Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Γιώργος Ιωάννου


Είναι πολύ αληθινός -ίσως τις περισσότερες φορές πιο αληθινός δεν γίνεται. Αυτό το διαισθάνεσαι ως αναγνώστης. Αναδύεται σαν πυκνός καπνός μέσα από το έργο του και σε υπνωτίζει. Οι αφηγήσεις του δεν σε παρασύρουν απλώς στον κόσμο της λογοτεχνίας, του φανταστικού και της συγγραφικής τέχνης. Τα γραπτά του σφύζουν από ζωή. Από ανθρώπινο πλήθος, από ανθρώπινες γωνιές που μυρίζουν αισθήματα, πάθη και αλήθεια. Οι σελίδες φεύγουν σαν τραίνο νυχτερινό -βλέπεις, είναι γεμάτες σκοτεινές γωνιές και σκιές, κόντρα στο αδέκαστο φως, όπως ακριβώς και η αληθινή ζωή.

Δεν φοβούμαι εγώ τους ανθρώπους. Καθόλου. Παρ' όλο που έχω πάθει πολλά. Και όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε μεγάλο πλήθος ανθρώπων, στους μεγάλους δρόμους ή σε συνάξεις, δεν νιώθω «συντριβή», όπως ακούω πολλούς να λένε. Αντίθετα νιώθω πάρα πολύ μεγάλη χαρά από τα ανθρώπινα πλάσματα που βρίσκονται γύρω μου. Ίσως αυτό να είναι και ο κυριότερος λόγος που αγαπώ τόσο πολύ τις μεγαλουπόλεις, και φυσικά τις δύο μεγαλουπόλεις που έχει η χώρα μας, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σε τελική ανάλυση, το μόνο πράγμα που με παρηγορεί και καταστέλλει τη φοβία μου για το θάνατο είναι οι άλλοι, οι πολλοί άνθρωποι. Η μοναξιά μέσα στη φύση με πανικοβάλλει. Ενώ η μοναξιά μέσα στη μεγαλούπολη είναι το ιδανικό μου. Να είμαι κοντά, αλλά όχι μαζί, για να μπορώ να δουλέψω. Εάν δεν είχα αυτήν την ανάγκη της συγγραφικής δημιουργίας, ασφαλώς θα ζούσα, μετά τη δουλειά μου τη βιοποριστική, στα καφενεία, στους μεγάλους δρόμους, στα μεγάλα πάρκα, στα σινεμά. Για να βλέπω πολλούς ανθρώπους γύρω μου. Με παρηγορούν υποσυνείδητα. Όχι μόνο με τον έρωτα που μπορούν να μου παράσχουν, αλλά κυρίως με το παράδειγμα του θανάτου τους, της φθοράς τους.*

Ο Γιώργος Ιωάννου ανήκει ξεκάθαρα στην επόμενη γενιά από αυτή του '30. Η γραφή του είναι τόσο διαφορετική και τόσο αλλιώτικη. Οι λέξεις που έχουν πλέον εισαχθεί στη γραφή, το συντακτικό, τα θέματα, η τόλμη και ο ρεαλισμός, σκληρός και ωμός ώρες-ώρες, είναι όλα τόσο πρωτόγνωρα για τα νεοελληνικά γράμματα εκείνης της εποχής. Ο ίδιος, βέβαια, αναγνώριζε ως πρωτοπόρο της "γενιάς" του τον Κώστα Ταχτσή. Τον εκθείαζε και του παραχωρούσε την πρωτοκαθεδρία. Και ίσως όχι άδικα αν και οι πρωτιές και οι ιεραρχίες είναι πάντα σχετικές και περιοριστικές. Απλώς ίσως κάποιοι κάποιες φορές προηγούνται απλά και μόνο για να ακολουθήσουν και να συνεχίσουν, ή και να επεκτείνουν, οι επόμενοι. Αυτή λοιπόν η γενιά, που είχε έναν πολύ μεγάλο και σημαντικό πυρήνα στη Θεσσαλονίκη, μαζί με ποιητές, όπως ο Αλέξης Ασλάνογλου και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, έγραψε τη δική της μεγάλη και διόλου ευκαταφρόνητη ιστορία.   

* Από συνέντευξη στον Βασίλη Αγγελικόπουλο στην Καθημερινή το 1978.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Μάνος Χατζιδάκις - Περί καταγωγής τών Νεοελλήνων


Η προηγηθείσα φράση, που αποκόπηκε προς χάριν σύμπτυξης τού γραπτού που ακολουθεί, δεν αλλοιώνει στο ελάχιστο το περιεχόμενο τής συγκεκριμένης θέσης.*


* Από την έκδοση "Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι", Ίκαρος 1988