Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Ένας Ελεύθερος

 Σε μια θύμιση πολλών χρόνων


Υπήρξε μοναδική περίπτωση. Τα λόγια είναι λίγα. Δεν χωράει σε λόγια, όπως και δεν χώραγε ποτέ. Ούτε καν ο ίδιος στα δικά του. Ήταν ο ίδιος ο Αριστοφάνης αυτοπροσώπως που έκανε την επιλογή να εμφανιστεί πάλι στον τόπο αυτό και να διαγράψει την τροχιά του. Ήταν ο ίδιος ο Διογένης που, μέσα από το πιθάρι του, εξοβέλιζε βάσιμους και απόλυτα δικαιολογημένους λίβελλους κατά πάντων. Χωρίς ίχνος ειδωλοποίησης, με όλη εκείνη την αστραφτερή και κοφτερή ματιά που μάς χαρακτήριζε στα πραγματικά δύσκολα χρόνια τής Μεγάλης Πτώσης, στις δεκαετίες τού '80 και '90, κάθομαι και κοιτάζω εκείνα τα "απέραντα χωράφια" μας. Τον θυμάμαι να περιφέρεται γύρω μας, κάπου στού Στρέφι, με έναν ταμπλά κρεμασμένο από το λαιμό του, όπως στους παλιούς θερινούς κινηματογράφους όπου πουλάγανε πασατέμπο στα διαλείμματα, και να μάς παρακινεί να πάρουμε σαπούνι για να καθαριστούμε από τις αμαρτίες και τις ανομίες μας. Ο ταμπλάς ήταν γεμάτος πλάκες χειροποίητου σαπουνιού.

-Πάρε, πάρε, πάρε! Πάρε να καθαρίσεις!

Όρθιος, ετοιμόρροπος, μα ευθυτενής. Φεγγοβολούσε ακούραστος χοροπηδώντας ανάμεσά μας σαν καλικάντζαρος. Με τη μεγάλη μύτη και τις ανορθόγραφες κινήσεις. Με τη βαριά φωνή και την αστεία μουτσούνα που ώρες-ώρες αγρίευε και σε κατακεραύνωνε με τα μάτια της.

Τους παίρνω όλους με τη σειρά, τώρα, μετά από τριάντα-τόσα χρόνια. Και δεν βρίσκω κανέναν σχεδόν. Κάποιες μικρές αναλαμπές μόνο, που φώτισαν σαν διάττοντες τον νυχτερινό ουρανό εκείνης της εποχής. Πάνω απ' όλα και πάνω απ' όλους, να γελά ξαπλώνοντας στην άσφαλτο, εκείνος. Κι ας τον κορόιδευαν, κι ας τον ενέπαιζαν. Κι ας τον είχαν εξοβελίσει στο πυρ το εξώτερον. Ήταν κάτι παράξενο που συνέβαινε. Ήταν σαν να μην μίλαγε τη γλώσσα τους, την γλώσσα μας.

Μόνο αυτός επέζησε μέσα μου πια από όλον εκείνον το συρφετό που τραγουδούσα άλλοτε επάνω στο πάλκο -σαν καλικάντζαρος κι εγώ αλλά για τους δικούς μου λόγους. Η αλήθεια του παρέμεινε ολόφωτη και ακατάλυτη και την παίρνω μαζί μου μισόν αιώνα τώρα.

Όπως όλοι μας είχε κι εκείνος τις πολλές και βαθιές πληγές του. Άνθρωπος ήταν. Και μάλιστα άνθρωπος παλλόμενος βαθιά και δυνατά από πολύ νωρίς. Δεν θα μπορούσε να γινόταν αλλιώς. Δεν θα μπορούσε να ήταν εύκολος, συμβιβαστικός, απλός και μειλίχιος. Δεν θα μπορούσε να είναι προσιτός και βολικός. Πέρα όμως από αυτές τις πληγές του, μετά από τη μεγάλη εσωτερική του αναμέτρηση μαζί τους, γινόταν ο ποιητής μιας ολόκληρης γενιάς. Που, όταν δεν μπορούσε να τον παρακολουθήσει -ή όταν δεν τον καταλάβαινε επειδή εκείνος έβλεπε πολύ μπροστά-, τον χάζευε είτε με στωικότητα γιατί τον αντιμετώπιζε σαν μικρό παιδί είτε με απορία και καρτερία "μέχρι να περάσει η κρίση". Φυσικά, όλα αυτά αφορούσαν όσους βρίσκονταν στον στενότερο ή ευρύτερο κύκλο του. Ας μην αναφερθώ εδώ στους υπόλοιπους, που ήταν βαθιά νυχτωμένοι στα γρανάζια τού συστήματος ή τού μαγγανοπήγαδου τής ζωής, που τους στράγγιζε αίμα, ιδρώτα και ζωή.  

Νομίζω πως έχει γράψει τα πιο Ερωτικά τραγούδια τής ελληνικής μουσικής. Βαθιά, αληθινά κι ανθρώπινα. Που έχουν τη μοναδική ικανότητα να πατάνε με το ένα πόδι στη γη και με το άλλο στον ουρανό. Στέρεα και ακλόνητα και στα δύο. Σ' έναν ουρανό τόσο όμορφο και αέρινο, σ' έναν ουρανό μαγικό και λουλουδένιο. Και σε μια γη χωμάτινη και θνητή. Έγραφε ποιήματα, δεν έγραφε τραγούδια. Ολόκληρη η ζωή του εξάλλου ήταν μια ζωντανή ποίηση. Μια ποίηση που δεν φοβήθηκε ποτέ τίποτα και γι' αυτό ακριβώς παρέμεινε ποίηση μέχρι το τέλος.

Ταυτόχρονα έγραψε τα πλέον επαναστατικά αλλά και τα πλέον ανατρεπτικά και μοναδικά και γνήσια αναρχικά τραγούδια. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να προσεγγίσει -ούτε καν να ατενίσει από μακριά- το μέγεθος της τέχνης του. Ήταν ο ποιητής τής γενιάς μου και έτσι γράφτηκε στην ιστορία. Μόνο αυτός απέμεινε από όλους. Μόνος αυτός. Μόνος του.

Εκεί, κάτω από τον Κλόουν, είχε στήσει το τελευταίο τσαρδί του. Σαν διάδρομος απογείωσης ήταν. Και αυτό έμελλε να γίνει.

Έφυγε κι άφησε πίσω του όλο αυτό το παράλογο και αδιεξοδικό ψέμα που λέγεται "ζωή" και έχει καθιερωθεί ως σύστημα ανεπανόρθωτο.

 
 
Και το οδοιπορικό της ζωής του (από το διαδίκτυο):

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1949 (20/8/49) από γονείς Κοζανίτες. Έζησε στην Κοζάνη μέχρι τα δεκαοχτώ του. Από μικρός έδειξε τον ανήσυχο χαρακτήρα του. Είχε μεγάλη αντίληψη, περιέργεια και ήταν πολύ φιλομαθής. Ως μαθητής του άρεσε να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία και στο σχολείο ήταν από τους πρώτους μαθητές. Μελέτη ελάχιστη (κυρίως στο γυμνάσιο). “Από μικρός ήταν ζωηρός, αμφισβητούσε, έψαχνε τη ζωή”, θυμάται ο αδερφός του Δημήτρης Ασιμόπουλος. 

Στο Δημοτικό κρατούσε τη σημαία. Στο γυμνάσιο δεν τα ήθελε καθόλου αυτά και καθησύχαζε τους γονείς του καθώς τον έβλεπαν να μην διαβάζει”. Εγώ τα ξέρω, δεν πα' να χτυπιούνται, εγώ θα γράψω στα γραπτά”. Είχε πολύ μεγάλη σιγουριά για τον εαυτό του. Οι καθηγητές του ήταν διχασμένοι. Και τον συμπαθούσαν αλλά και δεν τον ανέχονταν γιατί τους έμπαινε στα ρουθούνια (τους κριτικάριζε με τον τρόπο του).

Έφηβος ασχολήθηκε με το σχολικό θέατρο (όπου θέατρο ο Νικόλας μέσα), με τον αθλητισμό, με το ποδόσφαιρο (τον είχαν ζητήσει στο σύλλογο της Κοζάνης αλλά δεν πήγε). Έγραφε στίχους. Δημιουργούσε ποιήματα με αφορμές διάφορες (σχολείο, κοινωνική ζωή, πόλη, έρωτας). Οι καθηγητές του γνωμάτευσαν ότι είχε πρόωρη ωριμότητα. Πολλές εκδηλώσεις εντός και εκτός του σχολείου του γίνονταν με πρωτοβουλίες του.

Τα σχολικά βιβλία του τα διάβαζε ολόκληρα και δεν τα ξαναδιάβαζε (ή έριχνε καμιά ματιά). Τελειώνει το Λύκειο τότε. Ο Νικόλας τελείωσε Πρακτικό (θετικά μαθήματα) μα επέλεξε θεωρητικές επιστήμες. Φροντιστήριο δεν πάτησε. Μαθαίνει (για τις τελικές εξετάσεις) τελευταία στιγμή τα Λατινικά (τότε) μόνος του και μπαίνει στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης, τμήμα Νεοελληνικό (1967). Ήθελε να πάει για δημοσιογραφία. Τελειόφοιτος ή απόφοιτος Λυκείου στέλνει κάποιο γραπτό σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά το ψευδώνυμο “Άσιμος”. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Ασιμόπουλος. Όμως σιγά-σιγά ως φοιτητής καθιερώνει το “Άσιμος” για επίσημο, η ταυτότητα του μένει κάποια στιγμή στην Ασφάλεια, δεν την αναζητεί. Ώσπου γύρω στο ‘86 εκδίδει ταυτότητα ως “Νικόλας Άσιμος”.

Από το ξεκίνημα του ως φοιτητής θέλησε να ξαναδημιουργήσει το Φοιτητικό θέατρο με δική του αίθουσα (θέατρο) στο πανεπιστήμιο (υπόγειο Φιλοσοφικής σχολής). Ανέβασαν 4-5 έργα: Αριστοφάνη, Μένανδρο, (το 1971, ο “Φοιτητικός Θίασος” ανέβασε τους “Επιτρέποντες” του Μενάνδρου), Μολιέρο στο στρατιωτικό θέατρο (τότε). Με το ξεκίνημα της φοιτητικής του “καριέρας” αγοράζει την πρώτη του κιθάρα. Έπαιζε στις ταβέρνες με τις παρέες του. Την κουβαλούσε πάντα μαζί του. Ήταν αυτοδίδακτος. Στη Θεσσαλονίκη δημιούργησε τρεις μπουάτ. Παράλληλα αρχίζουν οι πρώτες του εμφανίσεις στο αναψυκτήριο του Λευκού Πύργου και μετά στο “Apple”. Ερχόταν αντιμέτωπος με τις “αρχές”, τη Χούντα, γιατί δεν δέχονταν καμία λογοκρισία στα τραγούδια του και στα λεγόμενά του. Κυνηγήθηκε και χτυπήθηκε άγρια στα κρατητήρια της ασφάλειας.

Το ‘73 πήρε την πραμάτεια του και κατέβηκε στην Αθήνα για ανεύρεση καλύτερης τύχης. Εκεί κατά πρώτον ασχολήθηκε με το θέατρο (στη Θεσσαλονίκη τελείωσε μια ιδιωτική σχολή Δραματικής Τέχνης). Συμμετείχε στο έργο “Τσιρκολάνοι” του Γιώργη Χριστοφιλάκη που ανέβηκε στο Θέατρο “Στοά”. Μετά απ’ αυτό αρχίζει την καλλιτεχνική του “καριέρα” στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με επώνυμους και ανώνυμους τραγουδιστές: Λήδα, Σπύρος, Ζωγράφος, Τζαβέλλας, Ζουγανέλης, Μπουλάς, Αδριανός, Τόλης κ.α. Εμφανίζεται στην Πλάκα. Σε συνεργασία με τραγουδιστές, ηθοποιούς, συνθέτες, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα κόντρα στο κατεστημένο: “5η εποχή”, “11η εντολή”, “Χνάρι”, “Μουσικό Θέατρο Φτώχειας”, “Σούσουρο” -το πρώτο αυθεντικό μουσικό καφενείο, συνεργατικός θίασος μουσικών. Πολλά και γνωστά ονόματα ανάμεσα στους τότε συνεργάτες του : Γκαϊφύλιας (το 1973), Τραντάλης, Πανυπέρης, Φινίκης, Μουζακίτης, Σπυρόπουλος κ.α. Η συνεργασία όμως χάλαγε στο ξεκίνημά της, λόγω του ασυμβίβαστου χαρακτήρα του. Ίδρυσε μόνος του πολλές μπουάτ (Πλάκα, Εξάρχεια και αλλού). Με το σχήμα “Για ένα πολιτικό καφενείο” δίνει παραστάσεις στον πεζόδρομο της Μνησικλέους για “να συμβάλουμε έμπρακτα κι εμείς οι καλλιτέχνες στην ανατροπή των καταπιεστών του λαού μας”. Δημιούργησε την “Exarchia Square Band” και συμμετείχε σε συναυλίες, κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις, μουσικοθεατρικά σχήματα, θέατρο του δρόμου (στη Βουκουρεστίου), διάφορα δρώμενα. Συνεργάστηκε κατά καιρούς με πολλά σχήματα και καλλιτέχνες. Τα τελευταία χρόνια ήταν αρκετά κοντά με την Κατερίνα Γώγου.

Έγραφε πολλά τραγούδια που τα ηχογραφούσε σε κασέτες μόνος του (σε στούντιο φίλων του): η πρώτη του ήταν η “παράνομη κασέτα Νο 000001 -με το βαρέλι που για να βγει το σπάει” (συνολικά κυκλοφόρησε 8 διαφορετικές κασέτες). Τις κυκλοφορούσε (τις διακινούσε) ο ίδιος στα Προπύλαια, στο Πολυτεχνείο, στα Εξάρχεια, στο Μοναστηράκι, στο Λυκαβηττό, στις διάφορες συναυλίες (έξω από το χώρο τέλεσής τους). Γύρω στο ‘83 ανοίγει ένα μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στην Καλλιδρομίου στο ύψος της Ζωοδόχου Πηγής (στον ίδιο χώρο σήμερα υπάρχει κάποιο cafe). Το ονομάζει “Χώρο προετοιμασίας”. Ήταν μαγαζί και σπίτι. Ήταν το πιθάρι του σύγχρονου Διογένη. Εκεί έγραφε, συνέθετε τα τραγούδια του, πουλούσε βιβλία, παιχνιδάκια για τα παιδιά, πρόχειρα κοσμήματα κατασκευής γνωστών του, κασέτες δικές του κυρίως, φωτιστικά, πήλινα, κάρτες παλιές και πολλά άλλα. Γύριζε με ένα ποδήλατο στο οποίο είχε δέσει ένα καφάσι για την μεταφορά της “δουλειάς” του και των ειδών του μαγαζιού του.

Από τη σχέση του με την Λίλιαν Χαριτάκη γεννιέται το 1976 η κόρη του. Ήταν αντίθετος με τους θεσμούς της σημερινής κοινωνίας (γάμος, παιδεία, θητεία στο στρατό, εμπορικά κυκλώματα κ.λπ.).

Το 1974 εκδίδει με τη ΛΥΡΑ - ZODIAC τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών (Ρωμιός- Μηχανισμός).

Το 1983 κυκλοφορεί δίσκο 33 στροφών από την ΜΙΝΟS (“ΞΑΝΑΠΕΣ ΤΟ”).

Το 1980-81 γράφει ένα βιβλίο με τίτλο “ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ” και το κυκλοφορεί σε ελάχιστα αντίτυπα (έκδοση “ανέκδοτο” απλή, πρόχειρη).

· Στρατιωτικό : 1978-79: Αρχίζει η διαδικασία για την επίτευξη του στόχου του “να μην υπηρετήσει”. Παίρνει οριστικά απολυτήριο- δεν ξέρω πότε- λόγω “ψυχο... συνδρόμου”. Απολυτήριο σχιζοειδούς ψυχώσεως: “Ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου” ή κατά το Νικόλα: Σχιζοφρενοβλαβίωση.

· 24/10/1977 Φυλακίζεται μαζί με 5 άλλους εκδότες-συγγραφείς. Αιτία: “εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν” Σκοπιμότητα: εκλογές Νοέμβρη 1977.

· 24/12/1977 Η αποφυλάκισή του.

Μια φορά νοσηλεύτηκε στο “ΔΑΦΝΙ” για ένα διάστημα λίγων ημερών, όπου οδηγήθηκε βίαια (ως συνήθως) ώσπου το 1987 οδηγήθηκε στις φυλακές του Κορυδαλλού με την κατηγορία του βιασμού γυναίκας (παλιάς φιλενάδας του). Από τότε αρχίζει ο ψυχολογικός κατήφορος του Άσιμου. Βγαίνει από τη φυλακή με χρηματική εγγύηση. Δε θα μπορέσει όμως να “χωνέψει” την κατηγορία αυτή. Η εκκρεμούσα δίκη μαζί με τα άλλα προβλήματα, που ήταν πολλά, συσσωρεύτηκαν μέσα του, κάπου ξεπέρασε τον εαυτό του.

Έτσι, στις 17 Μαρτίου 1988 βρέθηκε κρεμασμένος σπίτι του. Ήταν η τελευταία του “Βόλτα”. Προηγουμένως είχε επανειλημμένα τηλεφωνήσει απεγνωσμένα σε φίλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: