Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

Εν πτήσει


Επέλεξα να κατοικήσω εδώ, σ' αυτόν τον προσωπικό -ιδιωτικό θα 'λεγα- χώρο που μου παραχωρείται μέσα στο ψηφιακό Άπειρο και όχι σε άλλου είδους μέσα ατομικής ή συλλογικής έκφρασης. Και μάλιστα τις τελευταίες μέρες αποσυνέδεσα αυτά εδώ τα γραπτά από την συγγενική τους σελίδα στο Google+. Δεν άντεχα άλλο την αίσθηση ότι το καθετί που γράφω και εκσφενδονίζω στο Άπειρο εκτίθεται αμέσως και αναγιγνώσκεται -δυνητικά- αυτοστιγμεί. Πριν καν προλάβει να πάρει λίγο ύψος και να απομακρυνθεί από κοντά μου έτσι ώστε να το δω και από άλλες πλευρές, να δω κι άλλες διαστάσεις του, άγνωστες σε μένα ως εκείνη τη στιγμή. Να το δω από μακριά. Να πάρω τις αποστάσεις μου και να μην μπλέκονται οι ανάσες μας μεταξύ τους. Πολλές φορές, αφού έχει πετάξει μέσα απ' τα χέρια μου, κάτι συμβαίνει και ξαναγυρνάει. Θέλει κάτι τελευταίο, κάτι μικρό -ή και μεγάλο- που όμως ήταν αδύνατο να το διαπιστώσω ενόσω βρισκόταν ακόμη καρφωμένο στη γη. Είναι η ανύψωση και η μετεώριση στα ρεύματα τού αέρα που απελευθερώνουν κάθε κρυφή και φανερή δυνατότητα. Είναι το κρύο στα ψηλά στρώματα που κάνει την ατμόσφαιρα απόλυτα διαυγή και αποκαλύπτει ανάγλυφα κάθε ορατή αλλά και κάθε μέχρι τότε αόρατη πτυχή τού τοπίου χαμηλά.

Και τότε ξέρεις τι χρειάζεται ακόμη. Δεν απαιτείται καθόλου σκέψη. Το χέρι πάει μόνο του και συμπληρώνει τα κενά. Ολοκληρώνει -όσο κάτι τέτοιο είναι δυνατό- την εικόνα. Σαν τις τελευταίες και καθυστερημένες πινελιές πάνω στον μουσαμά. Που περιμένουν να στρωθούν έτσι ώστε μετά να απλωθεί επάνω τους η τελευταία κίνηση: η υπογραφή -σφραγίδα χαρακτηριστική τού δημιουργού, που θα συνεχίζει να υπάρχει και να προσδιορίζει μέχρι την τελική φυσική καταστροφή τού μέσου.

Σίγουρα αυτό που προκύπτει δεν έχει σκοπό να χαθεί μονάχο και ασύνδετο στο πουθενά. Ελπίζει σε κάποιον αόριστο και ανώνυμο παραλήπτη. Σε κάποιο χέρι που θα απλωθεί και θα το υποδεχθεί. Ίσως αυτό να είναι και ένα μεγάλο μυστικό τής Νέας Εποχής. Ότι, δηλαδή, το επώνυμο και το ανώνυμο μπορούν πολύ εύκολα να αποτυπωθούν -αρκεί να το θέλουν. Ένιωσα λοιπόν πως δεν ήθελα να ξέρω τους επώνυμους αποδέκτες των τοπίων μου. Έχανα τη μαγεία που κρύβει το άγνωστο. Και γινόμουν ξαφνικά σαν μασημένη τσίχλα. Με το αποτύπωμα των δοντιών βαθύ και έντονο πάνω της και με το πρώτο, δυνατό άρωμα να έχει εξατμισθεί από ώρα. Δεν υπήρχε πια η έκπληξη τής ανακάλυψης -που υπάρχει μόνο στο απρόσμενο, στο αναπάντεχο. Υπήρχε τακτικότητα και επανάληψη. Πράγματα ασύμβατα με το ζητούμενο.

Αυτή είναι νομίζω η διαφορά των "επώνυμων" από τα "ανώνυμα" κοινωνικά μέσα. Είναι η μεγάλη και έντονη ανάγκη για ταχύτατη αποδοχή και αναγνώριση που οδηγεί σε χώρους όπου η ύπαρξη αποκτά Ονοματεπώνυμο, εικόνα, φωνή, σημαία, και αποζητά έγκριση, παραδοχή, συμφωνία ή -σε ακραίες περιπτώσεις- ακόμη και θαυμασμό και κολακεία. Είναι πάρα πολύ εύκολο να γίνει σύγχυση και ο αποδέκτης να χάσει το δρόμο. Δεν συζητώ για τον πομπό γιατί αυτός, από τη στιγμή που προτάσσει επωνύμως το Εγώ του (με τον κάθε γνωστό τρόπο που τού παρέχει το κοινωνικό μέσο), έχει ήδη εκτραπεί. Εδώ όμως μας ενδιαφέρει ο δέκτης, ο υποδοχέας. Αυτός είναι πολύ πιθανό να πλανευτεί και να ξεγελαστεί χωρίς να έχει τέτοια πρόθεση. Ίσα-ίσα, μπορεί να επιθυμεί να το αποφύγει αλλά να πιαστεί στα δίχτυα τής εύκολης έλξης. Εκεί ακριβώς όμως έγκειται και η ελευθερία τού δέκτη. Στη δυνατότητα διάκρισης και επιλογής. Ακόμη και μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα προσφορών. Πρώτα ψάχνει, αναζητά και δοκιμάζει και μετά αποφασίζει ποιο θα κρατήσει και ποιο θα αφήσει.

Και, σε τελική ανάλυση, ο δέκτης δεν χάνει τίποτα αναντικατάστατο αν δεν καταφέρει να φτάσει παντού. Η ζωή είναι μια διαρκής διαδρομή στο άγνωστο και μόνο ό,τι ανακαλύπτουμε αποκτά υπόσταση.

     

Δεν υπάρχουν σχόλια: