ας βλέπουμε, ακούμε, γευόμαστε, αγγίζουμε και νιώθουμε ακόμη τα ίδια πράγματα εδώ και αιώνες. Υπέροχη αίσθηση. Σε απελευθερώνει.

Όταν άρχισα να την διαβάζω, νόμιζα πως όλα όσα λέει είναι εξομολογητικά της ζωής της. Τσίμπησα, όπως λέμε. Σπάνια ικανότητα ενός ανθρώπου που "γράφει" -γενικώς. Κι εγώ όμως...χάνος. Πλάκα είχε από μια άποψη. Μου έδωσε κι εμένα την ευκαιρία να δω κι άλλες πλευρές του εαυτού μου. Τώρα τελευταία όμως μού έχει καρφωθεί η ιδέα πως πολλά -ίσως και όλα- από όσα γράφει είναι γεννήματα της φαντασίας της. Ότι, δηλαδή, κάθε φορά, για λίγη ή περισσότερη ώρα, ανοίγει μια αόρατη πόρτα, μπαίνει σε έναν φανταστικό κόσμο, σε έναν κόσμο που πλάθει κάθε φορά η ίδια εκείνη τη στιγμή, και βαφτίζεται πρωταγωνίστρια, κομπάρσος, αφηγήτρια, θύτης ή θύμα -ό,τι θέλει κάνει. Την έχω δει να μένει ακόμη και απ' έξω από τη σκηνή της δράσης με μια καταπληκτική μαεστρία και ικανότητα αόρατης παρουσίας ή ορατής απουσίας. Έχει μια τέτοια άνεση να μπαινοβγαίνει στην "πραγματικότητα" που με αφήνει άναυδο. Έξοχη φαντασία, έξοχο φαντασιακό στοιχείο. Την θαυμάζω βαθιά και απεριόριστα γιατί πάντα με εκπλήσσει πρωτόγνωρα.

Κάθε φορά περιμένω πώς και πώς να διαβάσω τα γραπτά της. Άλλοτε αφηγήσεις, άλλοτε περιγραφές κι άλλοτε σκέτες φωτογραφίες ή κάποιο τραγούδι -σπανιότερα αυτό- που όμως μιλάνε πολύ. Λένε τόσα πολλά μόνο με την εικόνα ή τους ήχους τους.

Λατρεύω τη γραφή της. Κάποιες φορές αποπειράθηκα να της το εξομολογηθώ αλλά δεν ήθελε κανένα σχολιασμό. Το σεβάστηκα. Νομίζω πως κατάλαβα το γιατί. Κι έτσι, για να μην τη χάσω, για να μη στερηθώ την απόλαυση -την ευτυχία θα 'λεγα- της ανάγνωσής της, δεν το συνέχισα.

Σήμερα διάβασα κι άλλα γραπτά της.