Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Ψηλά


Τι; Αναρωτιέσαι μήπως έγινα μισάνθρωπος; Μπααα, όχι. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για κάτι τέτοιο. Για να γίνει δηλαδή ο άνθρωπος μισάνθρωπος. Είναι τόσο μάταιο μέσα σε όλην αυτή τη μεγάλη πλάνη τής ύπαρξης. Ίσα-ίσα. Από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω περισσότερο τη "φύση" τής ζωής και τής ύπαρξης, έχω γίνει πολύ συγκαταβατικός και συμπονετικός με τους ανθρώπους. Γιατί ένιωσα βαθιά την τραγικότητα και την ανημπόρια μας να ερμηνεύσουμε τον κόσμο αλλά και τη μικρότητα και την ασημαντότητά μας μπροστά στις μεγάλες αλήθειες τού Σύμπαντος.

Μια ανημπόρια που είναι οριστική και αμετάκλητη για τον άνθρωπο. Μ' αυτήν έρχεται, μ' αυτήν φεύγει. Χέρι-χέρι, χωρίς να ξέρει γιατί. Και στην πορεία παλεύει να επιβιώνει, να γιατρεύεται όταν αρρωσταίνει, να χαίρεται, να ερωτεύεται και να ξεχνιέται, να κάνει παιδιά και να τα μεγαλώνει μέσα σε μια τρέλα που τον "βοηθά" πάλι να ξεχνιέται (ουδέποτε κατάλαβα γιατί κάνει παιδιά αφού όλο αυτό το "κόλπο" είναι σαν το βαρέλι χωρίς πάτο που λένε οι ασχολούμενοι με τα τής οικονομίας...), να χορεύει, να τραγουδάει, να ταξιδεύει, να τρελαίνεται, να δουλεύει, να κοιμάται, να τρώει, να πεινάει, να γερνάει (αν προλάβει), να σκύβει, να γέρνει και να πεθαίνει. Χωρίς να ξέρει "γιατί". Χωρίς ποτέ να ξέρει γιατί.


Ε, όχι. Αυτό δεν είναι αντάξιο τής δυναμικής και τής ευρύτητας τού νου που διαθέτει. Του πνεύματος και τής ορμής του. Είναι πολύ ταπεινωτικό και εξευτελιστικό. Είναι ανυπόφορο, ένα μαρτύριο. Από μικρό παιδί θυμάμαι να το θεωρώ πολύ άδικο. Να μην μπορώ δηλαδή να σηκώσω την κουρτίνα και να δω τι κρύβεται (και αν κρύβεται κάτι) πίσω από το παραπέτασμα. Δεν γίνεται να επενδύεις με αέρα κοπανιστό και καμιά "ανταμοιβή" δεν μπορεί να ισορροπήσει την απόλυτη υπαρξιακή άγνοια που διακατέχει τον άνθρωπο πριν τελικά υποταχθεί στο αμετάκλητο πεπρωμένο.


Κι έτσι κατάλαβα πως ο άνθρωπος είναι τόσο πιο ελεύθερος όσο λιγότερα "πρέπει" έχει στη ζωή του και όσο λιγότερες παραδοσιακές διαδρομές ακολουθεί. Όσο περισσότερο επαναστάτης γίνεται απέναντι στην αυθεντία που τον ορίζει και τον κυβερνά ερήμην του. Και μεγαλύτερη επανάσταση από την αμφισβήτηση και την παρεμπόδιση τού επιπολασμού αυτής τής αυθεντίας δεν βρήκα να υπάρχει. Και αυτό έκανα. Την παρεμπόδισα.


Και νιώθω πια Ελεύθερος γιατί όρισα την μοίρα μου σε μεγάλο βαθμό. Γιατί έκανα μια μικρή "ομοσπονδία" με την ζωή. Να υπάρξω κι εγώ -για όσο η κεντρική εξουσία αποφασίσει- στο δικό μου, αυτόνομο χώρο. Ανεξάρτητος και αυτοδιοίκητος. Τότε πια ηρέμησα από όλα εκείνα που στοίχειωναν παλιότερα τον βίο μου και είχαν να κάνουν είτε με ανθρώπους, είτε με εμένα και την διαδρομή μου, είτε με ένα ανήσυχο μέλλον, είτε με ένα ταραγμένο ή και τρομοκρατημένο και πανικόβλητο παρόν. Είχαν όλα τελειώσει. Η σελίδα ήταν λευκή και δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να ξαναγραφτεί με τον ίδιο τρόπο. Θα παρέμενε για πάντα τυπικά λευκή αλλά θα γραφόταν πλέον με συμπαθητική μελάνη, που δεν θα ήταν ορατή. Κι έτσι, θα ήταν ταυτόχρονα και πολύ ελαφριά. Απαλλαγμένη από κάθε "ειδικό βάρος".


Ξέρεις πόσα χρόνια το περίμενα αυτό; Νομίζω από την μέρα που άρχισα με τις αισθήσεις μου να αντιλαμβάνομαι τους τοίχους να συμπιέζουν τον αέρα γύρω μου. Από τότε ήθελα να πετάξω. Ψηλά. Όσο πιο ψηλά γινόταν.


Για πολλά χρόνια αναγκάστηκα να συρθώ στο χώμα γεμάτος φόβους. Δεκάδες χρόνια μού πήρε αυτό το σχολείο μέχρι να μάθω τα πράγματα από την αρχή. Ήταν που φόραγα αυτήν την "πανοπλία" τού θράσους και τής έπαρσης τής νεότητας. Μιας νεότητας που ατενίζει αδίστακτα και αδέκαστα τα πάντα γύρω της. Η δουλειά ήταν πολλή και πολύ κουραστική. Ο καθημερινός ιδρώτας με μάθαινε να αντέχω και να υπομένω. Με προειδοποιούσε για το σκοτεινό μέλλον που καραδοκεί για όλους και μάς βγάζει έξω από κάθε όριο σχετικότητας και χαρμολύπης. Είναι τότε που βουτάμε κατακόρυφα στο κενό χωρίς αλεξίπτωτο. Τότε που δεν ελέγχουμε τίποτα απολύτως και όλα πια τα ενδεχόμενα είναι πιθανά. Τότε που καταρρίπτονται σε μια στιγμή όλα τα "δεδομένα" και τα παραμύθια τής γιαγιάς μετατρέπονται στους χειρότερους ανομολόγητους εφιάλτες.


Πολλές φορές εκείνη ακριβώς τη στιγμή αναζητάς την Έξοδο.        


Δεν υπάρχουν σχόλια: