Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Ο ουρανός (συνεχίζει να) φεύγει βαρύς



Πέρα από την καθαρά αυτο-ψυχαναλυτική πλευρά τής ανάγκης που με οδήγησε στο γράψιμο όλων αυτών των κειμένων, αν δεν το έκανα, με δεδομένο ότι οι ζωντανές μουσικές εμφανίσεις μου είχαν λήξει από χρόνια και είχα επίσης κόψει μαχαίρι το αλκοόλ ήδη από τις αρχές τού 2010, νομίζω πως αυτό που με οδήγησε στο άνοιγμα αυτής τής πόρτας ήταν η "κρίση". Η μουσική και το αλκοόλ -είτε ανεξάρτητα είτε συνδυαστικά- είχαν λειτουργήσει ως έξοδοι κινδύνου όλα τα προηγούμενα χρόνια, πριν από την κρίση, όταν η ευαισθητοποίηση και η ακόμη υφέρπουσα κατάθλιψη, που υπερτρέφονταν και συντηρούνταν από τα τρέχοντα γεγονότα απωλείας και ξεπεσμού, δεν είχαν ακόμη κορεσθεί. Οι εύκολες και γρήγορες λύσεις ήταν ενδεδειγμένες. "Ανέξοδες" και άκοπες.

Αργότερα τα πράγματα οδηγήθηκαν στο κατακόρυφο, με αποκορύφωμα το ξέσπασμα τής κρίσης. Ένα ξέσπασμα που από τη μια λειτούργησε λυτρωτικά και σωτήρια, αλλά από την άλλη δημιούργησε νέα δεδομένα και νέου είδους αδιέξοδα. Τώρα πια τα αντιλαμβάνονταν όλοι. Όλος ο κόσμος πια, όλη η χώρα θα γινόταν μέτοχος σε αυτή την εθνική τραγωδία, που ερχόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό ως συνέπεια των προηγούμενων χρόνων και δεκαετιών τις οποίες εμείς οι λίγοι είχαμε βιώσει ως "βουβές" περιπέτειες και αδιεξοδικούς τρόπους ζωής. Οι υπόλοιποι, οι πολλοί, ξενυχτούσαν και γλεντούσαν με άποψη. Όταν το τραγούδι "Γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια;" γίνεται σλόγκαν μιας ολόκληρης γενιάς και μιας ολόκληρης χώρας και όταν η χώρα γεμίζει καζίνο που ρουφάνε συνεχώς τον ατομικό και εθνικό δανεισμένο πλούτο, δεν θέλει και πολύ για να καταλάβεις πού θα καταλήξει όλο αυτό. Έτσι τουλάχιστον νομίζαμε εμείς τότε. Όχι, δεν είχαμε άδικο -και, φυσικά, το θέμα δεν είναι ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο... Μόνο που η ζωή τα φέρνει αλλιώς. Η ζωή ξεκινά εκεί όπου τελειώνει, εξαντλείται, η φαντασία. Τότε αρχίζει να ξεδιπλώνεται η ζωή και να αποκαλύπτει το μέγεθος και την ισχύ της.


Στη ζωή λοιπόν μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Μόνο που τώρα συνέβη το αντίθετο. Ήταν πια η ώρα να καούν τα χλωρά. Εκείνα που τόσα χρόνια κολυμπούσαν στις υδρορροές, στους βούρκους και στους ποταμούς φτηνού ποτού στο σκυλάδικο και το λαϊκό μαγαζί πολυτελείας με τις τουαλέτες και τις εκδηλώσεις των συνδέσμων και των ομίλων. Να ξεραθούν τα εκατομμύρια γαρδένιες που χάθηκαν όλα εκείνα τα χιλιάδες βράδια στο βωμό τής πίστας με τα σπασμένα πιάτα -και αργότερα με τις χαρτοπετσέτες. Οι υπόλοιποι είχαμε ξεραθεί από πολλά χρόνια και ήταν εύκολο να καούμε. Αρπάξαμε φωτιά όλοι.

Στο δρόμο άλλοι χάθηκαν απ' τη ζωή, άλλοι έφυγαν για τόπους μακρινούς, άλλοι βούτηξαν μέσα τους και πνίγηκαν, άλλοι πήραν τους δρόμους. Τους θυμάμαι όλους -αλλά δεν τους σκέφτομαι. Γιατί ο πόλεμος σε καταντάει ζώο. Και αυτό που ζήσαμε και ζούμε είναι πόλεμος. Ένας άλλος όμως πόλεμος, διαφορετικός και σύγχρονος. Αλλά πόλεμος. Με θύματα, πληγές, χρέη, πείνα, αρρώστια, ανθρώπινα συντρίμμια, καταστροφές σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Μέσα από αυτές τις γραμμές ταξίδεψα και σώθηκα -ή, για να το πω καλύτερα, σώζομαι συνεχώς. Κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Είναι κι αυτή η άρρηκτη σχέση μου με τη γλώσσα και την έκφραση -που έγιναν βιοποριστικό μου επάγγελμα μετά τη λήξη των μουσικών εμφανίσεων- κι έτσι έφτασα μέχρι εδώ. Κρατημένος στα λίγα τετραγωνικά τού γραφείου μου από επιλογή. Επειδή ήξερα τι ερχόταν και τέτοιες στιγμές καλό είναι να μην στέκεσαι στη μέση τής πλατείας...

Η χαρά ήταν και εξακολουθεί να είναι ανείπωτη κάθε φορά που αρχίζω να απλώνω τις λέξεις και να σχεδιάζω παραγράφους. Το βάρος φεύγει από το στήθος και γίνεται πουλί που ανεβαίνει ψηλά και θωρεί τα πάντα από εκεί πάνω. Κι έτσι βοηθιέμαι. Κι έτσι ανασαίνω, Πιο ελεύθερος, πιο ελαφρύς. Ο χρόνος ξαφνικά σταματά κι απομένει ένα ρολόι άδειο, δίχως δείκτες, μετεωριζόμενο στο αέναο Τίποτα. Και μετά, αφού τελειώσει όλη αυτή η περιπέτεια κάθε φορά, οι δείκτες ξαναεμφανίζονται σε νέες, άγνωστες θέσεις, τις οποίες απλώς αποδέχομαι, και συνεχίζω από εκεί όπου τους βρίσκω.

Περάσαμε και εξακολουθούμε να περνάμε πάρα πολύ δύσκολα χρόνια. Ποιος να το φανταζόταν πως θα φτάναμε σε τέτοια βάθη, σε τέτοια άκρα, σε τέτοιες και τόσες υπερβολές και υστερίες. Πώς να αντιληφθείς και να συνειδητοποιήσεις αυτό το ξήλωμα τής κοινωνίας και των ιστών της; Και, σαν να μην μας έφταναν όλα αυτά, ποιος περίμενε πως θα βιώναμε επιπλέον και αυτή την απερίγραπτη μετακίνηση πληθυσμού -ανθρώπων- από την Ανατολή; Μια μετακίνηση που βρήκε τον τόπο στη χειρότερή του ώρα και τον χτύπησε σαν πάρθιο βέλος μέσα στην αγωνία και στην ταλαιπωρία του. Κι όμως, αυτός ο λαός όχι μόνο άντεξε αλλά και ανέσυρε τον καλύτερο εαυτό του. Αυτόν που ανασταίνει μια-δυο φορές κάθε αιώνα και που είναι ικανός και αρκετός να δώσει πνοή και ώθηση μέχρι τον επόμενο αιώνα. Ήταν πια πόλεμος. Είχε όλα τα συμπτώματα.

Ο ουρανός συνεχίζει να φεύγει βαρύς από πάνω μας. Είναι πολλά τα χρόνια μέχρι σήμερα. Στο Δεύτερο Πόλεμο, που ήταν ο αμέσως προηγούμενος μεγάλος πόλεμος που έζησε ο τόπος, ήδη από το φθινόπωρο τού '44 -τον τέταρτο χρόνο δηλαδή- τα πράγματα άλλαξαν αφού οι Γερμανοί είχαν πια φύγει. Σ' ετούτον τον πόλεμο μπήκαμε πια στον όγδοο χρόνο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: