Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Διάλογοι ΙΙΙ


= Και τι γίνεται;

-  Ε, δεν βλέπεις;

= Εγώ βλέπω, αλλά θέλω να μου τα πεις ο ίδιος.

-  Τι να σου πρωτοπώ...

= Άρχισε απ' όπου θες. Έχω χρόνο.

-  Και τι δεν έχεις τώρα εσύ...

= Μην το πας αλλού. Αυτό δεν σε αφορά, το τι έχω εγώ δηλαδή. Ξεκίνα.

-  Ήλθε η Τίνα. Έρχεται τελικά μια-δυο φορές το χρόνο. Δεν ξέρω αν ζει η Λέλα -εσύ θα ξέρεις.

= Ναι, ξέρω αλλά δεν είναι της στιγμής. Όσο για την Τίνα, το ξέρω. Δεν την είδα όμως και τόσο καλά αυτή τη φορά. Εξάλλου δεν είμαι εδώ γι' αυτό τώρα. Αλήθεια, γιατί συνεχίζεις να θέλεις να τα λέμε;

-  Νομίζω πως δεν κατάφερα να "προχωρήσω", όπως λένε οι άνθρωποι, στη μουσική μετά το φευγιό σου. Προσπάθησα, δοκίμασα, πειραματίστηκα αρκετά. Εξάλλου, μην ξεχνάς πως εγώ ήμουν που απομακρύνθηκα -ή, για να είμαι δίκαιος, "σε απομάκρυνα"- γιατί ήταν αδύνατον να ανταποκριθείς στα ζητούμενά μου εκείνης της εποχής στη μουσική. Και έπρεπε να φύγω, να προχωρήσω. Εσύ, πάντα ευγενής και γεμάτος μόνο με κατανόηση και αγάπη, το κατάλαβες χωρίς ποτέ να το σχολιάσεις. Χωρίς ποτέ να μου αναφέρεις τίποτα. Και χωρίς να αλλάξει η συμπεριφορά σου απέναντί μου ποτέ. Σου οφείλω πάντα μια μεγάλη συγγνώμη για τότε. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Προσπάθησα να σου δώσω να καταλάβεις αλλά είχες μπει πολύ βαθιά στον δρόμο σου και δεν μπορούσες να γυρίσεις πίσω. Εσύ με δέχτηκες όπως ήμουν κι εγώ δεν επιχείρησα να σε αλλάξω ή να σε χειραγωγήσω. Έτσι παρέμεινε αυτή η μεγάλη αγάπη και ο σεβασμός. Εγώ διένυσα τις διαδρομές μου σ' αυτήν την τροχιά και τελικά βγήκα από τον κύκλο της εγκαταλείποντάς την για πάντα. Κάπου εκεί ξαναβρεθήκαμε πολλές φορές όπως παλιά -και ήταν υπέροχα. Είχαμε ωριμάσει και οι δυο μέσα από τις δικές μας πορείες και η συνάντηση ήταν υπέροχη. Ήταν, βλέπεις, τόσο δυνατά και πρωτόγνωρα όλα όσα είχαμε ζήσει που ήταν αδύνατον να έλθουν άλλα στη θέση τους. Λες και σε αυτό το θέμα, όπως και σε κάποια άλλα ίσως, έζησα τη ζωή εφάπαξ. Μια κι έξω. Ίσως όμως έχει να κάνει και με μια προσκόλληση που δείχνω κάποιες φορές και που τελικά μοιάζει να γίνεται κάτι σαν μανία. Αν και γενικά δεν αντέχω την πολλή στασιμότητα και επανάληψη, μερικές φορές διακρίνομαι από μια αποκλειστικότητα, μια μοναδικότητα. Δεν ξέρω αν μπορώ να το εκφράσω όπως το νιώθω.

= Καταλαβαίνω. Εξάλλου, μην ξεχνάς πως σε ξέρω -και μάλιστα σε γνώρισα σε πολύ έντονες στιγμές και σε έζησα σε σημαδιακές περιόδους της ζωής σου. 

-  Σαν τώρα τη θυμάμαι πάντα την κίτρινη μπουλντόζα εκείνης της Κυριακής. Και μετά ήλθε η Τετάρτη με το συνωμοτικό βλέμμα που ανταλλάξαμε και τα γέλια που βάλαμε. Ήταν πολύ όμορφα όμως. Άνοιξη του 1986. Ήλθε κι έδεσε όλο. Ήταν εντελώς καινούργιο για μένα. Δεν είχα ζήσει τέτοιες σχέσεις μέχρι τότε. Ελεύθερες, ανοιχτές, πλούσιες. Άνθρωποι έμπαιναν, έβγαιναν, χάνονταν και ξαναεμφανίζονταν. Βρισκόμασταν σε σπίτια, σε πάρκα, σε μαγαζιά, σε αλάνες και γωνιές δρόμων. Τότε που δεν υπήρχαν ούτε κινητά τηλέφωνα, ούτε μέιλ, ούτε τίποτα. Όταν πια απέκτησα και αυτοκίνητο, το ραντεβού για να σε "μαζέψω" ήταν στη γωνία του Benetton. Και σε άφηνα συνήθως στο Jasmin ή στο σπίτι σου από κάτω, στην Μπισκίνη. Όταν κοιτάξω πίσω εμένα, θυμάμαι και βλέπω ένα τρομαγμένο επαρχιωτάκι, που όμως είχε ένα καλό ταλέντο και ισχυρή θέληση. Αυτή τον βοηθούσε.

= Θα μου πεις γιατί με φωνάζεις κάθε φορά;

-  Μάλλον πάλι δεν βγάζω άκρη. Και κάθε φορά που δεν βγάζω άκρη σε χρειάζομαι. Βάζω κι ακούω κάποιο τραγούδι που παίζαμε ή κάποιο που ανακάλυψα αφότου έφυγες και ξέρω πως θα μας άρεσε πολύ να το παίζαμε και σε καλώ με το όνομά σου ρωτώντας σε πού είσαι.

= Ξέρεις καλύτερα από μένα ότι εγώ δεν έχω -δεν είχα- τις ευκαιρίες, τη δυνατότητα μάλλον αλλά και τη μεγάλη τύχη σε κάποια θέματα, να ζήσω όλα αυτά που ζεις εσύ. Που ζείτε όλοι σας πια. Γιατί πιστεύεις ότι μπορώ πρώτα απ' όλα να σε καταλάβω και μετά να σου πω και δυο κουβέντες;

-  Ήσουν και είσαι σταθερό σημείο αναφοράς για μένα. Πάτησα γερά πάνω σε όσα ζήσαμε και στο γεγονός ότι ξέρω πολύ καλά -από τότε το ήξερα αφού εσύ ο ίδιος μου το είχες πει- πως μ' αγαπάς και πως είμαι, εεεε...ήμουν, από τους πολύ ελάχιστους ανθρώπους που εκτιμούσες επειδή σε δεχόμουν πάντα όπως ήσουν. Και αυτό ήταν ελευθερία. Γιατί το ίδιο συνέβαινε και για μένα. Κι εσύ με δεχόσουν όπως ακριβώς ήμουν. Με όλες τις παραξενιές, τις κυκλοθυμίες και τις ιδιοτροπίες μου. Γιατί είχα πολλές απ' αυτές.

= Και τώρα τι έγινε πάλι; Ζορίζεσαι;

-  Ζορίζομαι πολύ ώρες-ώρες.

= Θα μου τα πεις όλα σιγά-σιγά.

-  Θα σου τα πω.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Στο λεωφορείο


Πόσο μοιάζουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας; Πόσο διαφορετικοί είμαστε; Τόσες φορές, τόσες χιλιάδες φορές το έχουμε αναρωτηθεί και δεν παύουμε να το αναρωτιόμαστε σε όλη τη ζωή μας. Αυτό συμβαίνει συνήθως κάθε φορά που βιώνουμε κάτι έντονο και εντελώς προσωπικό, κάτι που θεωρούμε απόλυτα μοναδικό και πιστεύουμε είτε πως δεν μας καταλαβαίνει κανείς είτε ότι κανείς άλλος δεν έχει ζήσει κάτι παρόμοιο σε ένταση και σε συνδυασμούς γεγονότων έτσι ώστε να αποτελέσει τον καθρέφτη μας -κι εμείς τον δικό του- και να ευτυχίσουμε να "επικοινωνούμε" ή ακόμη και να "συμπάσχουμε". Όχι όμως. Δεν είμαστε διαφορετικοί. Είμαστε φτιαγμένοι από τις ίδιες πρώτες ύλες. Έχουμε γραμμένο μέσα μας τον ίδιο άγνωστο προορισμό. Μας διέπουν οι ίδιες βιωματικές αξίες και μας κυβερνά ο ίδιος καημός.

Ένας καημός που, αυτή τη στιγμή που το σκέφτομαι καλύτερα, θυμίζει αστικό λεωφορείο. Άλλοι προλαβαίνουν το προηγούμενο, άλλοι το επόμενο. Κάποιοι τρέχουν να το προφτάσουν αλλά δεν τα καταφέρνουν. Μπορεί μάλιστα να σκοντάψουν ή και να πέσουν πάνω στο τρέξιμο και τη βιασύνη τους. Τότε θα γυρίσουν πάλι στη στάση για να περιμένουν το επόμενο. Άλλοι πάλι έζησαν την εποχή που το λεωφορείο είχε διαφορετικό νούμερο γραμμής και ακολουθούσε λίγο ή αρκετά παραλλαγμένο δρομολόγιο. Όπως επίσης θα έλθουν κι άλλοι και θα μετακινούνται με τον επόμενο αριθμό γραμμής που θα χρησιμοποιήσει το λεωφορείο και που θα εξυπηρετεί κι άλλες, νέες περιοχές.

Πάνε κι έρχονται τα λεωφορεία, πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι στις λεωφόρους τής Ύπαρξης. Ταξιδεύουν μέρα-νύχτα, με ήλιο ή βροχή, με αέρα ή χαλάζι, με χιόνι ή συννεφιά. Τα λεωφορεία μεταφέρουν άλλοτε λίγο και άλλοτε πολύ κόσμο -τόσο πολύ που γίνεται πια υπερπληθυσμός. Όταν οι επιβάτες ανεβαίνουν από την αφετηρία κάποιας απομακρυσμένης και απόκεντρης γραμμής μπορεί να είναι μόνοι τους. Μπορεί να είναι ένας μόνο ο επιβάτης. Αυτός και ο οδηγός, που χειρίζεται το λεωφορείο. Επειδή χρειάζεται ο οδηγός, αλλιώς το λεωφορείο παραμένει ακυβέρνητο και είναι μαθηματικά σίγουρο ότι θα συντριβεί με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Ο επιβάτης μπορεί τότε να νιώθει μοναξιά και, αν για μεγάλο διάστημα δεν ανέβει άλλος στο λεωφορείο, τότε ο ένας και μοναδικός επιβάτης μπορεί να νιώσει πολλή και βαθιά μοναξιά στον παράδεισό του. Σε άλλους αρέσει αυτή η μοναξιά μέχρι του σημείου που την αποζητούν και εύχονται να μην ανέβουν πολλοί επιβάτες στη διαδρομή. Καμιά φορά στην πορεία κατεβαίνουν όλοι διαδοχικά, ο ένας μετά τον άλλον, και απομένει μόνο ένας επιβάτης, που κατεβαίνει μόνος του στο τέρμα. Έχει όμως δει, έχει γνωρίσει, έχει συνομιλήσει, έχει ανταλλάξει τόσα πολλά με τους συνεπιβάτες που διάνυσαν ένα ενδιάμεσο κομμάτι της διαδρομής κι έτσι έμαθε, άκουσε και είπε νέα πράγματα. Άγνωστα μέχρι τότε, που πολύ πιθανό να μην τα προσέγγιζε ποτέ αλλιώς. Όλοι όσοι ανέβηκαν στο λεωφορείο, από όπου κι αν ανέβηκαν και οπουδήποτε κι αν κατέβηκαν, έμαθαν και άκουσαν και είδαν και αντάλλαξαν και έζησαν.

Κάποιοι επιβάτες, μόλις ανεβαίνουν, τρέχουν να πιάσουν κάθισμα και κολλάνε τη μούρη τους στο τζάμι χωρίς να την ξεκολλήσουν μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Πολλές φορές δεν στρέφουν καν το κεφάλι τους προς το εσωτερικό του λεωφορείου -ούτε στον διπλανό τους. Μπορεί να είναι απορροφημένοι από κάποια βαθιά σκέψη ή μπορεί απλώς να φοβούνται, να ντρέπονται ή να νιώθουν αμηχανία στη συναναστροφή. Ποιος να ξέρει. Ο καθένας έχει το δικό του μυστικό που πολύ δύσκολα αφήνει να φανερωθεί. Ενώ βλέπεις άλλους που δεν χάνουν ευκαιρία να πιάσουν αμέσως κουβέντα με τον διπλανό τους με μια τέτοια ευκολία που θα 'βαζες στοίχημα πως συναντιούνται κάθε μέρα στο ίδιο λεωφορείο ή ακόμη πως ίσως είναι και συγγενείς. Αυτοί καμιά φορά όσο εύκολα τα βρίσκουν με τους συνεπιβάτες τους τόσο εύκολα αρχίζουν να φωνάζουν και να τσακώνονται μεταξύ τους χωρίς να προλάβει κανείς να καταλάβει την αφορμή.

Παλιά στα λεωφορεία υπήρχε και εισπράκτορας που καθόταν μέσα σε ένα ειδικά διαμορφωμένο κιγκλίδωμα και πωλούσε τα εισιτήρια έναντι καθορισμένου τιμήματος. Ήταν η πρώτη μορφή "περιορισμού" ή "επιβολής" με σκοπό πλέον το αυξημένο και καθαρό κέρδος αλλά και την τάξη στη ζωή. Αργότερα οι εισπράκτορες αφαιρέθηκαν από τα λεωφορεία και τη θέση τους πήραν κάτι μηχανήματα αυτόματου ελέγχου του εισιτηρίου, το οποίο είχε φροντίσει ο επιβάτης να προμηθευθεί από ειδικά σημεία πριν επιβιβαστεί. Απέκτησε έτσι το σύστημα μια κάποια "αυτενέργεια" εντός του λεωφορείου αλλά, από την άλλη, ο "περιορισμός" και η "επιβολή" επεκτάθηκαν έξω από τα όριά του. Κατέβηκαν στην άσφαλτο, μπήκαν στα διάφορα μαγαζιά, περίπτερα και πρακτορεία που πωλούσαν πια τα εισιτήρια. Το σύστημα απλώθηκε σαν χταπόδι και τώρα πια επηρέαζε, έλεγχε και εξουσίαζε πολύ περισσότερα σημεία και απέκτησε πολλά νευραλγικά κέντρα.

Απ' το μικρό στο μεγάλο κι απ' το λίγο στο πολύ, όλα και όλοι σιγά-σιγά έδειξαν το πρόσωπο και όχι το προσωπείο τους ενώ η ζωή ξεδιπλωνόταν διαρκώς.

Ετοιμάζονται και λεωφορεία χωρίς οδηγό πια.