Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Χατζιδάκις - Γκάτσος: το ένα πρόσωπο

της Αγαθής Δημητρούκα

Το ένα πρόσωπο απέναντι στο ένα πρόσωπο. Τα βλέμματα τους αντικριστά ή σχεδόν αντικριστά. Τα λόγια τους ίσα και στην ευθεία. Κι απ' αυτήν την ευθεία, να κρέμονται οι εκάστοτε παρευρισκόμενοι, αναζητώντας - οι πιο αθώοι - το στέρεο νήμα της ζωής. Πόσοι το βρήκαμε; Μα, πόσοι ήμασταν αθώοι τόσο για να το βρούμε; Παράλληλες αισθήσεις κι απόμακρες δονήσεις ανακαλώ στη μνήμη μου κάθε φορά που μου ζητάν να περιγράψω το «τότε» και το «εκεί» των δύο «συνομιλητών». Ένα τμήμα του «τότε»: 1975-1992. Μερικά σημεία του «εκεί»: Φλόκα, GB Corner, σπίτι μας. Συνομιλητές (με τη σειρά που ξεκινούσε η φανερή συνομιλία): Νίκος Γκάτσος και Μάνος Χατζιδάκις. Η δική μου θέση; Η ίδια πάντα. Κοιτούσα το αριστερό προφίλ του Γκάτσου και το δεξί του Χατζιδάκι.

«Το μεσημεριανό φαγητό στα εστιατόρια ήταν η πρόφαση για τις πολύωρες συναντήσεις τους (...) Αφού σχολίαζαν τους πάντες και τα πάντα, κατέληγαν μαθηματικά στα μεταξύ τους πειράγματα...» 

Τι αντιλαμβανόμουνα; Μα, τι περισσότερο θα μπορούσα να αντιληφθώ, εκτός από το απολύτως ορατό, εκτός από αυτό που δεν επιδεχόταν δεύτερη ανάγνωση;

Καλώς τον Μάνο, - ο Γκάτσος.
- Γεια σου Νίκο, - ο Χατζιδάκις, με μιαν απλή χειραψία, χωρίς φιλιά και περιττούς ασπασμούς. Αυτά ήταν για τους επισκέπτες, κυρίως τους περιστασιακούς, που δεν ένιωθαν αποστάσεις. Εκείνοι, μ' ένα σύντομο «είσαι σίγουρος;», ασπάζονταν ο ένας τις ιδέες του άλλου. Το μεσημεριανό φαγητό στα εστιατόρια ήταν η πρόφαση για τις πολύωρες συναντήσεις τους. Στο σπίτι, οι συναντήσεις ήταν βραδινές και, οι συζητήσεις για δουλειές, περιορισμένες στο αναγκαίο, έτσι για να κρατιέται ο νους σε ετοιμότητα, καθώς ο Γκάτσος έμπαινε στην τελευταία του ηλικία. Ο σχεδόν νεανικός ενθουσιασμός του Χατζιδάκι συχνά προσέκρουε στη συγκροτημένη σκέψη και αντίδραση του Γκάτσου. Του Γκάτσου που, όταν ο ενθουσιασμός του «συνομιλητή» του ξεκινούσε από βάσεις πιο ρεαλιστικές, δεν δίσταζε να ακολουθήσει με την χαρά του μεγαλύτερου αδερφού, με την ικανοποίηση του δασκάλου που βλέπει τον μαθητή του να κάνει ακόμα ένα βήμα πέρα από τα κεκτημένα. Πρώτος, συνήθως, έφερνε ο Χατζιδάκις μια κασέτα με τις βασικές μελωδίες, ενορχηστρωμένες ήδη -αν ήταν παλαιότερες- ή παιγμένες από τον ίδιο στο πιάνο και τραγουδισμένες με ψεύτικα λόγια. Μετά, ο Γκάτσος έφερνε τους στίχους και μερικούς εκτός μελωδίας αν τους είχε γράψει από πριν ή αν κάποια ιδέα του τον είχε οδηγήσει αλλού.
- Πάρ' τα αυτά και τ' ακούς στο σπίτι σου - έλεγε ο Χατζιδάκις.
- Πάρ' τα αυτά και τα βλέπεις στο σπίτι σου - έλεγε ο Γκάτσος και γυρνούσαν την κουβέντα τους στα περί πολιτικής και στα περί πολιτισμού, κι αφού σχολίαζαν τους πάντες και τα πάντα, κατέληγαν μαθηματικά στα μεταξύ τους πειράγματα. Από ένα τέτοιο πείραγμα, προέκυψε το ανολοκλήρωτο πείραμα της Χατζιδακιάδας, που, καθώς δεν έχει πουθενά σημειωθεί, θα βασιστώ στην αγαθή μα όχι κι αλάθητη μνήμη μου και θα προσπαθήσω να το ανασυντάξω.

ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΑΣ

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας
του Χατζιδάκι βάσανα θα πω στ' αρχοντικό σας.
Με του Μαγιού τις ευωδιές του φθινοπώρου τ' άνθη
γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στην Ξάνθη.
Η μάνα του Πολίτισσα, ο κύρης του απ' την Κρήτη,
τον Καζαμία διάβαζε και τον Ονειροκρίτη.
Από μικρός τα γράμματα του φέρναν αηδία
τη μουσική αγάπησε μα όχι τα ωδεία.
Κι αντί να φύγει σ' άλλη γη να πάει σ' άλλα κράτη
την Αττική προτίμησε και τ' όμορφο Παγκράτι.
Κι αντί σαν όλα τα παιδιά να βγει κι αυτός στο πάρκο
τους οικοδόμους άκουγε που τραγουδούσαν Μάρκο.
Καλήν εσπέραν άρχοντες κι ακούστε παρακάτω
πώς άλλοι βγαίνουν στον αφρό κι άλλοι κολλάν στον πάτο.
Με τα χειρόγραφα σωρό τις μελωδίες μάτσο
βρήκε έναν τύπο βλοσυρό που τον ελέγαν Γκάτσο.
Κάτσανε κάτω και μαζί πολλά τραγούδια γράψαν
που τα πουλιά σωπάσανε κι όλα τ' αηδόνια πάψαν.
Καλήν εσπέραν άρχοντες!

Η Καθημερινή
6.6.1999

Δεν υπάρχουν σχόλια: