Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Η χρυσή δεκαετία του '60


Το είχε πει κάποια στιγμή ο Μάνος Χατζιδάκις στον δημοσιογράφο Δημήτρη Λιμπερόπουλο όταν βρίσκονταν και οι δυο τους στην Νέα Υόρκη, εκεί κάπου στα τέλη του '60: "Απόλαυσε αυτή τη δεκαετία γιατί δεν πρόκειται να ξανάρθει τέτοια περίοδος για την Ελλάδα...".

Είχε δίκιο. Μέχρι στιγμής τουλάχιστον, είχε δίκιο. Προς το παρόν κάθε διαφορετικό μελλοντικό σενάριο φαντάζει εντελώς φανταστικό και απλησίαστο. Αλλά ας αφήσουμε το μέλλον στο μέλλον. Ούτε εξάλλου σκοπός εδώ είναι να καταδείξουμε το "αλάθητο" του Μ.Χ.

Επιστρέφω πολύ συχνά πίσω στην ιστορία. Καθημερινά και πολλές φορές μέσα στη μέρα. Διαβάζοντας κάθε είδους ανάγνωσμα -βιβλία, εφημερίδες, ποιήματα, διαφημίσεις, απλά σημειώματα, τα πάντα- και ακούγοντας ηχητικά αποσπάσματα και ντοκουμέντα εκείνων των εποχών -με λίγα λόγια προσπαθώντας να ταξιδέψω σε άλλες εποχές και άλλα χρόνια για να καταφέρω να κατανοήσω το σήμερα. Είναι αδήριτη ανάγκη να σκύβω πάνω από τα έργα των ανθρώπων και να διαβάζω τις ψυχές τους. Η ζωή τότε και η καθημερινότητα γίνονται πολύ περισσότερο κατανοητές και υποφερτές. Δεν έχουν εκπλήξεις και αναπάντεχα γεγονότα πέραν των πραγματικά απρόβλεπτων περιστατικών και των λόγων ανωτέρας βίας.

Πρέπει να ήταν πολύ όμορφες και ελπιδοφόρες εκείνες οι εποχές, εκείνα τα χρόνια, οι αρχές της δεκαετίας του '60, που κατέληξαν σε εκείνη την Χαμένη Άνοιξη, που τόσο όμορφα και βαθιά και απαλά και χρωματιστά -αλλά και έντονα και οδυνηρά και επαναστατικά- μας περιγράφει ο Στρατής Τσίρκας. Όμορφες εποχές γιατί ο τόπος άκμαζε και δημιουργούσε. Η χώρα γνώριζε τον δεύτερο ρυθμό ανάπτυξης παγκοσμίως και έτρεχε σαν άγριο άλογο σε όλα τα επίπεδα και όλους τους τομείς. Οι αντιπαραθέσεις δεν έλειπαν -θα ήταν αλλόκοτο αν έλειπαν αφού αυτό είναι η ζωή και από αυτές γεννιέται. Η συντηρητική κυβέρνηση τού Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε ανοίξει το δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου στο πρακτικό επίπεδο της ζωής. Η χώρα ήταν όντως ένα απέραντο εργοτάξιο -με τα λάθη, τις παραλείψεις και τις υπερβολές του. Αυτά δεν λείπουν ποτέ από τη ζωή. Η χώρα έδειχνε να εξασφαλίζει ολοένα και περισσότερο το ζην και είχε έλθει η στιγμή να αποζητήσει το ευ ζην. Εξέλεξε την Ένωση Κέντρου δυο φορές με μεγάλες πλειοψηφίες -τη δεύτερη μάλιστα με ένα απόλυτο και διαχρονικά ανεπανάληπτο ποσοστό σε ελεύθερες εκλογές. Οι πολίτες ζητούσαν πλέον οι ελευθερίες, τα δικαιώματα, οι ιδέες και τα όνειρα να μπούνε στην πρώτη γραμμή. Ο τόπος πλέον θα προσπαθούσε να τρέξει για να καλύψει πλέον και ποιοτικά, εκτός από ποσοτικά, όλα εκείνα τα χρόνια της τουρκικής υποταγής και της κηδεμονίας των ξένων δυνάμεων. Είχε κέφι, είχε όρεξη, είχε όραμα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου εκείνη την κρίσιμη στιγμή ενσάρκωνε την μετάβαση από το παλιό στο καινούργιο. Από το μερικό στο γενικό, στο όλον. Δεν είχε σημασία που στο παρελθόν είχε υπάρξει μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στην Αίγυπτο, στην Βάρκιζα, αλλά και παλιότερα, στις προπολεμικές κυβερνήσεις. Ήταν ταυτόχρονα εκείνος που έχτισε γύρω στα 3000 σχολεία πριν από τον πόλεμο -σχολεία τόσο γερά και ανθεκτικά που άντεξαν μέχρι την δεκαετία του '80 και ίσως πολλά από αυτά αντέχουν ακόμα. Ήταν εκείνος που εισήγαγε την δωρεάν Παιδεία, δίνοντας στόχο και προορισμό στους νέους. Δεν τα λες και λίγα αυτά τα πράγματα αν δεν σου αρέσει μόνο να γκρινιάζεις και να επιβάλλεις το ατροφικό Εγώ σου.

Και θα φτάσουμε στην μέγιστη ίσως στιγμή του Γεωργίου Παπανδρέου. Σε μια από τις μέγιστες στιγμές πολιτικού άνδρα σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του τόπου. Πολλές φορές μια και μόνο πράξη στη ζωή του ανθρώπου αρκεί για να τον εξυψώσει για πάντα πολύ ψηλότερα από κάθε άλλη στιγμή της ζωής του. Αυτό συνέβη με τον Γεώργιο Παπανδρέου μια μέρα του Ιουνίου του 1964 στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη συνάντησή του με τον Πρόεδρο Τζόνσον (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=378400), όταν ο Γέρος εκφώνησε το "Όχι" για την Κύπρο και το σχέδιο Άτσεσον. Το προηγούμενο ελληνικό "Όχι" είχε ακουστεί στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Ετούτο ήταν εξίσου ισχυρό και θαρραλέο.

Εκείνη τη στιγμή εκδηλώθηκαν για άλλη μια φορά τα τραγικά χαρακτηριστικά της φυλής. Εκείνα που, όταν ο γείτονάς σου προοδεύει, εσύ πηγαίνεις και του αφήνεις σκουπίδια έξω από την πόρτα του αντί να τον βοηθήσεις να καθαρίσει πιο γρήγορα για να προοδεύσει καλύτερα και κοντά του κι εσύ. Άρχισε πάλι ο ένας να βγάζει το μάτι του άλλου. Να πολεμά ο αδελφός τον αδελφό -όπως ακριβώς είχε γίνει πριν από είκοσι χρόνια στον Εμφύλιο. Αλλά, βλέπεις, ενώ στη Γαλλία οι συνεργάτες των Ναζί εκτελέσθηκαν μετά το τέλος του πολέμου, στην Ελλάδα έπιασαν πόστα και κυβέρνησαν και σχημάτισαν τον κοινωνικό ιστό του κράτους. Τι άλλη χειρότερη εγγύηση χρειαζόταν κανείς για να είναι σίγουρος ότι μια νέα προδοσία θα ερχόταν;

Το παλάτι και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, υπακούοντας απόλυτα και πειθήνια στις εντολές Αμερικανών και Άγγλων, ανέκοψαν την εξελικτική πορεία αυτού του τόπου τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικά.

Παρά την προσπάθεια αντίστασης του Γεωργίου Παπανδρέου, που διέθετε το ανεπανάληπτο 53% του ελληνικού λαού μαζί του και κήρυξε τον Ανένδοτο Αγώνα κατά των μηχανορραφιών παλατιού και μερικών πολιτικών της παράταξής του, παρενέβη αντισυνταγματικά ο Κοκός με εκείνες τις περίφημες και ανόητες επιστολές και εξανάγκασε τον Γέρο στην ουσία να παραιτηθεί. Στήθηκε υπέροχα η Αποστασία στην οποία ο Κ. Μητσοτάκης ευφυώς δεν κατέλαβε κανένα αξίωμα για να μην καταγράψει η ιστορία το μελανό σημείο του. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε και τι ήθελε (ή τι του είχαν υποσχεθεί οι Άγγλοι-Αμερικανοί φίλοι του): απόλυτη στήριξη για την περαιτέρω αναρρίχησή του.

Δεν έχουν λοιπόν κανένα δικαίωμα να μιλάνε αλλά ούτε και να υφίστανται στο πολιτικό στερέωμα οι Μητσοτάκηδες επειδή υπήρξαν ο Δούρειος Ίππος της πτώσης της Ελλάδας. Πολιτική αλητεία. Αλλά τα ντόπια συμφέροντα, που βασίζονται πάντα σε Αμερικανούς και Άγγλους, τους στηρίζουν πάντα. Κι έτσι φτάσαμε σε αυτόν τον ανεκδιήγητο και φαιδρό "Κούλη". 

Ο τόπος στη δεκαετία του '60 άνθισε σαν κήπος. Η μουσική, το θέατρο, ο αθλητισμός (ο αγνός και ανόθευτος), όλες οι τέχνες γενικότερα, η βιοτεχνία, η βιομηχανία. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο που σε όλους τους παραπάνω τομείς αναδείχθηκαν μεγάλες μορφές παγκόσμιας εμβέλειας. Η ναυτιλία έγινε πρώτη στον κόσμο και ο τουρισμός άνοιξε την αγκαλιά του στους πολίτες όλης της γης. Πάντα, σε κάθε εποχή, γεννιούνται μεγάλοι άνθρωποι. Αλλά αυτό δεν φτάνει. Δεν αρκεί να είναι ο σπόρος καλός. Πρέπει και το χωράφι να είναι γόνιμο. Τότε υπήρχαν και τα δυο. Σήμερα ο καλός σπόρος χάνεται και σαπίζει μέσα στην μεμψιμοιρία, στην ηττοπάθεια, στην εσωτερική νεύρωση των αισθήσεων και του μυαλού. Ασθένειες κατασκευασμένες επίτηδες για να ναρκώσουν και να αποκοιμίσουν τις πλατιές μάζες με τη χυδαία και καταστροφική επίδραση του "Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια" αφού πρώτα εξόντωσαν τους πρωτοπόρους με τα ναρκωτικά, την περιθωριοποίηση και τελικά την τρέλα.


Ο Μηνάς (1968)
Στίχοι-μουσική-ερμηνεία: Γιώργος Ρωμανός
Ενορχήστρωση: Νίκος Μαμαγκάκης
(από το κανάλι https://www.youtube.com/channel/UCcdPsQgjGC6WZ2K2kxh5CXA)

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Παύλος Σιδηρόπουλος


Κάποια στιγμή θα γινόταν κι αυτό. Θα έγραφα για εκείνον. Για τον καλλιτέχνη που είδα ζωντανά περισσότερες φορές από κάθε άλλον. Για τον Παύλο. Για τον δικό μας Παύλο. Τον Παύλο όλων των παντοτινά νέων και τον Παύλο όλων των επαναστατημένων και απροσάρμοστων (ή ασυμβίβαστων). Τον Παύλο. Α, ρε Παύλο...

Όταν ήλθα στην Αθήνα, το 1983, ο Παύλος ήταν ήδη μύθος μέσα μου. Η ανάγκη μου να τον δω ήταν ακατάσχετη. Το Φλου ήδη έπαιζε από λίγα χρόνια πριν στο πικάπ και στο κασετόφωνο της νιότης μου.

Τον θυμάμαι κάποιο βράδυ στον εξώστη, στο αίθριο τής Αρχιτεκτονικής στο Πολυτεχνείο, να τραγουδάει με την αγωνία καρφωμένη στα μάτια του. Ήμασταν πολύ λίγοι γύρω του -όχι πάνω από 40-50 άτομα. Κι εκείνος έψαχνε στο σκοτάδι να δει τα μάτια μας. Μας κοίταζε έναν-έναν λες και ήθελε να μας θυμάται. Ίσως η καλύτερη φορά που τον είδα. Σε έναν χώρο αλλόκοτο για ζωντανή μουσική, με το αίθριο να ανοίγεται ανάμεσά μας και με ένα κοινό μερικών δεκάδων ανθρώπων. Ακούγονταν ακόμη και οι ανάσες μας.

Αργότερα, όταν ανέβηκα κι εγώ για χρόνια στο πάλκο, έπαιξα τα τραγούδια του Παύλου αμέτρητες φορές. Τα περισσότερα.

Κάθε φορά που τον βλέπω, που τον ακούω ή που τον τραγουδάω, βουρκώνω. Δεν ξέρω αν τα δάκρυα φεύγουν για εκείνον, για εμένα, ή για την φευγάτη νιότη μας. Κι έρχεται μια στιγμή που δεν αντέχω άλλο να ακούω τη φωνή του να μου τρυπάει τ' αυτιά και τον κλείνω. Και κάνω να τον ακούσω -ακόμη και να τον σκεφτώ- πολύ καιρό. Μέχρι να ξεχειλίσει πάλι το ποτήρι της ανοχής και της αντοχής και τα όνειρα να ξαναψάξουν να βρούνε διέξοδο. Και τότε έρχεται πάλι μόνος του, χωρίς καμιά προσπάθεια, μπροστά μου. Ξεπροβάλλει μέσα απ' το σωριασμένο και λιπόθυμο πλήθος, που ξέπνοο έχει πλέον παραδώσει ελπίδες και όνειρα.

Μετά τον Παύλο όλα άλλαξαν. Τίποτα πια δεν θα ήταν ποτέ το ίδιο. Μας έδωσε μια άλλη, υπερβατική αλλά απόλυτα γειωμένη, οπτική και προοπτική της πραγματικότητας. Αυτός ο άνθρωπος είχε την ικανότητα, το χάρισμα, να μας υποδέχεται στα ίδια του τα όνειρα κι εμείς να μπαίνουμε μέσα άνετα, ευχάριστα κι απόλυτα. Έφυγε αλλά δεν πήρε μαζί του τα όνειρα. Τα άφησε πίσω, να ζούνε μέσα και μαζί με τα τραγούδια του, με την φωνή του. Αυτή τη φωνή που δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα -και ίσως δεν μπορέσει ποτέ- να αντικαταστήσει καμιά άλλη. 'Οπως έγινε με τον Στελιο Καζαντζίδη -σε άλλο επίπεδο εκείνος. Ό,τι τραγούδησε ο Παύλος καθαγιάστηκε και κανείς ποτέ δεν θα μπορέσει να το προσεγγίσει. Μην μπερδευτείς.


video

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Χατζιδάκις - Γκάτσος: το ένα πρόσωπο

της Αγαθής Δημητρούκα

Το ένα πρόσωπο απέναντι στο ένα πρόσωπο. Τα βλέμματα τους αντικριστά ή σχεδόν αντικριστά. Τα λόγια τους ίσα και στην ευθεία. Κι απ' αυτήν την ευθεία, να κρέμονται οι εκάστοτε παρευρισκόμενοι, αναζητώντας - οι πιο αθώοι - το στέρεο νήμα της ζωής. Πόσοι το βρήκαμε; Μα, πόσοι ήμασταν αθώοι τόσο για να το βρούμε; Παράλληλες αισθήσεις κι απόμακρες δονήσεις ανακαλώ στη μνήμη μου κάθε φορά που μου ζητάν να περιγράψω το «τότε» και το «εκεί» των δύο «συνομιλητών». Ένα τμήμα του «τότε»: 1975-1992. Μερικά σημεία του «εκεί»: Φλόκα, GB Corner, σπίτι μας. Συνομιλητές (με τη σειρά που ξεκινούσε η φανερή συνομιλία): Νίκος Γκάτσος και Μάνος Χατζιδάκις. Η δική μου θέση; Η ίδια πάντα. Κοιτούσα το αριστερό προφίλ του Γκάτσου και το δεξί του Χατζιδάκι.

«Το μεσημεριανό φαγητό στα εστιατόρια ήταν η πρόφαση για τις πολύωρες συναντήσεις τους (...) Αφού σχολίαζαν τους πάντες και τα πάντα, κατέληγαν μαθηματικά στα μεταξύ τους πειράγματα...» 

Τι αντιλαμβανόμουνα; Μα, τι περισσότερο θα μπορούσα να αντιληφθώ, εκτός από το απολύτως ορατό, εκτός από αυτό που δεν επιδεχόταν δεύτερη ανάγνωση;

Καλώς τον Μάνο, - ο Γκάτσος.
- Γεια σου Νίκο, - ο Χατζιδάκις, με μιαν απλή χειραψία, χωρίς φιλιά και περιττούς ασπασμούς. Αυτά ήταν για τους επισκέπτες, κυρίως τους περιστασιακούς, που δεν ένιωθαν αποστάσεις. Εκείνοι, μ' ένα σύντομο «είσαι σίγουρος;», ασπάζονταν ο ένας τις ιδέες του άλλου. Το μεσημεριανό φαγητό στα εστιατόρια ήταν η πρόφαση για τις πολύωρες συναντήσεις τους. Στο σπίτι, οι συναντήσεις ήταν βραδινές και, οι συζητήσεις για δουλειές, περιορισμένες στο αναγκαίο, έτσι για να κρατιέται ο νους σε ετοιμότητα, καθώς ο Γκάτσος έμπαινε στην τελευταία του ηλικία. Ο σχεδόν νεανικός ενθουσιασμός του Χατζιδάκι συχνά προσέκρουε στη συγκροτημένη σκέψη και αντίδραση του Γκάτσου. Του Γκάτσου που, όταν ο ενθουσιασμός του «συνομιλητή» του ξεκινούσε από βάσεις πιο ρεαλιστικές, δεν δίσταζε να ακολουθήσει με την χαρά του μεγαλύτερου αδερφού, με την ικανοποίηση του δασκάλου που βλέπει τον μαθητή του να κάνει ακόμα ένα βήμα πέρα από τα κεκτημένα. Πρώτος, συνήθως, έφερνε ο Χατζιδάκις μια κασέτα με τις βασικές μελωδίες, ενορχηστρωμένες ήδη -αν ήταν παλαιότερες- ή παιγμένες από τον ίδιο στο πιάνο και τραγουδισμένες με ψεύτικα λόγια. Μετά, ο Γκάτσος έφερνε τους στίχους και μερικούς εκτός μελωδίας αν τους είχε γράψει από πριν ή αν κάποια ιδέα του τον είχε οδηγήσει αλλού.
- Πάρ' τα αυτά και τ' ακούς στο σπίτι σου - έλεγε ο Χατζιδάκις.
- Πάρ' τα αυτά και τα βλέπεις στο σπίτι σου - έλεγε ο Γκάτσος και γυρνούσαν την κουβέντα τους στα περί πολιτικής και στα περί πολιτισμού, κι αφού σχολίαζαν τους πάντες και τα πάντα, κατέληγαν μαθηματικά στα μεταξύ τους πειράγματα. Από ένα τέτοιο πείραγμα, προέκυψε το ανολοκλήρωτο πείραμα της Χατζιδακιάδας, που, καθώς δεν έχει πουθενά σημειωθεί, θα βασιστώ στην αγαθή μα όχι κι αλάθητη μνήμη μου και θα προσπαθήσω να το ανασυντάξω.

ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΑΣ

Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας
του Χατζιδάκι βάσανα θα πω στ' αρχοντικό σας.
Με του Μαγιού τις ευωδιές του φθινοπώρου τ' άνθη
γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στην Ξάνθη.
Η μάνα του Πολίτισσα, ο κύρης του απ' την Κρήτη,
τον Καζαμία διάβαζε και τον Ονειροκρίτη.
Από μικρός τα γράμματα του φέρναν αηδία
τη μουσική αγάπησε μα όχι τα ωδεία.
Κι αντί να φύγει σ' άλλη γη να πάει σ' άλλα κράτη
την Αττική προτίμησε και τ' όμορφο Παγκράτι.
Κι αντί σαν όλα τα παιδιά να βγει κι αυτός στο πάρκο
τους οικοδόμους άκουγε που τραγουδούσαν Μάρκο.
Καλήν εσπέραν άρχοντες κι ακούστε παρακάτω
πώς άλλοι βγαίνουν στον αφρό κι άλλοι κολλάν στον πάτο.
Με τα χειρόγραφα σωρό τις μελωδίες μάτσο
βρήκε έναν τύπο βλοσυρό που τον ελέγαν Γκάτσο.
Κάτσανε κάτω και μαζί πολλά τραγούδια γράψαν
που τα πουλιά σωπάσανε κι όλα τ' αηδόνια πάψαν.
Καλήν εσπέραν άρχοντες!

Η Καθημερινή
6.6.1999

Μάνος Χατζιδάκις - Ο ερωτικός Κύκλος του CNS



της Ιουλίτας Ηλιοπούλου

«Το αντικείμενο του έρωτα είναι το κέντρο του Παραδείσου»
Novalis)

Ο διωγμός απ' τον Παράδεισο παραμονεύει σαν σκυλί, διψώντας για δάκρυα. Ασταμάτητα τρέχει η ζωή, μόνον η τέχνη μπορεί να σταματήσει τους λεπτούς δείχτες της σ' ένα διηνεκές μαζί, σ' έναν παράδεισο παραδειγματικό στις κρυφές συντεταγμένες της καρδιάς μας. Γιατί αν υπάρχει κάτι ερωτικότερο απ' τον έρωτα είναι ίσως η γνήσια κι απροσχημάτιστη εγγραφή του στην τέχνη. Αν υπάρχει πράγματι κάτι ερωτικότερο του «Μεγάλου Ερωτικού» του Μάνου Χατζιδάκι, ίσως να είναι «Ο Κύκλος του CNS»: Το μεταίσθημα του έρωτα μέσα στη μουσική και το ποίημα... Ένας διπλός λυρισμός, ενός λόγου που γίνεται μουσική, μιας μουσικής που είναι λόγος και αδιαμεσολάβητα, χωρίς υπαινιγμούς παρά μονάχα με βαθιές νύξεις, ζητά και πετυχαίνει να ομολογήσει την παράλογη πίστη, την ανάγκη του Άλλου.

Μάνος Χατζιδάκις - 1945 - Σε ηλικία 20 ετών και αριστερά ο φίλος του Carlo Novi Sanchez, «στη Βαρκελώνη το 1947, την εποχή που γίναμε φίλοι», όπως σημειώνει ο ίδιος ο συνθέτης. Σ' αυτόν είναι αφιερωμένος «Ο Κύκλος του CNS», που γράφτηκε λίγα χρόνια αργότερα.

Δεν ενδιαφέρουν τα γεγονότα και η πραγματική εκκίνηση τους, αυτό που ενδιαφέρει είναι πώς τα γεγονότα αυτά εγγράφονται στην ψυχή του συνθέτη, πώς γίνονται τα ίδια νέο αυτάξιο γεγονός, που πάνω του προβάλλονται ποικίλες ανόμοιες ιδιοσυγκρασίες ανθρώπων, μιας άλλης, μα ανάλογης στην καταγωγή της ευαισθησίας.

«Στην αποβάθρα
Με περιμένει ένας καημός
Δεν είν' δικός μου
Δεν είν' δικός σου.
Μόν' είν' του φίλου που ‘φύγε...»

Ο κύκλος του CNS δεν είναι παρά ο αποκρυσταλλωμένος, ο σταματημένος κύκλος του νερού. Οι παλλόμενοι ομόκεντροι κύκλοι γύρω από ένα βότσαλο - μια ψυχή που έπεσε μες στο νερό, μες στο κενό του χρόνου· αλλάζοντας αυτό το ευθύγραμμο τέλος, ακυρώνοντας το κι εφευρίσκοντας μιαν άλλη αρχή. «Ο υπέρτατος σκοπός της τέχνης», λέει ο Novalis, «δεν είναι παρά να συλλάβεις τον πιο υπέροχο εαυτό σου, να γίνεις για μια στιγμή ο εαυτός του εαυτού σου». Κι αν δεν κατακτούμε απολύτως τον άλλον στον έρωτα, κατακτούμε ένα απόμακρο κομμάτι του εαυτού μας, το πιο καθαρό, το πιο απρόβλεπτο, το προορισμένο ίσως να χαθεί μες στις συμβάσεις και τα όρια της τρέχουσας ανάγκης. Ωστόσο κοιταζόμαστε με εμμονή, αγγίζουμε μέσα στον άλλον ένα ψήγμα του αθέατου που δέχτηκε να λάβει υλική μορφή στο πρόσωπο του. Κι αν αναιρείται αυτό το πολύτιμο κάτι της ζωής, κάπου μακριά συνεχίζεται το χάδι και τα μαλλιά αυτού που αγαπήθηκε πολύ, προκαλούν τον άνεμο, φέρνουν τη σκέψη στην αφετηρία της: τις αισθήσεις, την πραγματικότητα στο θαύμα. Κάθε ελεγείο, κάθε ρέκβιεμ δεν μπορεί εν τέλει παρά να είναι ιερατικά ερωτικό, να κομίζει από τη φυσική απουσία την εν τέχνη κοινωνία, την υπερβατική συνύπαρξη. Εγκοσμιώνουμε αυτό που ανήλθε και εγκαταβιώνουμε μαζί του. Αφού πρώτα με τον πιο καθαρό, τον πιο ανοχύρωτο τρόπο έχουμε ανοιχτεί στην οδύνη του τέλους, σε μια εντατική έξαρση των αισθήσεων, του νου, των επιθυμιών, στον καημό του ποτέ πια.

«Ο αφέντης έφυγε νωρίς
Σκύλος τα μεσάνυχτα…»

Το χαμένο κομμάτι μιας άλλης, μα δικής μας ζωής που χάσαμε χάνοντας το ερωμένο πρόσωπο, κινεί μια ολόκληρη κοσμογονικής υφής απορία. Η έλλειψη πόρου συνεπιφέρει και την ασυνείδητη σχεδόν αίρεση των φυσικών ορίων. Η προσληπτική μας ικανότητα παύει να είναι αυτή του νου και μόνο οι αισθήσεις μας λαμβάνουν μηνύματα του υπεραισθητού κόσμου.

«Θα περιμένω σε παραλία ερημική
Τ' άγριο το κύμα να μου φέρει
Τη ματιά σου»

Όταν απεγνωσμένα επιθυμείς, θα λάβεις. Η θάλασσα σου επιστρέφει το δικό σου το βλέμμα, μα αυτό έχει γίνει πια το βλέμμα το Άλλου. Όλα μιλούν την ώρα που σωπαίνουν «πιο ουράνια», λέει ο Novalis «κι από τα λαμπερά εκείνα αστέρια μας φαίνονται τα απέραντα μάτια, που άνοιξε η νύχτα μέσα μας... δεν χρειάζονται το φως για να περάσει η ματιά τους στα βάθη μιας καρδιάς ερωμένης...». Ο ήλιος της νύχτας του Novalis είναι η περίεργη έλξη προς τον σκοτεινό ουρανό του CNS που θα του ξημερώσει κάτι από το αγαπημένο πρόσωπο «είτε πετράδι, είτε φιλί...», είναι η φυσική κραυγή λόγου και μουσικής.

«Εγώ φοβάμαι τη σιωπή
Πληγώνω τα μεσάνυχτα
Κι ακούγεται η κραυγή»

Είναι το ίδιο το σώμα, αντηχείο των χρωμάτων της σιωπής, το σώμα που αποκωδικοποιεί ποικίλα μυστικά σήμερα αγάπης «κι αν σμίξουν τ' άστρα μας. Θέλω με τη σιωπή να σμίξουν τα όνειρα μας», το σώμα που θα κατοικηθεί από την επίμονη επιφάνεια του αγαπημένου «ως να γεννώ εγώ μια παραλία ερημική να σε καλωσορίσει». Αν για τη δομή του εγκεφάλου τα συναισθήματα βρίσκονται στη μέση εξέλιξη, θα 'λέγε κανείς πως για τη μουσική αντιπροσωπεύουν τη μέγιστη βαθμίδα σε μια κλίμακα χωρίς τέλος. Μια που η μουσική συνεχίζεται μέσα μας όταν ο ήχος έχει πια σβήσει, όπως η αγάπη. Επίμονα, σαρωτικά αντιστρέφει την προοπτική, καταλύει τις αντινομίες, προσμετρά αλλιώς τα φαινόμενα, τρέπει αλλού το χρόνο, υπονομεύοντας τον, απομηχανοποιεί τον μηχανισμό που μας περιέχει. Ο Χατζιδάκις μοιάζει σαν να μην ψάχνει τίποτα κι όμως βρίσκει τα πάντα. Σ' ένα σκοτάδι διάφανο ανεβοκατεβαίνει και παράγει ο ίδιος με τη μουσική, φως. Ξέρει το τέλος και του δίνει ζωή, εφευρίσκοντας συγχορδίες, περάσματα υδάτινα, ήχους· «αχ το παιδί μου χάθηκε στη θάλασσα» που θα πει, έχει αποκτήσει φωνή αιώνια, τη φωνή της κι ας σιωπά. Η σιωπή καλλιεργείται και βλασταίνει φθόγγους, συλλαβές, αινίγματα που η στιγμιαία λύση τους γράφεται με ανασασμούς, λεπτές τονικότητες, πάνω στον ουρανό της νύχτας σαν πάνω στο δέρμα. Η μουσική, ναι, είναι ένας άλλος κώδικας ερμητικός και συνάμα αναγνώσιμος και από τον αναλφάβητο της. Ένας άλλος κρύφιος τρόπος για να κατοικήσουν στη συνείδηση τα ακραία. Η ενεργητικότητα και της πιο γαλήνιας μελωδίας, η διαρκώς εν κινήσει επιθυμία της, δημιουργεί το πιο επίμονο, το πιο βασανιστικό και γι' αυτό ομοιοπαθητικά λυτρωτικό έδαφος για να πατήσει η ψυχή μας, για να αναπαυθεί το αδύνατο. «Ο κύκλος του CNS» ανοίγει και αποπερατώνεται μέσα στον εαυτό του. Αφήνει ωστόσο το βάθος και το προσκήνιο του έρωτα να αναπνεύσουν όχι καν μπροστά μας, αλλά μέσα μας, ανακαλώντας την ιδιωτική μας μνήμη. Εμείς μοιάζει τώρα να αποχαιρετούμε και να καλωσορίζουμε, συνάμα, τον έρωτα γιατί:

«Είναι θεός
είναι Χριστός
Κι είναι καραβοκύρης
Ο φίλος μου που μ' άφησε
Κληρονομιάν Εσένα»

Η Καθημερινή
6.6.1999