Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Σε ξένη γη

προς το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων

Είναι αρκετά πρωί, στα τέλη κάποιου Μαρτίου πριν από πολλά χρόνια. Υπάρχουν ακόμα απομεινάρια του χειμώνα αλλά η άνοιξη έχει αποτολμήσει να κάνει αρκετά αισθητή την παρουσία της. Ξέρεις ότι τις παγωμένες νύχτες, λίγο πριν από το ξημέρωμα, μπορείς πια να κυκλοφορήσεις χωρίς το βαρύ χειμωνιάτικο πανωφόρι σου, χωρίς το κασκόλ σου και -σίγουρα- χωρίς γάντια για τα σκαμμένα από την κιθάρα χέρια σου. Το χορτάρι της αυλής δεν πιάνει πια την παχιά λευκή πάχνη και έχει αρχίσει σιγά-σιγά να πρασινίζει και να σηκώνεται από τη γη. Όταν ξυπνάς το πρωί, τα ρούχα σου, που είχες απλώσει στην αυλή στα βάθη της νύχτας για να ξεμυρίσουν από τους καπνούς και τις μουσικές, είναι στεγνά και μυρίζουν καθαρό αέρα του πρωινού. Οι υγρασίες έχουν φύγει για πιο βόρειες χώρες.

Ένα τέτοιο πρωινό ήταν. Ξύπνησε νωρίς για να προλάβει να είναι στην ώρα του. Είχε ετοιμάσει αποβραδίς το σάκο με τα λίγα απαραίτητα που θα χρειαζόταν. Είχε συζητήσει με γνωστούς που είχαν ήδη ζήσει αυτή την εμπειρία και είχε μαζί του και την "Πιτσιλιά στο χακί" -το ημερολόγιο που θα κρατούσε αναλυτικά σε όλη τη διάρκεια της θητείας του, καταχωνιασμένο στη βάση του "λουκάνικου" για το φόβο τών Ιουδαίων. Όλα ήταν έτοιμα. Μέχρι βελόνα και κλωστή -κυρίως αυτά, που επρόκειτο να αποδειχθούν απολύτως απαραίτητα.

Δεν αποχαιρέτησε κανέναν -δεν υπήρχε κανένας για να τον αποχαιρετήσει. Διπλοκλείδωσε το χαμόσπιτο, πήρε στο χέρι του τον "πολιτικό" σάκο με τα λιγοστά του "ατομικά είδη" και έκλεισε πίσω του την πόρτα της αυλής. Την κλείδωσε κι αυτή. Γύρισε για μια στιγμή να ρίξει μια τελευταία ματιά πίσω του. Πίσω απ' τα σιδερένια κάγκελα, στην κορυφή της πόρτας, άφηνε τη ζωή του. Την προηγούμενη ζωή του. Όσα είχε ζήσει μέχρι εκείνη τη μέρα. Πολλά και έντονα χρόνια. Και ήξερε καλά -αφού το είχε ήδη αποφασίσει από καιρό- ότι η ζωή "μετά" την χακί περίοδο δεν θα ήταν η ίδια. Θα συνεχιζόταν αλλιώς, εντελώς διαφορετικά. Σε άλλα σκηνικά, ίσως σε άλλη πόλη, και σίγουρα με άλλο μεροκάματο -τέρμα το νυχτοκάματο πια.

Μάντευε το χορτάρι της αυλίτσας που ξύπναγε πράσινο και υγρό. Σχεδόν άκουγε τους βολβούς μέσα στο χώμα, που, όπως κάθε άνοιξη, ετοιμάζονταν να σκάσουν και να τραβήξουν το δρόμο για τα ψηλά. Δεν είχε κανένα περιθώριο να σκέφτεται τέτοια πράγματα τώρα. Τώρα έφευγε. Κράτησε μέσα του μόνο την εικόνα της κιθάρας του, έτσι όπως την είχε φωτογραφήσει ξαπλωμένη πάνω σ' εκείνο το χορτάρι μιαν άλλη άνοιξη πριν από αρκετά χρόνια. Την έκλεισε μέσα του και έφυγε.

Δεν θυμάται τίποτα από τη διαδρομή μέχρι το Κέντρο. Ούτε πώς έφτασε στο πρακτορείο, ούτε το λεωφορείο, ούτε τη δρόμο. Τίποτα. Οι μνήμες του ξεκινάνε από τη στιγμή που αντίκρισε την πύλη του στρατοπέδου, με τον ψηλό τσιμεντένιο φράχτη και τα συρματοπλέγματα. "Από τη μια αυλή στην άλλη", σκέφτηκε. Μόνο που ετούτο το κτηνώδες και απάνθρωπο κατασκεύασμα με φυλακή έμοιαζε παρά με οτιδήποτε άλλο. Ήξερε πολύ καλά ότι θα περνούσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σε μια φυλακή φτιαγμένη ειδικά για αυτήν την ηλικία των ανδρών. Τότε που είναι ορμητικοί, περήφανοι και επαναστατημένοι, γεμάτοι ιδέες και πράξη. Τότε ακριβώς είναι που η κραταιά τάξη τους υποτάσσει και τους ευνουχίζει δια παντός. Την κρίσιμη περίοδο της ανάτασης. Της Άνοιξής τους.

Κοντοστάθηκε κοιτάζοντας τα πρόβατα που έμπαιναν στο σφαγείο. Ένας-ένας έφταναν μπροστά στον ΑΜίτη και αφού απόθεταν το σάκο τους πάνω σε έναν πάγκο, τον άνοιγαν και έβγαζαν από μέσα ό,τι είχαν και δεν είχαν. Απόλυτος και εξονυχιστικός έλεγχος. Μόνο ακτινογραφία δεν τους έβγαζαν. Και το ύφος του σκοπού; Το ύφος που έχει το βλαχάκι που αποκτά θέση και κοινωνική υπόσταση. Θρασίμι πραγματικό. Τα πρόβατα προχωρούσαν και αντιδρούσαν εντελώς υπνωτισμένα και υποταγμένα στη μοίρα τους. Κάποια απ' αυτά ήταν επίσης θρασίμια και ανάγωγα σπέρματα κακιάς γέννας, που περίμεναν την ένταξή τους στο σφαγείο προκειμένου να ξεράσουν όλη την κακότητα και την κακοχωνεμένη εφηβεία τους. Σαν μηρυκαστικά θα την ξανάβγαζαν στην επιφάνεια, θα τη ξέρναγαν πάνω στα υπόλοιπα πρόβατα, που, μη έχοντας κανένα περιθώριο αντίδρασης, θα ήταν αναγκασμένα να υπομένουν.

Η σελίδα της ημέρας παρουσίασης από την "Πιτσιλιά στο χακί"
 
Τα ήξερε όλα αυτά. Ήξερε τι τον περίμενε. Δεν ήταν πρωτάρης. Χρόνια στη νύχτα και στα άγονα και βρωμισμένα μονοπάτια της, είχε καταλάβει τι σημαίνει απελευθέρωση του σκοτεινού εαυτού μας. Είχε πάψει από καιρό να αναθεματίζει την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά σ' αυτήν την πύλη και προσπαθούσε να καταπιεί αμάσητη αυτήν την τετράγωνη πραγματικότητα που του επιβαλλόταν ερήμην της θέλησής του. Μια μεγάλη μαλακία ήταν όλο αυτό το παιχνίδι, το σκηνικό, και το ήξερε. Και όλοι όσοι το υπηρετούσαν ήταν αρρωστημένα μυαλά και μολυσμένα σώματα με αιματοβαμμένα χέρια. Και τώρα προσπαθούσε. Προσπαθούσε πολύ. Προσπαθούσε να κλείσει την καταπακτή μέσα του και να την ξανανοίξει μετά από ενάμισι χρόνο. Να την κρατήσει ερμητικά κλειστή και να λειτουργεί μηχανικά. Απόλυτα και τετελεσμένα. Δεν είχε άλλο δρόμο. Αλλιώς θα τρελαινόταν.

Δεν ήθελε να μπει αμέσως μόλις έφτασε. Ακριβώς απέναντι από την πύλη βρισκόταν ένα καφενεδάκι όπου έβρισκαν απάγκιο τα εκκολαπτόμενα φανταράκια μαζί με τις μανάδες και τους πατεράδες τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τις φιλενάδες τους, που τα βομβάρδιζαν με παρηγοριές και οδηγίες. Εκείνα υπνωτισμένα, αποχαυνωμένα από τη ζοφερή προοπτική και ανήσυχα και ανυπόμονα για το κοντινό μέλλον, ήταν αδύνατο να σταθεροποιήσουν κάπου το βλέμμα τους και απαντούσαν μηχανικά. Έβλεπες πως δεν ήταν εκεί. Ήταν ήδη μέσα. Μόνο το κορμί τους ήταν καθισμένο με τους δικούς τους ανθρώπους. Εκείνοι είχαν ήδη περάσει την πύλη και χάνονταν στην ανωνυμία και στο τίποτα.

Κάθισε παράμερα, σ' ένα μοναχικό τραπεζάκι, έτσι ώστε να έχει οπτική επαφή με τους περισσότερους αλλά και με την πύλη απέναντι. Παράγγειλε καφέ και άναψε τσιγάρο. Οι ανάσες του είχαν αρχίσει να βαθαίνουν. Ο ήλιος να ανεβαίνει. Η ώρα είχε πάει έντεκα και μισή. Οι οδηγίες έλεγαν πως έπρεπε να περάσει τη πύλη το αργότερο μέχρι τη μία. Ένα-ένα τα παιδιά σηκώνονταν, αποχαιρετούσαν τους δικούς τους, που συνήθως με το ζόρι συγκρατούσαν τα δάκρυά τους, και κατευθύνονταν προς την πύλη διασχίζοντας την άσφαλτο. Του έκανε εντύπωση πως από τη στιγμή του τελευταίου ασπασμού και μετά κανένας τους δεν γύρισε το κεφάλι να κοιτάξει όσους και όσα άφηνε πίσω του.

Ήπιε τον καφέ του κάπως βιαστικά από κάποια στιγμή και μετά. Ένιωθε πια κι εκείνος πως δεν ανήκε εκεί. Λες και η ζελατίνα ξεκόλλαγε γρήγορα από το κορμί του, από τη ζωή του ολόκληρη, και τον αποξένωνε απ' όλα. Τα πόδια του τον μυρμήγκιαζαν. Ήθελε να σηκωθεί και να περπατήσει προς τα εκεί. Σαν τη μύγα που, υπνωτισμένη από το φως, πάει και πέφτει πάνω του σαν τυφλή. Και κολλάει πάνω στη λάμπα τυφλωμένη. Έτσι κι εκείνος. Το μόνο που έβλεπε πια ήταν ένα στενόμακρο σκοτεινό τούνελ που κατέληγε στο λευκό κράνος τού ΑΜίτη. Στα δυο χέρια που έψαχναν και έλεγχαν το σάκο του λες και του ανακάτευαν τα εντόσθια. Χωρίς να μπορεί πια να έχει τίποτα κρυφό και προσωπικό.

Άφησε τα κέρματα πάνω στο τραπεζάκι και μπήκε στο τούνελ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: