Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

Ο Φόβος είναι πάντα εδώ


 
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να βιώνουμε όλο αυτό που ονομάζουμε "ζωή". Γιατί "είμαστε εδώ"; Ζούμε σε μια αντιληπτή "πραγματικότητα" η οποία κυριαρχείται, διέπεται, από τον νόμο αιτίας-αιτιατού. Όλα ξεκινούν από εκεί και καταλήγουν εκεί. Εκεί βασίστηκαν και όλες οι θρησκείες, που προσπάθησαν να στομώσουν λίγο τον αδιεξοδικό, υπαρκτό και απολύτως δικαιολογημένο προβληματισμό των ανθρώπων για το περιεχόμενο τής ύπαρξης, το μέλλον, τον θάνατο. Βέβαια, στην πορεία όλες μετεξελίχθηκαν σε πανίσχυρα, αδιάβλητα και αδέκαστα συστήματα εξουσίας αφού η ισχύς και η επικυριαρχία τού ισχυρού επί τού αδυνάτου είναι ο θεμελιώδης νόμος τής επιβίωσης σε αυτό που ονομάζουμε ζωή. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή εμφανίζεται ο Φόβος. Παντοδύναμος και απόλυτος ως άλλος θάνατος.

Δεν έχω ιδέα γιατί είμαστε εδώ. Και ούτε θα μάθω ποτέ όσο ζω. Αργεί πολύ η στιγμή κατά την οποία η Φυσική θα διατυπώσει την Θεωρία τών Ενοποιημένων Πεδίων, η στιγμή δηλαδή κατά την οποία ο άνθρωπος θα αγγίξει και θα κρούσει την Μεγάλη Πόρτα. Είναι ελπιδοφόρο όμως πως η επιστήμη, αυτό το υπέροχο εργαλείο και αναγνωστικό τής ζωής και τού Κόσμου, περπατά, αργά αλλά σταθερά, στο δρόμο τής αποκάλυψης. Οδεύει προς τη στιγμή κατά την οποία θα σηκώσει την μεγάλη αυλαία και θα ατενίσει το Άπειρο. Είναι το μόνο ελπιδοφόρο πράγμα που συμβαίνει, που υπάρχει, και που ξέρεις πως ίσως μπορεί να καλύψει αρκετές ανάγκες τού νου, αυτού του τμήματος τής ύπαρξης που ξεπερνάει, υπερβαίνει, τη φθαρτότητα τού σώματος. Αλλά δεν ξέρω αν ακόμη κι εκείνη τη μεγαλειώδη στιγμή (αν ποτέ έλθει) θα μπορέσει ο άνθρωπος να καταλάβει "γιατί είμαστε εδώ".

Θα μπορούσα, βέβαια, να βάλω στη θέση τής απάντησης στο παραπάνω ερώτημα πολλές θεωρίες, απόψεις, φιλοσοφικά ρεύματα και αξιώματα, αλλά επειδή δεν υπήρξα ποτέ άνθρωπος των αξιωμάτων -τής αξιωματικής αλήθειας-, δεν ασπάστηκα ποτέ καμιά από αυτές τις προτάσεις. Το μόνο πράγμα στο οποίο πίστεψα ήταν το "γιατί;" και η αναζήτηση τής απάντησής του -δηλαδή το θεώρημα και η απόδειξή του. Αυτή η έμφυτη περιέργεια τού είδους μας, που το έχει οδηγήσει βήμα-βήμα εδώ και χιλιετίες στην ανακάλυψη και αποκρυπτογράφηση αρκετών κωδίκων λειτουργίας τού αντιληπτού κόσμου. Αυτή η πορεία που οδηγεί στη βήμα-βήμα αποκάλυψη τών μηχανισμών του και μόνο. Επειδή κανείς όμως δεν μπορεί να ξέρει αν η σχέση αιτίας-αιτιατού εξακολουθεί να ισχύει και στον αποκρυπτογραφημένο "κόσμο", όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά και πιθανά. Ακόμη και τα πλέον ευφάνταστα.

Εργάσθηκα από πολύ νωρίς στη ζωή μου, ακριβώς για να πλησιάσω όσο γρηγορότερα και αμεσότερα μπορούσα την αλήθεια της γιατί αν δεν είσαι όσο το δυνατό λιγότερο εξαρτημένος, δεν μπορείς να πλησιάσεις εκεί. Είχα καταλάβει πως όπου υπάρχει ασφάλεια και κουκούλι, δεν μπορείς να δεις καθαρά. Δεν έχεις καν δικά σου μάτια. Ήθελα να γνωρίσω διαφορετικούς ανθρώπους, από διαφορετικούς κόσμους και διαφορετικά σπίτια. Και γνώρισα. Ήθελα να γνωρίσω ανθρώπους που δεν είχαν γεννηθεί καν σε σπίτια ή που δεν είχαν γνωρίσει σπίτια στη ζωή τους. Και γνώρισα. Ανθρώπους που έζησαν κυνηγημένοι ή αλλοπαρμένοι, ανθρώπους χαμένους σε άλλες πραγματικότητες ή ξεχασμένους σε άλλες εποχές. Ήθελα να ακούσω ανθρώπους που μιλούσαν άλλη γλώσσα ζωής και άλλους που έβλεπαν τον κόσμο εντελώς ανάποδα από εμένα. Ήθελα κι εγώ να ζήσω αλλιώς, εντελώς διαφορετικά από αυτό που είχα μάθει μέχρι τότε. Και έζησα. Ήθελα να ζήσω χωρίς σπίτι, χωρίς ασφαλή δουλειά, σε περιόδους στριμωγμένες, θέλησα να κοιμάμαι και να ξυπνάω σε σπίτια άγνωστα που θα παρέμεναν άγνωστα. Και έζησα και έτσι. Όπου έβλεπα σκοτεινή γωνιά και ομίχλη βούταγα με το κεφάλι, όπου άκουγα πόνο και κλάμα έτρεχα να καταλάβω την αιτία τής οδύνης τής ψυχής. Μπλέχτηκα και γλέντησα σε πολλά διαφορετικά ξεφαντώματα. Αλλόκοτα και πρωτόγνωρα. Μέσα σε παραλήρημα αισθήσεων και παραισθήσεων. Άκουγα συνεχώς μέσα μου αυτό το "γιατί;" και έτρεχα, έψαχνα, να το ξεδιψάσω. Ήταν και είναι η μόνη αλήθεια -σχετική, ευάλωτη, αλλά ποτέ θνησιγενής- που ακολούθησα και ακολουθώ.

Γι' αυτό το λόγο δεν δέχθηκα ποτέ την ύπαρξη αξιωμάτων στη ζωή. Σε κανένα επίπεδο. Μεταφυσικό, υπαρξιακό, κυριαρχικό, παραδοσιακό, αξιακό, πολιτειακό, πολιτικό, κοινωνικό, οικογενειακό και πάει λέγοντας. Πουθενά. Κάθε "αρχή" και αξίωμα με υποψιάζουν ότι από πίσω κρύβεται πολύς (πάρα πολύς) Φόβος. Αυτό που ονομάσαμε "συντηρητισμός". Είναι απλά και μόνο Φόβος. Που περνά από γενιά σε γενιά με την κληρονομικότητα, εξελίσσεται σε φοβία, εδραιώνεται και γίνεται δεύτερη φύση. Και όσο περισσότεροι οι φόβοι -και, συνεπώς, οι φοβίες- τόσο πιο δύσκαμπτο και ανελεύθερο το πέρασμα από τη ζωή. Τόσο περισσότερα τα "προβλήματα", τα αδιέξοδα και τόσο μεγαλύτερη η έλλειψη επικοινωνίας, πρώτα με τον ίδιο μας τον εαυτό και μετά με τους γύρω. Τον σύντροφο, τους συγγενείς, τους φίλους, τους γνωστούς, τον κόσμο όλο.

Τους ανθρώπους τούς είδα ως συνοδοιπόρους και συμπάσχοντες σε αυτόν τον αναπάντητο δρόμο. Όλοι μετέχοντες στην ίδια τραγωδία. Κουβαλώντας τον ίδιο προορισμό, τα ίδια ερωτήματα, το ίδιο αίμα στις φλέβες. Όλοι χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον. Σκοτάδι πυκνό κρύβει και τα δυο τους. Τόσο την είσοδο όσο και την έξοδο. Και μπαινοβγαίνουμε αυστηρά ένας-ένας μόνοι μας. Όχι, κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται Ο ΚΑΘΕΝΑΣ μας και πού πάει Ο ΚΑΘΕΝΑΣ μας. Κανείς. Ούτε οι θρησκείες -που είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα-, ούτε τα φιλοσοφικά συστήματα, ούτε ο μηδενισμός. Αυτή η απόλυτη μοναξιά κατά την άφιξη και την αναχώρηση με είχε βάλει σε σκέψεις από την αρχή. Γιατί να πρέπει να έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια προέλευση και τον ίδιο προορισμό; Ποτέ δεν το κατάλαβα. Μήπως, εδώ που "είμαστε", εδώ που "συνυπάρχουμε", αντιλαμβανόμαστε με τον ίδιο τρόπο, χροιά, ένταση, τα πράγματα; Είναι πολύ απλό: όχι. Άρα αυτό που ακούγεται, υποστηρίζεται και τελικά αποδεικνύεται στη συμβατή "πράξη" είναι πως ποτέ δεν υπάρχει περίπτωση στη ζωή δυο πράγματα να είναι ίσα ή όμοια, όπως απόλυτα λογικά και αναμενόμενα αλλά και πάρα πολύ συχνά εμφανίζονται όλα στην Ευκλείδεια γεωμετρία -στη γεωμετρία που κάλυπτε απόλυτα μέχρι σήμερα τις περιορισμένες διαστάσεις που αντιλαμβανόμασταν αλλά που όσο επεκτεινόμαστε δεν ισχύει καθόλου. Στη γεωμετρία που κυβερνούσε τον νου, τη σκέψη, τη φιλοσοφική θεώρηση. Στη γεωμετρία που γέννησε αξιακά συστήματα, θρησκείες, φιλοσοφικά και επιστημονικά ρεύματα. Χρειάζεται μια καινούργια γεωμετρία που θα ανατρέπει εκ θεμελίων τα παλιά. Η γεωμετρία έχει βρεθεί, τα μαθηματικά υπάρχουν, η Φυσική έχει χαράξει τους δρόμους και προσφέρει συγκλονιστικές θεωρίες αποδεδειγμένες εδώ και δεκαετίες. Αφού λοιπόν δεν υπάρχει περίπτωση ισότητας ή ομοιότητας, η κάθε ομαδοποίηση είναι ταυτόχρονα και επικίνδυνη. Επειδή την ίδια στιγμή που υπάρχει και λειτουργεί το "η ισχύς εν τη ενώσει", εκείνη ακριβώς τη στιγμή η ένωση μπορεί να μετατραπεί σε μάζα, σε όχλο. Γι' αυτό είναι επικίνδυνη η παλιά Γεωμετρία και γενικά ο παλιός κόσμος. Γιατί κρατά την ανθρωπότητα δέσμια τού Φόβου έτσι ώστε να συνεχίζει να επιβάλλεται με κάθε τρόπο. Ανελέητα και αδιάκοπα.

Κατάλαβα λοιπόν και συνειδητοποίησα ότι μόνο μια αλήθεια υπάρχει. Η συμπόνια. Αυτή η περιορισμένης δύναμης και εμβέλειας στάση απέναντι στους συνοδοιπόρους. Επειδή μόνο αυτή έχει αποτέλεσμα ακίνδυνο για την ελευθερία τών μονάδων. Την είδα να λειτουργεί και να καταφέρνει να αλλάζει τα δεδομένα. Αυτή είναι η μόνη που μαλακώνει -έστω πρόσκαιρα, έστω μάταια, έστω πλασματικά- όλη τη σκληρή και πρόσκαιρη αντιληπτή φύση τής παλιάς και κατεστημένης ζωής. Τον θάνατο, όπως τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Τον θάνατο, που θα πάψει να έχει το περιεχόμενο και τις διαστάσεις που μάς επιτρέπεται μέχρι σήμερα να "δούμε".

Βέβαια, οι άνθρωποι λένε πως δίνουν μια απάντηση στο θάνατο φέρνοντας στον κόσμο παιδιά. Είναι μάλλον αλύτρωτα χαμένοι μέσα στο Φόβο. Ανίκανοι να τον αντιμετωπίσουν έτσι όπως τους τον παρουσιάζουν -αφού δεν επιτρέπεται να αποδειχθεί τίποτε άλλο μέχρι σήμερα-, ανήμποροι να τον κοιτάξουν στα μάτια και νικημένοι κατά κράτος, νομίζουν πως διαιωνίζουν τη ζωή, ένα κομμάτι τού "εαυτού" τους, τών "ονείρων" τους. Αυτά λένε. Μα, ακριβώς αυτό κάνουν. Διαιωνίζουν τη ζωή. Το είδος. Και δίνουν τροφή στον Μινώταυρο. Μάλλον γιατί "έτσι γίνεται" εδώ και πολλές-πολλές χιλιάδες χρόνια, μάλλον επειδή ο Φόβος τους οδήγησε να χτίσουν ολόκληρες κοσμοθεωρίες, σαθρές και αποδεικτικά παντελώς αβάσιμες, μάλλον γιατί ο Φόβος ενεργοποιεί το "δουλικό" συναίσθημα -αυτό δηλαδή που αποκαλούμε συναισθηματικό κόσμο- που από νωρίς εντόπισαν οι εξουσίες και εκμεταλλεύθηκαν στο έπακρο σε βάρος τών ανθρώπων. Αυτό το τμήμα τής ύπαρξης που -αν ενεργοποιηθεί κατάλληλα- μπορεί να την κρατά δέσμια στα κραταιά πλαίσια τού Φόβου. Το συναίσθημα υφίσταται, κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί, έχει αποδειχθεί και πειραματικά μάλιστα, το θέμα είναι ποιος και πώς το χειρίζεται.

Ο Φόβος παραμονεύει πάντα. Και έχει εκείνη την αξιοθαύμαστη ιδιότητα να αμφισβητεί τα πάντα. Ακόμη και αυτή την ίδια τη συμπόνοια. Την άνευ όρων, τη χωρίς ανταλλάγματα. Εκεί η ζωή βγάζει το σκληρό της πρόσωπο. Κάηκες αν τότε προχωρήσεις και πας να παραστήσεις τον οσιομάρτυρα. Δεν υπάρχει χειρότερη θυματοποίηση. Γιατί κι αυτή έργο τού Φόβου είναι. Που αναζητά χώμα γόνιμο μέσα σου για να θεριέψει. Και το βρίσκει στο άλλοθι.

Η ζωή και η εξέλιξη είναι εδώ. Είναι στο χέρι τού ανθρώπου και τής επιστήμης. Μόνο που στο άλλο χέρι είναι το χρήμα και το σκήπτρο τής εξουσίας.

 

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Η λέξη στον Μ. Καραγάτση


Ο άνθρωπος -και όχι μόνο ο λογοτέχνης- που επηρέασε βαθύτατα τη ζωή μου κατά το πέρασμά της από την πρώτη νεότητα στη μεσήλικη ζωή. Στη ματιά στον κόσμο, στη θεώρηση της ζωής, στο συναίσθημα και στην πράξη. Στις βαθιές και αόρατες, ασυνείδητες πράξεις και αντιδράσεις τού ανθρώπου αλλά και στις σκοτεινές, θολές και συνειδητά ανεξερεύνητες αιτίες που σκιάζουν τα παρασκήνια κάθε πράξης. Αυτός ο επηρεασμός δεν είχε καμιά σχέση με θαυμασμό ή άλλου είδους εξύψωση τού ατόμου. Έχει να κάνει με ζωή. Τέσσερις φορές επικαλέσθηκα αυτή τη λέξη σε μόλις τρεις προτάσεις. Τι άλλο θα μπορούσα να πω για να περιγράψω, αν ποτέ μπορεί να περιγραφεί, αυτόν τον άνθρωπο και το έργο του; Ήταν το ίδιο φορεμένο σακάκι που δοκίμασα κι εγώ αναζητώντας φορεσιά. Και μου έκανε, μου ερχόταν γάντι. Ήταν τα ίδια βήματα, τα ίδια πατήματα που βρήκα κι εγώ στη ζωή μου. Εκεί που είχε πατήσει κι εκείνος πολλά χρόνια νωρίτερα, εκεί που έχουν πατήσει και πατάνε και θα πατήσουν μυριάδες ανθρώπων που πέρασαν ή θα περάσουν από αυτή τη γη. Εκεί που πατούσαν οι ήρωές του, στις λάσπες τής κοινής γενέθλιας θεσσαλικής γης, κάτω από τον Όλυμπο και μέσα στα ξερά στάχυα του καλοκαιριού, που εκτοξεύουν τη μυρωδιά της καμένης καλαμιάς σε όλο το θεσσαλικό κάμπο και, όταν καίγονται, τον φωτίζουν τις νύχτες σαν ολοκαύτωμα, σαν Κόλαση επί της Γης -ή σαν Παράδεισο.

Εκεί τον γνώρισα τον Καραγάτση, πολύ πριν τον διαβάσω. Γιατί άργησα να τον συναντήσω. Βρεθήκαμε όταν είχα πια περάσει και αφήσει πίσω μου τις πρώτες εμμονικές αναζητήσεις τού πνεύματος και τής Αθανασίας, που με είχαν βγάλει στις ακτές τής κρητικής γης ενός άλλου μεγάλου τέκνου τού τόπου. Παρέμεινα εκεί για χρόνια, σκάβοντας βαθιά -όπως πρόσταζε κι εκείνος- και παλεύοντας με την αδυναμία μου. 

Σε κάθε σελίδα του, σε κάθε πρότασή του. Στα βήματα κι αυτός του μεγάλου αγαπημένου του, τού Ντοστογιέφσκι. Μόνος ο Καραγάτσης από το σύνολο τών Ελλήνων πεζογράφων αποτόλμησε να σηκώσει το βλέμμα του προς τον μεγάλο Ρώσο και να τον κοιτάξει ίσα στα μάτια. Με εκείνη τη σπάνια διεισδυτική ικανότητα που χαρακτήρισε και τους δυο μοναδικά. Έχω μείνει πάμπολλες φορές άναυδος μπροστά σε μια σειρά επιθέτων που κουβαλούσε μια πρόταση. Ακόμη και σε μια και μοναδική λέξη. Έχω κλείσει πολλές φορές το βιβλίο μετά τη συνάντησή μου με μια και μόνη λέξη. Τη διάβασα και σταμάτησα για λίγο για να συνειδητοποιήσω την ύπαρξη και τη χρήση της. Για να ανοίξω όλο το περιεχόμενό της και να την περιεργαστώ σε εκείνο ακριβώς το σημείο όπου χρησιμοποιήθηκε. Γιατί είχε αποκτήσει πλέον μια άλλη, πρωτόγνωρη διάσταση. Η αποκάλυψή της ήταν μαγική και συγκλονιστική. Μετά άρχιζα να ψελλίζω μόνος μου τη λέξη. Στην αρχή μόνη της, μια φορά, και μετά επαναλαμβανόμενα. Τέλος, διάβαζα και ξαναδιάβαζα την πρόταση και, αφού την μάθαινα απ' έξω, άρχιζα να την απαγγέλλω σε διάφορους τόνους και χρωματισμούς. Έκλεινα το βιβλίο γιατί δεν είχα καμιά ανάγκη να συνεχίσω να προσλαμβάνω άλλες παραστάσεις -πόσο περισσότερο να μάθω την εξέλιξη της ιστορίας... Είχα κυριολεκτικά "φουσκώσει" από τη λέξη και την πρωτόφαντη χρήση της. Ανέβαινα συνεχώς σαν μπαλόνι, με τη λέξη να με πλημμυρίζει από παντού. Απήγγειλλα δυνατά την πρόταση και κάθε τόσο τα γέλια από τη χαρά της αποκάλυψης με έκοβαν στη μέση. Γέλαγα και απήγγειλλα. Απήγγειλλα και γέλαγα. Μέχρι που, εξαντλημένος από τη δυναμική της λέξης που είχε μπει και είχε θρονιαστεί μέσα μου, που μου είχε προκαλέσει κυριολεκτικά ζαλάδα και υπερδιέγερση, άρχιζα να ξεφυσάω σαν παλιά καμινάδα. Δεν άντεχα άλλο. Η λέξη με είχε κατακτήσει ολοκληρωτικά και αιώνια. Δεν θα ήταν ποτέ πια η προηγούμενη λέξη που είχα γνωρίσει κάποτε, πολύ βαθιά στο παρελθόν. Θα ήταν πια μια νέα και πανίσχυρη εικόνα με στόχο και απόλαυση.

Το μεγάλο αφιέρωμα τού περιοδικού "αντί" στον Μ. Καραγάτση, στο τεύχος 26 Ιουλίου - 6 Σεπτεμβρίου 2002:


Τα εξώφυλλα των έργων του:



Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Για "ένα κορίτσι πέρα από τα καθορισμένα, πέρα από τα όρια του λογικού"


Πειθαρχία με το ζόρι

Μικρός ήταν ατίθασος, απείθαρχος και σκανταλιάρης - ιδιότητα που δεν έχασε ούτε όταν μεγάλωσε. Η προβοκατόρικη στάση του, άλλωστε, όταν δεν θύμωνε στ’ αλήθεια, έκρυβε και μια παιχνιδιάρικη διάθεση. Στην εφηβεία δεν του άρεσε να διαβάζει. Όταν όμως αποφάσισε να αφοσιωθεί στη μουσική και στα διαβάσματά του, σκαρφίστηκε κάτι πολύ σκληρό, αλλά αποτελεσματικό: Ψαλίδισε άτσαλα τα μαλλιά του για να αναγκαστεί να κλειστεί στο σπίτι μέχρι να ξαναμακρύνουν. Έτσι κόπηκαν οι βόλτες και οι σκανταλιές και άρχισε η συστηματική μελέτη, που κράτησε σε όλη του τη ζωή. Αρκετά χρόνια αργότερα, χρησιμοποίησε την ίδια χατζιδακική μέθοδο: Στις δώδεκα μέρες που κράτησε η σύνθεση των τραγουδιών από τον «Κύκλο με την κιμωλία», έμεινε εντελώς ξάγρυπνος πίνοντας κόκα κόλες. Την πέμπτη μέρα και μόνο η θέα του κρεβατιού με την άκρη του ματιού τον τραβούσε σαν μαγνήτης. Γι’ αυτό πρόσταξε τη μητέρα του να κρύψει το κρεβάτι με ένα παραβάν. Έτσι κατάφερε να μείνει ξάγρυπνος ώς το τέλος. Και μετά κατέρρευσε.

Μια μούσα αλλιώτικη από τις άλλες

Ο συνθέτης χαρακτήριζε τη μούσα του «Ένα κορίτσι πέρα από τα καθορισμένα, πέρα από τα όρια του λογικού». Τον δικαίωσαν οι ερμηνείες της στα μελοποιημένα ποιήματα της Σαπφούς, του Σαραντάρη, του Λόρκα, του Χορτάτζη, του Σολομώντος και της δημοτικής παράδοσης. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μάνος Χατζιδάκις θα πει στην ελληνική εκπομπή της Σουηδικής Ραδιοφωνίας και στον Νίκο Σερβετά: «Πιστεύω ότι η Φλέρυ σήμερα θα ήτανε η πιο μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια του κόσμου όλου, γιατί είναι και μια γυναίκα με καλλιέργεια, έχει σπουδάσει φιλοσοφία και ξέρει πολύ καλά να βλέπει τα πράγματα γύρω της. Δεν είναι απλώς μια τραγουδίστρια που λέει τραγούδια. Θα ήταν μεγάλη. Θα ήταν η Άννα Μανιάνι του τραγουδιού ή η Κατίνα Παξινού. Εγώ της έχω απεριόριστη αγάπη και εκτίμηση, παρ΄ όλο που σήμερα είναι λιγάκι δύσκολο να συνεργαστώ μαζί της, γιατί εγώ θέλω μια αυστηρότερη, μια πολύ αυστηρή σχέση τραγουδιστή με τη μουσική. Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα, την εκτιμώ και την αγαπώ απεριόριστα».

Στην πρόβα όλα επιτρέπονται

Οι γιατροί τού το ξέκοψαν μετά το έμφραγμα: κάπνισμα τέλος! Ο Μάνος, μα­νιώδης του καπνού, συμβιβάστηκε για κάποια χρόνια αλλά όχι για πάντα. Οι απαγορεύσεις και οι κανόνες δεν ήταν ποτέ του γούστου του. Έτσι, μόλις κυ­κλοφόρησαν τα τσιγάρα Davidoff άρχισε να μιλάει σε όλους για την ποιότητα του καπνού και την αισθητική του πακέτου. Έβαζε, μάλιστα, επιπλέον πρόβες με την Ορχήστρα των Χρωμάτων για να μπορεί να καπνίζει ανενόχλητος… σε ώρα δουλειάς. Ούτως ή άλλως περνούσε πολλές ώρες με την Ορχήστρα του. Ο ίδιος έλεγε ότι την έφτιαξε για να συνεχίσει τις σπουδές του στη μουσική. Την παρουσίασε στο κοινό στις 23 Νοεμβρίου 1989, στο θέατρο «Παλλάς». Εί­ναι γνωστό το πόσο καλά αμείβονταν οι μουσικοί της Ορχήστρας των Χρωμά­των επί Χατζιδάκι, περισσότερο από τον μέσο όρο κάθε άλλου συμφωνικού μουσικού της εποχής. Κι αυτό διότι, σύμφωνα με τον εμπνευστή της, έπρεπε οι μουσικοί να αποβάλουν το βιοποριστικό τους άγχος για να αφοσιωθούν στην τέχνη τους. Ακόμα κι όταν καθυστερούσε να φτάσει στις πρόβες - πράγμα όχι σπάνιο - οι μουσικοί πληρώνονταν και την αναμονή.

Ο Σείριος ήταν και σκύλος

Δεν ήταν φιλόζωος. Έγινε. Όταν ο γιος του πρότεινε να πάρουν ένα σκύλο, ήταν αρνητικός. Είπε πως τα μόνα ζώα με τα οποία είχε μάθει να συμβιώνει ήταν οι άνθρωποι. Τελικά, έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του με τρία σκυλιά και μία γάτα, όλοι μαζί σε ένα σπίτι, σε πλήρη αρμονία. Τον ένα σκύλο τον έλεγε Σείριο, τον άλλο Ραλού, τον τρίτο Πολύβιο, τη γάτα Κεμάλ… Μια μέρα, καθώς πήγαινε με τον γιο του στο βιβλιοπωλείο του «Ίκαρου», συνάντησε μια αγέλη αδέσποτων σκύλων στην πλατεία Συντάγματος. «Τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε τον γιο του. «Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε» απάντησε ο Γιώργος. Κι όμως. Ο Μάνος κατευθύνθηκε προς μία καντίνα που βρισκόταν κοντά και αγόρασε όλο της το εμπόρευμα: τυρόπιτες, λουκανικόπιτες, πίτσες, κουλούρια. Μετά γύρισε και τάισε τα σκυλιά χαμογελώντας.

Την ερωτεύτηκε

Τόνοι μελάνι έχουν χυθεί για την περιβόητη σχέση Μάνου Χατζιδάκι - Μελίνας Μερκούρη. Μια σχέση που ξεκίνησε από την παιδική τους ηλικία, όταν την είδε στον δρόμο και την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα, συνεχίστηκε στο μαύρο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, κορυφώθηκε με τα «Παιδιά του Πειραιά» και τερματίστηκε το 1994. Με τον Μάνο να πηγαίνει στο παρεκκλήσι να προσκυνήσει τη σορό της, προσπερνώντας ρεπόρτερ και τηλεοπτικές κάμερες σαν αερικό, λίγους μήνες πριν την ακολουθήσει κι εκείνος. Ακόμα και οι μαμάδες τους ήταν στενές φίλες και παρενέβαιναν συχνά στη ζωή των παιδιών τους. Κάποια φορά, όταν ο Μάνος και η Μελίνα πήγαν ταξίδι στο Παρίσι και τις πή­ραν μαζί, νοίκιασαν ξεχωριστό δωμάτιο για να βρίσκονται και να παίζουν τάβλι ανενόχλητοι! Ήταν μια σχέση που είχε περάσει κυριολεκτικά διά πυρός και σιδήρου. Μα που στο βάθος της στηριζόταν στο «ερωτικό πρόσωπο της Ελλάδας», αυτό που ο Χατζιδάκις αναγνώριζε ανέκαθεν στο πρόσωπο της ηθοποιού και πολιτικού Μελίνας Μερκούρη. Τίποτα απ’ όλα αυτά βέβαια δεν τον εμπόδιζε να της ασκεί συχνά - πυκνά κριτική. Ας δούμε τι δήλωνε για τη Μελίνα ο Χατζιδάκις στην ελληνική εκ­πομπή της Σουηδικής Ραδιοφωνίας και στον δημοσιογράφο Νίκο Σερβετά το 1985: «Η κυρία Μερ­κούρη είναι πολύ φίλη μου, την αγαπώ πολύ και δεν νομίζω ότι έχει συνείδηση όλων των τεράστιων προβλημάτων. Εκείνη χαίρεται το γεγονός ότι εκμεταλλεύεται το όνομά της και μας επισκέπτονται μεγάλα ονόματα της τέχνης. Είναι πιο ικανή από τους επαγγελματίες πολιτικούς μας, οι οποίοι είναι άχρωμοι, άοσμοι και συμπλεγματικοί. Κατά τα άλλα, οι απόψεις της περί πολιτισμού έχουν όλες τις ρωγμές απόψεων που βγαίνουν από μια όμορφη γυναίκα και μια γυναίκα που λατρεύεται».

Τα παιδιά του Πειραιά δεν υπάρχουν πια

Είναι η πρώτη και μοναδική φορά που ο Μάνος Χατζι­δάκις πηγαίνει στην Αυστραλία για να δώσει ρεσιτάλ με τον Σπύρο Σακκά σε εκδηλώσεις της ομογένειας. Αφορμή η επέτειος της Μάχης της Κρήτης. Ο χώρος κατάμεστος από 6.000 ανθρώπους. Το κονσέρτο ξεκινάει, μαζί και οι παραγγελιές: «Τα παιδιά του Πει­ραιά» και ο «Κυρ-Αντώνης». Διακόπτει ο Χατζιδάκις το πρόγραμμα, παίρνει το μικρόφωνο και λέει: «Λεί­πετε πολλά χρόνια από την πατρίδα και τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν υπάρχουν πια τα Παιδιά του Πει­ραιά και ο κυρ-Αντώνης έχει πεθάνει. Απόψε θα σας παίξουμε κάτι άλλο και αν εσείς θεωρείτε ότι δεν σας ταιριάζει, μπορείτε από τώρα να αποχωρήσετε». Κα­νείς δεν αποχώρησε. Και στο τέλος έκανε τρεις ώρες να εγκαταλείψει το κτίριο από τις εκδηλώσεις αγάπης του κόσμου. Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που ο Χατζιδάκις διέκοπτε μια συναυλία, όταν κάτι δεν του άρεσε, ή όταν το κοινό ήταν ανήσυχο. Γι’ αυτό, όπου εμφανιζόταν επικρατούσε μια σχεδόν εκκλησιαστική πειθαρχία.

Η Ελλάδα ζούσε μόνο στα όνειρά μας

Τη φιλία του με τον Οδυσσέα Ελύτη την περιγράφει ο ίδιος ο Χατζιδάκις ως εξής: «Του Ελύτη του άρεσαν τα κορίτσια από παλιά. Αυτό δυσκόλεψε λίγο τη γνωριμία μας, ώσπου άρχισα να γράφω τη μουσική για τον Ήλιο του. Και τραγουδούσα όπου βρι­σκόμουν, νυχτα-μέρα, “Σήκω μικρή μικρή Πορτοκαλένια”, κι ο Ελύτης έτρεχε προς τη μεριά μου για ν’ αγκαλιάσει την Πορτοκαλένια, έτσι όπως ξυπνούσε από τη μουσική μου. Μ’ αυτόν τον τρόπο γνωριστήκαμε και γίναμε φίλοι. Αλλά όσες φορές ξεχνούσε την Ελένη του και την Πορτοκαλένια, γινόταν το παράξενο να φεύγει κι από μένα» (από το βιβλίο «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι», εκδ. Ίκαρος). Νά κι ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, απ’ αυτά τα μεταφυσικά που προκαλούσε ο Χατζιδάκις. Το 1993 ο Ελύτης και ο Χατζιδάκις νοσηλεύτηκαν στο ίδιο νοσοκομείο, σε διπλανά δωμάτια. Ο ποιητι­κός διάλογος μεταξύ των δύο ανδρών προς το τέλος της ζωής τους είναι συγκλονιστι­κός: «Γιατί τα κάναμε όλα αυτά, Μάνο; Κοίταξε γύρω σου την παρακμή» λέει ο Ελύτης. Και απαντά ο Χατζιδάκις: «Τα κάναμε για μας και τους φίλους μας. Άλλωστε η Ελλάδα έχει πεθάνει προ πολλού και ζούσε μόνο μέσα στα όνειρα μας…»

Ο Χατζιδάκις μαθητής. Ο Γκάτσος δάσκαλος

Πλάκα, κουβεντούλα και απλές σκέψεις, που κουβαλούσαν τη σοφία και των δύο. Ο ένας βρήκε στον άλλο τον ιδανικό φίλο, συνοδοιπόρο, συνεργάτη και συνομιλητή. Δυο περιστατικά ανάμεσά τους δείχνουν αυτό που πάντα πίστευε ο Χατζιδάκις: ότι εκείνος ήταν ο μαθητής και ο Γκάτσος ο δάσκαλος. Και ήταν αλήθεια ότι ένα από τα ταλέντα του Χατζιδάκι ήταν το χάρισμα του ακροατή. Μικρός έκανε παρέα με μεγα­λύτερους και όταν μεγάλωσε με νεότερους. Και τους άκουγε όλους. Όταν στα 25 του έγραψε τη μουσική για την «Ορέστεια» και απολάμβανε τον θρίαμβό του, ο Γκάτσος τού έκοψε τα φτερά. «Έγραψες θαυμάσια μουσική για τον Ευριπίδη», του είπε. «Μα, η “Ορέστεια” είναι του Αισχύλου», απάντησε απορημένος ο Χατζιδάκις. «Αυτό εσύ πρέ­πει να το σκεφτείς…», τον αποστόμωσε ο Γκάτσος. Κι εκείνος, παρόλο που θύμωσε αρχικά, το σκέφτηκε. Και κατάλαβε τη διαφορά ανάμεσα στο ιερατικό στοιχείο του Αισχύλου και στο πιο «σύγχρονο» ύφος του Ευριπίδη. Το ίδιο συνέβη και στη χορο­γραφία που ανέλαβε από το Εθνικό Θέατρο για το «Όνειρο καλοκαιρινής νύκτας». Στην πρεμιέρα, μέσα σε ένα κατάμεστο θέατρο, ο Γκάτσος τού είπε με δυνατή φωνή: «Ελπίζω να σταματήσεις αυτές τις ανοησίες!», αφήνοντάς τον αποσβολωμένο. Από τότε δεν ξανάκανε ποτέ χορογραφία.

Ξενύχτια μέχρι πρωίας στην κρεαταγορά

Όλοι ξέρουμε τον μύθο της «Πορνογραφίας». Τον καλλιτεχνικό. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι ότι ο οργασμός της υψηλής δημιουργίας κορυφωνόταν ξημερώματα στην… κρεαταγορά. Κάθε βράδυ μετά τις πρόβες σύσσωμος ο θίασος, με πρώτη και καλύτε­ρη τη Σαπφώ Νοταρά, έτρεχε στην κρεαταγορά για φαΐ, κουβέντα και πλάκα μέχρι το πρωί. Και κάτι ακόμα που δεν ξέρουμε, και μας θύμισε ο Ηλίας Λιούγκος, ένας από τους ερμηνευτές της «Πορνογραφίας». Ο Μίνως Αργυράκης έκανε δεύτερες φωνές στην «Οδό του Μπλαμαντό». Μπούκαρε στο δωμάτιο ηχογράφησης επειδή η Σαπφώ είχε δυσκολία να τραγουδήσει…

Κείμενο των Χρυσούλα Παπαϊωάννου-Αντώνη Μποσκοΐτη από το Ποντίκι