Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Στο λεωφορείο


Πόσο μοιάζουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας; Πόσο διαφορετικοί είμαστε; Τόσες φορές, τόσες χιλιάδες φορές το έχουμε αναρωτηθεί και δεν παύουμε να το αναρωτιόμαστε σε όλη τη ζωή μας. Αυτό συμβαίνει συνήθως κάθε φορά που βιώνουμε κάτι έντονο και εντελώς προσωπικό, κάτι που θεωρούμε απόλυτα μοναδικό και πιστεύουμε είτε πως δεν μας καταλαβαίνει κανείς είτε ότι κανείς άλλος δεν έχει ζήσει κάτι παρόμοιο σε ένταση και σε συνδυασμούς γεγονότων έτσι ώστε να αποτελέσει τον καθρέφτη μας -κι εμείς τον δικό του- και να ευτυχίσουμε να "επικοινωνούμε" ή ακόμη και να "συμπάσχουμε". Όχι όμως. Δεν είμαστε διαφορετικοί. Είμαστε φτιαγμένοι από τις ίδιες πρώτες ύλες. Έχουμε γραμμένο μέσα μας τον ίδιο άγνωστο προορισμό. Μας διέπουν οι ίδιες βιωματικές αξίες και μας κυβερνά ο ίδιος καημός.

Ένας καημός που, αυτή τη στιγμή που το σκέφτομαι καλύτερα, θυμίζει αστικό λεωφορείο. Άλλοι προλαβαίνουν το προηγούμενο, άλλοι το επόμενο. Κάποιοι τρέχουν να το προφτάσουν αλλά δεν τα καταφέρνουν. Μπορεί μάλιστα να σκοντάψουν ή και να πέσουν πάνω στο τρέξιμο και τη βιασύνη τους. Τότε θα γυρίσουν πάλι στη στάση για να περιμένουν το επόμενο. Άλλοι πάλι έζησαν την εποχή που το λεωφορείο είχε διαφορετικό νούμερο γραμμής και ακολουθούσε λίγο ή αρκετά παραλλαγμένο δρομολόγιο. Όπως επίσης θα έλθουν κι άλλοι και θα μετακινούνται με τον επόμενο αριθμό γραμμής που θα χρησιμοποιήσει το λεωφορείο και που θα εξυπηρετεί κι άλλες, νέες περιοχές.

Πάνε κι έρχονται τα λεωφορεία, πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι στις λεωφόρους τής Ύπαρξης. Ταξιδεύουν μέρα-νύχτα, με ήλιο ή βροχή, με αέρα ή χαλάζι, με χιόνι ή συννεφιά. Τα λεωφορεία μεταφέρουν άλλοτε λίγο και άλλοτε πολύ κόσμο -τόσο πολύ που γίνεται πια υπερπληθυσμός. Όταν οι επιβάτες ανεβαίνουν από την αφετηρία κάποιας απομακρυσμένης και απόκεντρης γραμμής μπορεί να είναι μόνοι τους. Μπορεί να είναι ένας μόνο ο επιβάτης. Αυτός και ο οδηγός, που χειρίζεται το λεωφορείο. Επειδή χρειάζεται ο οδηγός, αλλιώς το λεωφορείο παραμένει ακυβέρνητο και είναι μαθηματικά σίγουρο ότι θα συντριβεί με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Ο επιβάτης μπορεί τότε να νιώθει μοναξιά και, αν για μεγάλο διάστημα δεν ανέβει άλλος στο λεωφορείο, τότε ο ένας και μοναδικός επιβάτης μπορεί να νιώσει πολλή και βαθιά μοναξιά στον παράδεισό του. Σε άλλους αρέσει αυτή η μοναξιά μέχρι του σημείου που την αποζητούν και εύχονται να μην ανέβουν πολλοί επιβάτες στη διαδρομή. Καμιά φορά στην πορεία κατεβαίνουν όλοι διαδοχικά, ο ένας μετά τον άλλον, και απομένει μόνο ένας επιβάτης, που κατεβαίνει μόνος του στο τέρμα. Έχει όμως δει, έχει γνωρίσει, έχει συνομιλήσει, έχει ανταλλάξει τόσα πολλά με τους συνεπιβάτες που διάνυσαν ένα ενδιάμεσο κομμάτι της διαδρομής κι έτσι έμαθε, άκουσε και είπε νέα πράγματα. Άγνωστα μέχρι τότε, που πολύ πιθανό να μην τα προσέγγιζε ποτέ αλλιώς. Όλοι όσοι ανέβηκαν στο λεωφορείο, από όπου κι αν ανέβηκαν και οπουδήποτε κι αν κατέβηκαν, έμαθαν και άκουσαν και είδαν και αντάλλαξαν και έζησαν.

Κάποιοι επιβάτες, μόλις ανεβαίνουν, τρέχουν να πιάσουν κάθισμα και κολλάνε τη μούρη τους στο τζάμι χωρίς να την ξεκολλήσουν μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Πολλές φορές δεν στρέφουν καν το κεφάλι τους προς το εσωτερικό του λεωφορείου -ούτε στον διπλανό τους. Μπορεί να είναι απορροφημένοι από κάποια βαθιά σκέψη ή μπορεί απλώς να φοβούνται, να ντρέπονται ή να νιώθουν αμηχανία στη συναναστροφή. Ποιος να ξέρει. Ο καθένας έχει το δικό του μυστικό που πολύ δύσκολα αφήνει να φανερωθεί. Ενώ βλέπεις άλλους που δεν χάνουν ευκαιρία να πιάσουν αμέσως κουβέντα με τον διπλανό τους με μια τέτοια ευκολία που θα 'βαζες στοίχημα πως συναντιούνται κάθε μέρα στο ίδιο λεωφορείο ή ακόμη πως ίσως είναι και συγγενείς. Αυτοί καμιά φορά όσο εύκολα τα βρίσκουν με τους συνεπιβάτες τους τόσο εύκολα αρχίζουν να φωνάζουν και να τσακώνονται μεταξύ τους χωρίς να προλάβει κανείς να καταλάβει την αφορμή.

Παλιά στα λεωφορεία υπήρχε και εισπράκτορας που καθόταν μέσα σε ένα ειδικά διαμορφωμένο κιγκλίδωμα και πωλούσε τα εισιτήρια έναντι καθορισμένου τιμήματος. Ήταν η πρώτη μορφή "περιορισμού" ή "επιβολής" με σκοπό πλέον το αυξημένο και καθαρό κέρδος αλλά και την τάξη στη ζωή. Αργότερα οι εισπράκτορες αφαιρέθηκαν από τα λεωφορεία και τη θέση τους πήραν κάτι μηχανήματα αυτόματου ελέγχου του εισιτηρίου, το οποίο είχε φροντίσει ο επιβάτης να προμηθευθεί από ειδικά σημεία πριν επιβιβαστεί. Απέκτησε έτσι το σύστημα μια κάποια "αυτενέργεια" εντός του λεωφορείου αλλά, από την άλλη, ο "περιορισμός" και η "επιβολή" επεκτάθηκαν έξω από τα όριά του. Κατέβηκαν στην άσφαλτο, μπήκαν στα διάφορα μαγαζιά, περίπτερα και πρακτορεία που πωλούσαν πια τα εισιτήρια. Το σύστημα απλώθηκε σαν χταπόδι και τώρα πια επηρέαζε, έλεγχε και εξουσίαζε πολύ περισσότερα σημεία και απέκτησε πολλά νευραλγικά κέντρα.

Απ' το μικρό στο μεγάλο κι απ' το λίγο στο πολύ, όλα και όλοι σιγά-σιγά έδειξαν το πρόσωπο και όχι το προσωπείο τους ενώ η ζωή ξεδιπλωνόταν διαρκώς.

Ετοιμάζονται και λεωφορεία χωρίς οδηγό πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: