Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Η λέξη στον Μ. Καραγάτση


Ο άνθρωπος -και όχι μόνο ο λογοτέχνης- που επηρέασε βαθύτατα τη ζωή μου κατά το πέρασμά της από την πρώτη νεότητα στη μεσήλικη ζωή. Στη ματιά στον κόσμο, στη θεώρηση της ζωής, στο συναίσθημα και στην πράξη. Στις βαθιές και αόρατες, ασυνείδητες πράξεις και αντιδράσεις τού ανθρώπου αλλά και στις σκοτεινές, θολές και συνειδητά ανεξερεύνητες αιτίες που σκιάζουν τα παρασκήνια κάθε πράξης. Αυτός ο επηρεασμός δεν είχε καμιά σχέση με θαυμασμό ή άλλου είδους εξύψωση τού ατόμου. Έχει να κάνει με ζωή. Τέσσερις φορές επικαλέσθηκα αυτή τη λέξη σε μόλις τρεις προτάσεις. Τι άλλο θα μπορούσα να πω για να περιγράψω, αν ποτέ μπορεί να περιγραφεί, αυτόν τον άνθρωπο και το έργο του; Ήταν το ίδιο φορεμένο σακάκι που δοκίμασα κι εγώ αναζητώντας φορεσιά. Και μου έκανε, μου ερχόταν γάντι. Ήταν τα ίδια βήματα, τα ίδια πατήματα που βρήκα κι εγώ στη ζωή μου. Εκεί που είχε πατήσει κι εκείνος πολλά χρόνια νωρίτερα, εκεί που έχουν πατήσει και πατάνε και θα πατήσουν μυριάδες ανθρώπων που πέρασαν ή θα περάσουν από αυτή τη γη. Εκεί που πατούσαν οι ήρωές του, στις λάσπες τής κοινής γενέθλιας θεσσαλικής γης, κάτω από τον Όλυμπο και μέσα στα ξερά στάχυα του καλοκαιριού, που εκτοξεύουν τη μυρωδιά της καμένης καλαμιάς σε όλο το θεσσαλικό κάμπο και, όταν καίγονται, τον φωτίζουν τις νύχτες σαν ολοκαύτωμα, σαν Κόλαση επί της Γης -ή σαν Παράδεισο.

Εκεί τον γνώρισα τον Καραγάτση, πολύ πριν τον διαβάσω. Γιατί άργησα να τον συναντήσω. Βρεθήκαμε όταν είχα πια περάσει και αφήσει πίσω μου τις πρώτες εμμονικές αναζητήσεις τού πνεύματος και τής Αθανασίας, που με είχαν βγάλει στις ακτές τής κρητικής γης ενός άλλου μεγάλου τέκνου τού τόπου. Παρέμεινα εκεί για χρόνια, σκάβοντας βαθιά -όπως πρόσταζε κι εκείνος- και παλεύοντας με την αδυναμία μου. 

Σε κάθε σελίδα του, σε κάθε πρότασή του. Στα βήματα κι αυτός του μεγάλου αγαπημένου του, τού Ντοστογιέφσκι. Μόνος ο Καραγάτσης από το σύνολο τών Ελλήνων πεζογράφων αποτόλμησε να σηκώσει το βλέμμα του προς τον μεγάλο Ρώσο και να τον κοιτάξει ίσα στα μάτια. Με εκείνη τη σπάνια διεισδυτική ικανότητα που χαρακτήρισε και τους δυο μοναδικά. Έχω μείνει πάμπολλες φορές άναυδος μπροστά σε μια σειρά επιθέτων που κουβαλούσε μια πρόταση. Ακόμη και σε μια και μοναδική λέξη. Έχω κλείσει πολλές φορές το βιβλίο μετά τη συνάντησή μου με μια και μόνη λέξη. Τη διάβασα και σταμάτησα για λίγο για να συνειδητοποιήσω την ύπαρξη και τη χρήση της. Για να ανοίξω όλο το περιεχόμενό της και να την περιεργαστώ σε εκείνο ακριβώς το σημείο όπου χρησιμοποιήθηκε. Γιατί είχε αποκτήσει πλέον μια άλλη, πρωτόγνωρη διάσταση. Η αποκάλυψή της ήταν μαγική και συγκλονιστική. Μετά άρχιζα να ψελλίζω μόνος μου τη λέξη. Στην αρχή μόνη της, μια φορά, και μετά επαναλαμβανόμενα. Τέλος, διάβαζα και ξαναδιάβαζα την πρόταση και, αφού την μάθαινα απ' έξω, άρχιζα να την απαγγέλλω σε διάφορους τόνους και χρωματισμούς. Έκλεινα το βιβλίο γιατί δεν είχα καμιά ανάγκη να συνεχίσω να προσλαμβάνω άλλες παραστάσεις -πόσο περισσότερο να μάθω την εξέλιξη της ιστορίας... Είχα κυριολεκτικά "φουσκώσει" από τη λέξη και την πρωτόφαντη χρήση της. Ανέβαινα συνεχώς σαν μπαλόνι, με τη λέξη να με πλημμυρίζει από παντού. Απήγγειλλα δυνατά την πρόταση και κάθε τόσο τα γέλια από τη χαρά της αποκάλυψης με έκοβαν στη μέση. Γέλαγα και απήγγειλλα. Απήγγειλλα και γέλαγα. Μέχρι που, εξαντλημένος από τη δυναμική της λέξης που είχε μπει και είχε θρονιαστεί μέσα μου, που μου είχε προκαλέσει κυριολεκτικά ζαλάδα και υπερδιέγερση, άρχιζα να ξεφυσάω σαν παλιά καμινάδα. Δεν άντεχα άλλο. Η λέξη με είχε κατακτήσει ολοκληρωτικά και αιώνια. Δεν θα ήταν ποτέ πια η προηγούμενη λέξη που είχα γνωρίσει κάποτε, πολύ βαθιά στο παρελθόν. Θα ήταν πια μια νέα και πανίσχυρη εικόνα με στόχο και απόλαυση.

Το μεγάλο αφιέρωμα τού περιοδικού "αντί" στον Μ. Καραγάτση, στο τεύχος 26 Ιουλίου - 6 Σεπτεμβρίου 2002:


Τα εξώφυλλα των έργων του:



Δεν υπάρχουν σχόλια: