Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Νυχτερινός δρόμος


Μια σειρά από νυχτερινές φωτογραφίες τραβηγμένες πριν από δυο χρόνια ακριβώς. Έπεσα πάνω τους σήμερα, τελευταία μέρα του Οκτωβρίου, και με θυμήθηκα να περπατώ σ' αυτόν τον νυχτερινό πεζόδρομο.

Ήταν βράδυ πια, η ώρα είχε περάσει από εννιά. Μόλις είχα τελειώσει μια αρκετά κουραστική εξωτερική δουλειά και ήμουν κάπως ζαλισμένος και εξαντλημένος. Βγαίνοντας στο δρόμο ο κρύος αέρας με ξύπνησε και μου έδωσε κουράγιο να συνεχίσω. Έστριψα απρογραμμάτιστα σ' αυτό το μικρό δρομάκι για να βρω ησυχία και να αρχίσω να προσαρμόζομαι σιγά-σιγά στους ρυθμούς του έξω κόσμου.

Η πρώτη έκπληξη ήταν ο φωτισμός. Τα κίτρινα φώτα του δήμου είχαν έναν περίεργο τόνο, αλλόκοτο, εξωπραγματικό, και δημιουργούσαν υπέροχες σκηνές -σχεδόν θεατρικές. Ήμουν ο μοναδικός πεζός. Ο μοναδικός ηθοποιός και ο μοναδικός θεατής. Ούτε πίσω μου βήματα, ούτε μπροστά μου σκιά ανθρώπου. Μπορούσα να ακούω το περπάτημά μου πάνω στο πλακόστρωτο πολύ καθαρά. Δεν βιάστηκα. Άρχισα να αργοπορώ συνειδητά για να απολαύσω τις εικόνες που ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια μου. Ώσπου έφτασα στο σπίτι.













 

Το φεγγάρι ήταν σχεδόν γεμάτο και έριχνε κι εκείνο το δικό του λευκό φως, δημιουργώντας την οπτική μαγεία που ανοιγόταν μπροστά μου. Σταμάτησα. Σχεδόν κράτησα την ανάσα μου. Αργά-αργά άρχισα να σέρνω το βλέμμα μου πάνω σε όλες τις επιφάνειες του σπιτιού. Στη στέγη, στα παραθυρόφυλλα, στις μπαλκονόπορτες, στα κάγκελα, στις πόρτες, στα πολύχρωμα γραμμένα συνθήματα στους τοίχους και στα αφηρημένα σχέδια. Φευγάτη από -ποιος ξέρει πόσα- χρόνια η ζωή από μέσα, τώρα τα ανοίγματα έχασκαν ορθάνοιχτα στο σκοτάδι της νύχτας.

Είναι φορές που θα 'θελες να σταματήσει ο χρόνος για να διασταλούν οι αισθήσεις σου και να χωρέσεις ακόμη περισσότερες εικόνες μέσα σου. Αλλά ταυτόχρονα να μπορέσεις κι εσύ να βουτήξεις ακόμη πιο βαθιά σ' αυτές. Να καταφέρεις να καλύψεις μεγαλύτερο φάσμα της όρασης, της ακοής, της όσφρησης. Να ανοίξεις και να ανοιχτείς. Και να αρχίσεις να περιστρέφεσαι. Βρίσκεσαι ανεβασμένος στο πανί ενός μαγικού κινηματογράφου και έχεις πηδήξει μέσα στη σκηνή. Στον κινηματογράφο τέτοιες σκηνές -αργές, μακρόσυρτες και φαινομενικά σιωπηλές- είναι αρκετά "επικίνδυνες" όταν δεν συνοδεύονται από βάθος και κρυφές αισθήσεις. Εδώ όμως δεν ήταν έτσι. Εδώ τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Το σπίτι ήταν τόσο ζωντανό μέσα στην εγκατάλειψή του που νόμιζες πως άκουγες τις φωνές που άλλοτε το κατέκλυζαν. Έβλεπες τις μπαλκονόπορτες να ανοιγοκλείνουν, κάποτε αργά κάποτε βιαστικά, και αόρατα χέρια να χαϊδεύουν τα κλαδιά της νεραντζιάς για να μοσχοβολήσει ο δρόμος την άνοιξη.

Μεγάλη ελευθερία αυτή στη φαντασία. Μπορείς να πηγαινοέρχεσαι και να τριγυρνάς σε όλες τις εποχές την ίδια στιγμή. Να περνάς από τον χειμώνα στο καλοκαίρι με ένα ανοιγόκλεισμα του ματιού και να νιώθεις είτε την καυτή ζέστη του Ιουλίου, που σε κυνηγάει μέχρι να μπεις μέσα και να αναζητήσεις λίγη δροσιά κάτω από τα κεραμίδια, ή το τσουχτερό κρύο του χειμώνα, που εδώ, σ' αυτήν την περιοχή, ίσως συνοδευόταν από δυνατή βροχή που έπεφτε με ριπές πάνω στα τζάμια. Τα δυο δέντρα εκατέρωθεν της κεντρικής μπαλκονόπορτας σίγουρα πολλαπλασίαζαν τον ήχο της βροχής, ενώ όταν φυσούσε, ο σεισμός των φύλλων πρέπει να ήταν μαγικός.

Όλα συμβαίνουν εδώ. Όλα συμβαίνουν μέσα στην εικόνα του μυαλού σου. Αρκεί ένα σπίτι, ένας στενός κι απόμερος δρόμος, ένας εμπνευσμένος φυσικός ή τεχνητός φωτισμός, μια λοξή κι αφρόντιστη ματιά στην "πραγματικότητα" και όλα αλλάζουν.   

Μ' αρέσει να περπατάω τα βράδια σε δρόμους χωρίς κίνηση. Να αφήνω τα φώτα των στύλων να δημιουργούν τις δικές τους ελλειπτικές εικόνες και να σκεπάζουν με πέπλα τα πάντα. Να διαισθάνομαι τις ζωές των ανθρώπων πίσω από τις κλειστές κουρτίνες και τις κλειδωμένες πόρτες. Μέσα στα φωτισμένα παράθυρα με το λευκό ή το κίτρινο φως. Τέλος της μέρας. Οι -πάντα- προσωρινοί ένοικοι των δωματίων έχουν πια αρχίσει να μαζεύουν ένα-ένα τα κομμάτια του εαυτού τους που διαμελίστηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και σε τόσους και τόσους άλλους ανθρώπους από το πρωί. Αρκετά κομμάτια ξέμειναν για πάντα στους μικρούς και μεγάλους δρόμους στους οποίους περπάτησαν και πέρασαν, σε σκάλες που ανεβοκατέβηκαν βιαστικά, σε δωμάτια και γραφεία που επισκέφθηκαν. Σε κουβέντες που αντάλλαξαν με άλλους ανθρώπους, σε μονόλογους με λόγια που ποτέ δεν ειπώθηκαν και ποτέ δεν ακούστηκαν, σε ματιές, σε ήχους και στην κούραση της μέρας. Ο ήλιος έδυσε εδώ και ώρες.

Τώρα, κλεισμένοι και κλειδωμένοι πίσω απ' την τελική πόρτα, αρχίζουν το κέντημα της μέρας που πέρασε. Κάθε μέρα και ένα μεγάλο κομμάτι. Το πρωί το ξηλώνουν και πάλι από την αρχή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: