Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2016

Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης


Ένας πολύ σπουδαίος άνθρωπος που διέγραψε φωτεινή τροχιά στο πέρασμά του από αυτό που αποκαλούμε "ζωή". Ένας μεγάλος δάσκαλος της Νομικής επιστήμης -εκλεγμένος Καθηγητής στο σημαντικότερο πανεπιστήμιο της Νομικής, στη Χαϊδελβέργη-, ένας απόλυτα ενσυνείδητος Πολίτης, ένας ακάματος Εργάτης τής Ελευθερίας και της "Δημοκρατίας" (αυτή ας μπει σε εισαγωγικά μιας και είναι μια έννοια με περιεχόμενο που ερμηνεύθηκε πάντα κατά το δοκούν στον μάταιο αυτό και εμπαθή βίο μας...). Ένας άνθρωπος τον οποίο δεν κατάφερε να λυγίσει κανένας και τίποτα και παρέμεινε αδιάβλητος ακόμη και όταν ασχολήθηκε με την ενεργό πολιτική, στην οποία άφησε μόνο θετικά στίγματα.

Καλώς ή κακώς (ποιος τα κρίνει και τα αποφασίζει αυτά;) βρέθηκε σε αυτόν τον κόσμο και επέλεξε να τον ζήσει άσπιλα. Να τον διαβεί σύμφωνα με τις δικές του εσωτερικές επιταγές. Που, όμως, πολλές φορές ήλθαν σε ευθεία, άμεση και κάθετη αντιπαράθεση με τους κοσμικούς κύκλους και βίους της ανθρώπινης ενσάρκωσης. Γιατί ο Γεώργιος Αλέξανδρος Μαγκάκης κατέδειξε με τη διαδρομή του ότι μόνο τα υψηλά ιδανικά ήταν ικανά να τον καθοδηγούν. Και έτσι έζησε. Είτε ως πανεπιστημιακός, είτε ως καθηγητής τής Νομικής ανθιστάμενος με τις πύρινες διαλέξεις του κατά της δικτατορίας, είτε αργότερα ως πολιτικός και υπουργός δικαιοσύνης.

Άφησε πίσω του, ως τελευταία σημαντική παρακαταθήκη προς τον δήμο  και τα κοινά, μια χειρόγραφη σελίδα γραμμένη σε ρυθμούς εσωτερικής έντασης τη στιγμή που απέστρεφε τα μάτια από τον κόσμο των ζωντανών. Όχι επειδή ο θάνατος ήταν πλέον ante portas -εξάλλου δεν έδειξε να φοβήθηκε ποτέ όταν παρέμεινε σε απομόνωση, βασανίσθηκε σκληρά, και καταδικάσθηκε σε πολλά χρόνια κάθειρξης από την δικτατορία των συνταγματαρχών. Απέστρεψε τα μάτια για τους λόγους που ο ίδιος πολύ λακωνικά, πλην όμως σαφέστατα, εξηγεί στο σημείωμά του. Και δεν ήταν κάποια "γεροντική κατάθλιψη" που μπορεί να τον οδήγησε εκεί. Και δεν τα γράφω αυτά επειδή θέλω να πιστεύω πως έτσι ήταν και όχι αλλιώς. Και σίγουρα θα μπορούσα να έχω "καλύτερα πράγματα να κάνω" μια τέτοια ώρα, λίγο μετά την έλευση του "νέου χρόνου". Τα γράφω επειδή δεν είναι ούτε το πρώτο, ούτε το μοναδικό παράδειγμα Έντιμου Ανθρώπου. Ενός ανθρώπου με μια στάση που πολύ καιρό τώρα με παιδεύει και αυτή τη στιγμή μου υπαγορεύει να του αφιερώσω έστω αυτές τις δυο γραμμές. Από τότε. Από το 2011. Από την ημέρα που έφυγε, όταν η ιδιόχειρη σελίδα του έγινε κτήμα στα χέρια μας, πολλές φορές δεν με άφησε να ησυχάσω και με έκαιγε.

Όπως με έκαψαν τόσο ο αποχαιρετιστήριος λόγος του προς τους φοιτητές του μετά την αποπομπή του από την έδρα της καθηγεσίας όσο και η επιστολή που απηύθυνε, έγκλειστος πια από το καθεστώς της δικτατορίας στις φυλακές Κορυδαλλού, προς την Ευρώπη, τον Φεβρουάριο του 1971. 

Κάποια αποσπάσματα της τελευταίας πανεπιστημιακής του διάλεξης προς τους φοιτητές του:

Αγαπητοί μου μαθηταί,

σκοπός των πανεπιστημιακών παραδόσεων δεν είναι μόνον να σας εισαγάγουν εις το δόγμα του Δικαίου και να σας μεταδώσουν απλώς μίαν ειδικήν συλλογιστικήν. Σκοπός των είναι, προ παντός, να σας καταστήσουν σαφές το πνεύμα και την ουσίαν του Δικαίου. Εις τας μέχρι τούδε συναντήσεις μας εις αυτό ακριβώς το πνεύμα του Δικαίου προσεπάθησα να σας εισαγάγω.

Σήμερον ας επανέλθωμε εις αυτό το πνεύμα, ας ασχοληθούμε μόνον με αυτό και ας τονίσουμε διά μίαν ακόμα φοράν αυτό, το οποίον είναι το πλέον θεμελιώδες.

Το Δίκαιον δεν είναι ένας οποιοσδήποτε εξαναγκαστικός κανών, ρυθμίζων την συμβίωσιν των ανθρώπων. Αν ήτο μόνον αυτό, καθ’ ουδέν θα διέφερε από τους κανόνας, οι οποίοι διέπουν ωρισμένας κοινωνίας του ζωικού βασιλείου. Δεν θα διέφερε, π.χ., από την κοινωνίαν των μελισσών ή των μυρμήγκων. Εκείνο το οποίον είναι το χαρακτηριστικόν γνώρισμα του Δικαίου, η πεμπτουσία του, είναι ο προσανατολισμός του προς τας αξίας. Μόνον δι’ αυτού του προσανατολισμού το Δίκαιον καθίσταται κατάκτησις του πολιτισμού και δικαιώνεται ηθικώς. Η βασική δε αξία, προς την οποίαν είναι προσανατολισμένο το Δίκαιον ως θεσμός πολιτισμού, είναι η ελευθερία. Τούτο αποδεικνύεται, προ παντός, από την ιστορίαν.

Η ιστορία των ανθρώπων δεν είναι παρά μία πορεία οδύνης και αγώνος δια την κατάκτησιν της ελευθερίας και δια την εξασφάλισιν και την κατοχύρωσίν της διά του Δικαίου. Μία είναι η μεγάλη αλήθεια εις το πλαίσιον της επιστήμης μας: ότι το Δίκαιον αποκτά το ηθικόν του περιεχόμενον, καθίσταται, δηλαδή, ηθική αξία, μόνον εφ' όσον αποβλέπει εις το να διασφαλίση την ελευθερίαν εις τους ανθρώπους. Άλλως το Δίκαιον, άνευ δηλαδή αυτού του προσανατολισμού, καθίσταται μέσον καταπιέσεως εις τας χείρας του ισχυρού, προς εξασφάλισιν της κυριαρχίας του. Προς την αξίαν της ελευθερίας πρέπει, όμως, να είναι προσανατολισμένος και ο νομικός και ως επιστήμων και ως άνθρωπος. Διότι, άλλως, καθίσταται ένας απλούς τεχνικός, γνώστης, δηλαδή, της τεχνικής απλώς του Δικαίου, ο οποίος διατρέχει τον κίνδυνον να γίνει ταπεινός υπηρέτης του ισχυρού.

Την ανάγκην αυτού του προσανατολισμού προσεπάθησα εις την μέχρι τούδε σειράν των μαθημάτων να σας καταστήσω σαφή. Αυτό ήτο και το βαθύτερον νόημα και η βαθυτέρα επιδίωξις αυτών των μαθημάτων. Πρέπει σήμερον να σας το τονίσω. Διότι το σημερινόν μάθημα είναι το αποχαιρετιστήριον.

Μετά βαθυτάτης λύπης μου είμαι υποχρεωμένος να σας αφήσω. Αλλά ο χωρισμός αυτός είναι το τίμημα της συνέπειας προς τας αξίας τας οποίας εσεβάσθην εις όλην μου την ζωήν. Και είναι το τίμημα της επιδιώξεως να κρατήσω και εγώ την έδραν αυτήν βήμα ελευθέρας σκέψεως. Αι έδραι του Πανεπιστημίου μας έχουν μακράν παράδοσιν. Αξιόλογοι άνδρες τας ετίμησαν εις χαλεπούς χρόνους με τον αγώνα των να τας κρατήσουν βήμα ελεύθερον. Θα ήτο τρομερόν αν η έδρα αυτή εις τας ασθενείς μου χείρας εταπεινούτο. 

Από την σειράν των συναντήσεών μας εύχομαι και ελπίζω να παραμείνη εις το πνεύμα μας ο προσανατολισμός προς την ελευθερίαν. Αυτόν τον προσανατολισμόν, τον οποίον οφείλομεν να λάβωμεν ως νομικοί, οφείλομεν να λάβωμεν και ως Έλληνες. Διότι η Ελλάς δεν είναι απλώς μια γεωγραφική έννοια. Είναι, προ παντός, ιδέα ταυτιζόμενη με την ιδέαν της ελευθερίας. Ας αναλογισθώμεν, λοιπόν, αυτήν την ώραν τους λόγους του ποιητού μας και με αυτούς ας αποχαιρετισθώμεν: "Θέλει αρετήν και τόλμην η Ελευθερία".

Ακολουθούν αποσπάσματα από το "Γράμμα από την φυλακή" προς την Ευρώπη-ολόκληρη η επιστολή έχει εκδοθεί και κυκλοφορεί αυτοτελώς: 

Νιώθουμε πολύ Ευρωπαίοι. Αυτή η συναίσθηση δεν πηγάζει πρωταρχικά από πολιτικές σκέψεις, όσο κι αν καταλήγει βέβαια να γίνεται βασική πολιτική θέση. Πηγάζει από την αμεσότητα που αποκτήσανε πάλι πολύ έντονα με τη δικτατορία τα πολιτιστικά μας βιώματα. Αυτά τα νοήματα που ζούμε και που μας κάνουν ν’ αντέχουμε τούτες τις μέρες και τις νύχτες μας δεν είναι ευτυχώς μονάχα δικά μας. Τα μοιραζόμαστε με το λαό της Ευρώπης. Ναι, τον έναν λαό της Ευρώπης.

Εμείς μέσα από τη φυλακή μας μπορούμε να το πούμε αυτό με αληθινή σοβαρότητα. Η οδύνη μάς κάνει να βλέπουμε την ουσία και να τη λέμε απλά. Βλέπουμε μόνο το νόημα και όχι τα ανόητα σύνορα, τους μικρόψυχους ανταγωνισμούς και τις αβάσιμες πια επιφυλάξεις. Εμείς βλέπουμε απλά σαν λαός τον έναν εαυτό μας.

Μοιάζει παράδοξο, αλλά βέβαια μόνο στην πρώτη ματιά, πόσο έντονα ένιωσε ο Έλληνας πως είναι Ευρωπαίος από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας. Η ταπείνωση κάνει πιο συνειδητές αυτές τις αξίες της ζωής μας που προσβάλλονται. Οι δικές μας είναι οι αξίες της Ευρώπης. Όλοι μαζί τις φτιάξαμε. Νιώσαμε αυθόρμητα πως κανένας άλλος δεν θα καταλάβαινε με το δικό μας ακριβώς τρόπο το δράμα που άρχιζε στον τόπο μας όσο ο Ευρωπαίος. Κι έτσι ήτανε.

Το βλέμμα της απόγνωσης μας γύρισε στην Ευρώπη κι ο λαός της δεν μας άφησε ανθρώπινα μόνους. Τώρα όλοι εμείς που έτυχε να διανύουμε αυτόν το μαρτυρικό δρόμο της αιχμαλωσίας στις φυλακές της δικτατορίας λέμε Ευρώπη και εννοούμε Πατρίδα. Εννοούμε ακριβώς αυτήν τη βαθιά σύνθεση από ιστορικά βιώματα, πολιτιστικά νοήματα και ανθρώπινη αλληλεγγύη που ονομάζομε «πατρίδα». Πιάνομε τα κάγκελα στο μικρό μας παράθυρο, κοιτάμε έξω και σκεπτόμαστε τους άλλους ανθρώπους, αυτούς τους μυριάδες ανθρώπους που περπατάνε στους δρόμους και που, αν μας έβλεπαν, θα μας έγνεφαν. Τότε το βλέμμα της σκέψης μας αγκαλιάζει ολόκληρη την Ευρώπη. Γιατί σ’ αυτήν είναι οι δικοί μας, αυτοί που θα μας γνέφανε.

Μας κλείσανε οι κυνηγοί κεφαλών σ’ αυτόν τον τόσο στενό χώρο για να στεγνώσουμε και να σμικρύνουμε σαν εκείνα τα ανατριχιαστικά ανθρώπινα κεφάλια που είναι τα τρόπαιά τους. Μα η χώρα μας πλάτυνε, έγινε μια ολάκερη ήπειρος. Μας έχουνε απομονωμένους για να καταντήσουμε μόνοι κι έρημοι, χαμένοι μέσα σε μια ολότελα ατομική μοίρα. Μα εμείς ζούμε μέσα στην τεράστια ανθρώπινη αγκαλιά της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Η βία τους είναι ανίσχυρη μπροστά στο νόημά μας.
.........

Γελαστός
Είμαστε ένας-ένας κλεισμένοι στα κελιά μας. Από μια άποψη τα πιο αδύναμα πλάσματα. Μπορούν να μας κάνουν ότι θέλουν. Εκεί που κάθεσαι έρχονται, σε παίρνουν και σε πάνε, χωρίς να ξέρεις πού, σε άλλη φυλακή, στην άλλη άκρη. Αν δεν μας φοβόντουσαν τόσο, θα 'λεγα ότι είμαστε γι’ αυτούς πράγματα. Ο φόβος, όμως, που μας έχουνε διατηρεί την ανθρώπινή μας υπόσταση και στα  μάτια τους.

Αυτά, λοιπόν, τα πιο αδύναμα πλάσματα, άλλο δεν σκέπτονται παρά την μοίρα του κόσμου. Όταν μας βγάζουνε από τα κελιά και βλεπόμαστε, γι’ αυτήν μιλάμε. Αυτή η έγνοια μας. Ξέρουμε κι εμείς μαζί με τόσους τι είναι η λαχτάρα της λευτεριάς, που σπαρταράει στον κόσμο. Και βλέπουμε πια καθαρά τους εχθρούς της. Τρέμουμε για την τύχη της χώρας μας, που την λέμε Ευρώπη. Γιατί ξέρουμε πως σ’ αυτήν κρατιέται η ελπίδα και πως γι’ αυτόν το λόγο απειλείται.

Είναι πολύ επικίνδυνο να συντηρείς την ελπίδα του ανθρώπου. Της Ελλάδας η υποδούλωση τι άλλο νόημα έχει; Φτιάξανε προγεφύρωμα. Άλλο ένα δίπλα σ’ εκείνα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Φοβούνται την Ευρώπη. Αυτήν την βασανισμένη νερομάνα ιδεών. Στα παμπάλαια χώματά της υπάρχουνε πάντα οι σπόροι τους. Οι απλοί της άνθρωποι τους συντηρούνε μέσα στον κόρφο τους, μ’ αυτήν την τόσο αυτονόητη εδώ ανησυχία του πνεύματος.

Σωστά την φοβούνται οι δήθεν πάμπλουτοι και πάνοπλοι. Εδώ, όταν λέμε για άνθρωπο, καταλαβαίνουμε νόημα. Αυτό που τον κάνει να είναι το μέτρο για όλα τα πράγματα. Αυτή, η πιο παλιά, η πιο σοφή και η πιο εκρηκτική μας σκέψη. Γι’ αυτήν τη σκέψη φοβούνται την Ευρώπη. Ξέρουνε πως κάποτε αναπόφευκτα θα παίξει το ρόλο της. Έτσι κι εμείς φοβόμαστε σήμερα γι’ αυτήν. Αυτήν έχουμε έγνοια. Εμείς, τα πιο αδύναμα πλάσματα. Κι όμως, αυτό δεν είναι καθόλου αστείο.

Ορθά εμίλησε. Επειδή τα πνεύματα που δεν χωράνε, που δεν χαρίζονται, τα πνεύματα που χρειάζονται τον Άπειρο ζωτικό χώρο -και που ταυτόχρονα μπορούν και επιβιώνουν ένδοξα σε κελιά 1Χ2-, αυτοί οι άνθρωποι που δεν αποζήτησαν ποτέ το ξένο και τεχνητό φως μιας λάμψης πρόσκαιρης ή μιας φωτογραφίας, αυτά τα πνεύματα γνωρίζουν πως η Ελλάς είναι μόνο μια ιδέα που κατοικεί στα όνειρά μας. Και που όμως δεν μπορούνε να προδώσουν γιατί εκείνη τη στιγμή θα προδώσουν το όνειρό τους και άλλη διέξοδος από την "αυτοκτονία" -κατά Καμύ- δεν θα υπάρχει πια. Μου έρχεται στο μυαλό μια άλλη στιγμή που είχε διαμειφθεί μεταξύ Οδυσσέα Ελύτη και Μάνου Χατζιδάκι λίγα χρόνια νωρίτερα στο νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", όπου βρέθηκαν συν-ασθενή τα σώματα αυτών των δυο μεγάλων πνευμάτων. Απογοητευμένος τότε ο ποιητής από την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση (με τα γνωστά χρηματιστήρια, τα δάνεια, τα καινούργια αυτοκίνητα των νεο-Ελλήνων, την ασεβή και άκρατη κατανάλωση, την πλήρη και απόλυτη θανάτωση -εν ψυχρώ δολοφονία- κάθε πνευματικότητας στον τόπο, κ.λπ., κ.λπ.) γυρίζει και ρωτάει τον συνθέτη: "Γιατί τα κάναμε όλα αυτά, Μάνο; Για ποιον;" Κι εκείνος του απαντά: "Για μάς, Οδυσσέα. Για εμάς και τους φίλους μας. Εξάλλου, η Ελλάδα τι είναι; Μια ιδέα."

Κάποιοι άνθρωποι σαν τον Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη αποτελούν στις ώρες της βαθιάς και σκοτεινής νύχτας μια ελάχιστη και παρήγορη ανάσα. Έναν Ήχο στη Μεγάλη Σιωπή του μάταιου και εμπαθούς βίου μας. Σ' αυτό που συνηθίσαμε να αποκαλούμε "ζωή". Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αν σημαίνει κάτι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: