Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Ο μήνας Ιούλιος


Κατέρρευσαν όλα. Και ό,τι απέμεινε είναι τόσο ετοιμόρροπο που στο πρώτο φύσημα τού ανέμου θα σωριαστεί στο δάπεδο τής ιστορίας. Όταν καταρρέουν όλα, αυτό που απομένει είναι η Έρημος. Μια περιοχή ισοπεδωμένη. Γεμάτη ερείπια, χαλάσματα, σκόνη πηχτή που αιωρείται στον αέρα και μικρούς, τελευταίους τριγμούς και κρότους να ακούγονται εδώ κι εκεί μετά τον τεράστιο πάταγο τής κατάρρευσης. Αρμαγεδδών.

Πενήντα ολόκληρα χρόνια κατέρρευσαν φέτος το καλοκαίρι με το δημοψήφισμα τής πέμπτης Ιουλίου. Ήταν κάπως ανάλογο με το προηγούμενο δημοψήφισμα -εκείνο τής ογδόης Δεκεμβρίου τού 1974 για τη μορφή τού πολιτεύματος. Τότε το ποσοστό τού ΟΧΙ ήταν 69%. Οι Έλληνες είχαν αρνηθεί έντονα τη συνέχιση τού θεσμού τής βασιλείας στην Ελλάδα. Θα προχωρούσαν το δρόμο τους χωρίς προστάτη και "πατέρα" με λιλιά και φερετζέδες. Ήταν μια σπουδαία, μια μεγαλειώδης απόφαση τού ελληνικού λαού, που, διαλυμένος από τα επτά χρόνια δικτατορίας και το ξεπούλημα τής Κύπρου, ένιωθε πως έπαιζε κορώνα-γράμματα την ίδια του την ύπαρξη. Και αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα. Και τα έπαιξε, ξεκινώντας από τους "ξένους" βασιλείς. Δεν θα είχαν θέση πια ως αξιωματούχοι στην ελληνική κοινωνία. Η τελευταία πράξη τού βασιλέα, πριν από την λεηλασία τής Δημοκρατίας στις 21 Απριλίου 1967, ήταν οι γνωστές παρεμβάσεις και επιστολές τού Κωνσταντίνου προς τον εκλεγμένο Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου. Ήταν τεράστια σφάλματα εκείνα, που ο λαός δεν τα ξέχασε ποτέ. Και γι' αυτό τιμώρησε τον Κωνσταντίνο. Μόνος του έβγαλε τα μάτια του. Τι κι αν έκανε "αντιπραξικόπημα" τον Δεκέμβριο τού 1967, είχε υπογράψει την καταδίκη του μόνος του. Στην πραγματικότητα εκείνον τον Ιούλιο τού 1965 αυτοκτόνησε.

Τελικά ο μήνας Ιούλιος παίζει για τρίτη φορά ρόλο σημείου καμπής για την σύγχρονη ελληνική ιστορία. Πρώτα το 1965, έπειτα το 1974 και τρίτη φορά το 2015. Με το δημοψήφισμα.

Πολλοί, που εξυπηρετούν διάφορα συμφέροντα, προσπαθούν να υποτιμήσουν τη σημαντικότητα τού δημοψηφίσματος διερωτώμενοι για τον σκοπό που εξυπηρέτησε. Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται απλά για άσκεφτους, απροβλημάτιστους και απολίτικους ανθρώπους, ενώ στη χειρότερη περίπτωση για εγκάθετους που προσπαθούν να στοχοποιήσουν συγκεκριμένα πρόσωπα και καταστάσεις. Και στις δυο περιπτώσεις πρόκειται για άκρως ανιστόρητα και επικίνδυνα άτομα. Εξάλλου, τα ίδια τα γεγονότα μίλησαν από μόνα τους. Ο κύριος εκφραστής τής αντίδρασης και τής ευθύνης για την κατολίσθηση τής χώρας τα τελευταία δέκα χρόνια -το κόμμα τής Νέας Δημοκρατίας- αναγκάσθηκε να "καθαιρέσει" τον αρχηγό του, ο οποίος, παρά την συντριπτική εκλογική ήττα τού Ιανουαρίου, δεν εννοούσε να ξεκολλήσει από την καρέκλα του. Με άλλα λόγια, το δημοψήφισμα, πέραν των άλλων, ήταν και μια νέα εκλογική αναμέτρηση για τη χώρα. Μια αναμέτρηση που έδωσε προσωπικά στον Πρωθυπουργό την εμπιστοσύνη τού 62% τού εκλογικού σώματος. Αυτό ήταν το μεγάλο μήνυμα τού δημοψηφίσματος και όταν οι υπόλοιποι σχηματισμοί συνειδητοποίησαν την παγίδα που τους είχε στήσει η κυβέρνηση, όχι απλώς πανικοβλήθηκαν, αλλά τρομοκρατήθηκαν στο μέγιστο βαθμό. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο, εξάλλου, ότι επιστράτευσαν ΟΛΑ τα πτώματα τής μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής τού τόπου προκειμένου να αντισταθούν και να ποδηγετήσουν τον κόσμο για άλλη μια φορά. Πίστευαν πως θα τους επιβληθούν με την μεγαλόπρεπη και πομπώδη παρουσία τους. Πως διέθεταν τέτοιο εκτόπισμα που η παρουσία τους θα ήταν αρκετή για να μεταστρέψει το λαϊκό αίσθημα. Μέχρι και τους Γλύξμπουργκ επιστράτευσαν. Δεν είχαν όμως αντιληφθεί το μέγεθος τού λαϊκού αισθήματος, που είχε μετατραπεί σε λαϊκή αγανάκτηση. Δεν νομίζω να θυμάμαι σε όλη τη συνειδητοποιημένη πολιτική ζωή μου τέτοια ενορχηστρωμένη επίδειξη ισχύος και επίθεση από το Κατεστημένο. Ήταν τόσο συμπαγής και συντονισμένη που κάποιες στιγμές ένιωσα τρόμο. Ο κόσμος, όμως, βλέποντας για πρώτη φορά έναν πολιτικό, έναν Πρωθυπουργό, να ιδρώνει και να ματώνει "την φανέλα" του -ανεξαρτήτως αποτελέσματος, και εδώ είναι το μέγιστο σημείο καμπής που δεν εννόησε να συνειδητοποιήσει το Κατεστημένο- τού έδωσε τη στήριξη που ζήτησε και αποφάσισε να τον εμπιστευθεί και να προχωρήσει μαζί του.

Ο παλιός κόσμος υποχωρεί για να δώσει τη θέση του στον νέο. Νομοτελειακά. Τα τελευταία χρόνια κάθε τόσο, σε κάθε "κρίσιμη" στιγμή, όλοι μίλαγαν για το "τέλος τής μεταπολιτευτικής περιόδου". Αλλά τους έλειπε το κρίσιμο κομμάτι τού παζλ: η διάδοχη κατάσταση. Η κατάσταση που δεν θα έπαιρνε απλώς το χρίσμα -το "δαχτυλίδι", όπως έλεγαν οι επαΐοντες και όπως γελοιωδώς γινόταν μέχρι πρόσφατα στα κόμματα εξουσίας-, αλλά το πρόσωπο εκείνο το οποίο θα εμπιστευόταν ο κόσμος για να πάει τα πράγματα παραπέρα. Να προχωρήσει έχοντας κατά νου πάντα τα πραγματικά συμφέροντα και τις βαθιές κοινωνικές και πολιτικές ανάγκες τής χώρας και όχι το συμφέρον -οικονομικό ή στενά μικροπολιτικό- μιας περιορισμένης κυβερνώσας κάστας.

Νομίζω πως όλοι γνωρίζαμε καλά ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αποφύγουμε τα οικονομικά μέτρα. Αφού βλέπαμε -το ζούσαμε- πως πέντε χρόνια, παρά τα "μέτρα" που διαρκώς έπαιρναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, τίποτα δεν είχε βελτιωθεί και όλα έδειχναν να βαίνουν προς το χειρότερο. Δεν υπήρχε καμιά προοπτική ανάκαμψης -πολύ περισσότερο "ανάπτυξης". Το σύστημα, το κατεστημένο, συνέχιζε να τρώει και να κατασπαράσσει ό,τι είχε απομείνει από το μεδούλι τής χώρας. Τα απομεινάρια της. Και ήταν αρκετά απ' ό,τι φάνηκε. Γιατί η ανεργία συνέχιζε να εκτοξεύεται, η κοινωνική πρόνοια να εκμηδενίζεται, η φτώχεια στους δρόμους και στα πάρκα να ξεχειλίζει και οι εκδηλώσεις βίας -ακόμη και μεταξύ μας για ασήμαντους λόγους και με ελάχιστες αφορμές- να πολλαπλασιάζονται. Αυτό πλέον δεν ήταν χώρα, δεν ήταν κοινωνία. Ήταν ένα ατέλειωτο θηριοτροφείο.

Και εξακολουθεί να είναι. Γιατί το θηρίο δεν παραδίδεται εύκολα, δεν υποκύπτει στα τραύματά του. Χρειάζονται επανειλημμένα και καίρια χτυπήματα για να ξεψυχήσει. Και αυτά τα χτυπήματα είναι που περιμένει ο κόσμος.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Δυόμισι χρόνια μετά



Πάντα με το More των Pink Floyd

Ας ρίξω μια ματιά πίσω μου... Πέρασαν κιόλας δυόμισι χρόνια. Είναι κυριολεκτικά σαν χθες. Κάθομαι στην ίδια ακριβώς θέση. Θυμάμαι, νιώθω, πώς ακριβώς ένιωθα τότε. Ένα βράδυ που, μόνος μέσα στη σιωπή και στις πρώτες γερές ψύχρες εκείνου του χειμώνα, άρχισα να ψαχουλεύω τον τρόπο με τον οποίο θα στήσω μια δική μου γωνιά σ' αυτόν τον απέραντο ωκεανό τού ψηφιακού νέου κόσμου.


Με είχε φέρει ως εδώ μια απλή και άμεση ανάγκη. Να μιλήσω. Έτσι ώστε αυτά που λέω από μέσα μου να αποκτήσουν διαστάσεις και να αρχίσουν να αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον. Με τον αέρα, με τους τοίχους, με τις μουσικές και τους ζωντανούς διαλόγους των ανθρώπων που ακούγονται γύρω τους. Να πάρουν τη δική τους καθαρή και ξεκάθαρη υπόσταση στο χώρο και στο χρόνο για να υπάρχουν αυτόνομα και αφτιασίδωτα.


Όταν οι σκέψεις, τα πιστεύω, τα αισθήματα μένουν μέσα μας, τις περισσότερες φορές αποκτούν αλλόκοτες διαστάσεις. Κάποιες φορές υπερφυσικές, κάποιες άλλες εκμηδενίζονται. Πάντως, όσο παραμένουν μέσα σου σε κατάσταση εγκυμοσύνης, δύσκολα μπορείς να τα προσεγγίσεις σφαιρικά και να τα περι-γράψεις. Θα βλέπεις πάντα τη μια πλευρά τους -κάτι σαν το φεγγάρι, τού οποίου βλέπουμε πάντα μόνο τη σκοτεινή πλευρά. Και δεν θέλω να συμβαίνει κάτι τέτοιο στη ζωή μου. Επειδή ξέρω πως η υποκειμενικότητα είναι μια έντονη τάση του ανθρώπου -πολύ περισσότερο στην εποχή μας, που είναι τόσο, μα τόσο, εγωκεντρική και ευνοεί τους κάθε είδους ναρκισσισμούς και στην οποία ο Φόβος έχει επιβληθεί ως το βασικό κριτήριο για να αντιλαμβανόμαστε πως Υπάρχουμε. Δεν το ήθελα και δεν το θέλω. Πέραν του ότι κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνο γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να χαθεί η επαφή με την "πραγματικότητα" τού κοινωνικού συνόλου με το οποίο αλληλεπιδρούμε, είναι περιοριστικό και στερεί διαστάσεις που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε. Ενώ όταν όλα αυτά που γεννιούνται και συμβαίνουν μέσα μου βγαίνουν και αποκτούν "υπόσταση", τότε αυτό με βοηθάει να βγαίνω από τον εαυτό μου και να βλέπω πώς φαντάζει απ' έξω. Να καταλαβαίνω τι λέει, τι εννοεί, τι και πώς σκέφτεται. Να καταλαβαίνω γιατί "είναι". Για να καταλάβω και να αισθανθώ όσα περισσότερα μπορώ. Να καταλάβω ποιος είμαι και μετά να προσπαθήσω να νιώσω τους άλλους. Για να καταλάβω και να αισθανθώ όσα περισσότερα μπορέσω και προλάβω για την ανθρώπινη φύση. Για το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη και για την ουσία της.


Έτσι ξεκίνησε. Σαν εκείνα τα παλιά ημερολόγια που δεν τα διάβαζε κανένας ποτέ παρά μόνο ο κάτοχός τους. Και που δεν επέτρεπε ποτέ σε κανέναν να τολμήσει να τα πλησιάσει. Τα ημερολόγια που τα άνοιγε μετά από καιρό για να αναπολήσει και να νοσταλγήσει. Εδώ δεν υπήρξε ούτε στιγμή μέσα σ' αυτά τα δυόμισι χρόνια για ανάγκη αναπόλησης. Δεν ήταν ποτέ αυτός ο σκοπός. Εξάλλου πάντα ένιωθα πως ό,τι φεύγει από τα χέρια σου, οτιδήποτε σε αποχαιρετά μαζί με την ανάσα σου και φτερουγίζει στο χρόνο, χάνεται για πάντα. Δεν θα έχεις ξανά πρόσβαση. Δεν θα έχεις ποτέ ξανά ούτε καν οπτική επαφή -εικόνα. Το ρουφά ο χρόνος σαν μια αστρική καταιγίδα που στραγγαλίζεται μέσα σε μια μαύρη τρύπα. Και ό,τι απομένει είναι οι μεταβολές που προκάλεσε πάνω και μέσα σου, ενώ αυτό καθαυτό το γεγονός, το συμβάν, η αίσθηση, η χωροχρονική στιγμή, όλα χάνονται. Ανέμελα. Και αυτό είναι που σε ερεθίζει ακόμη περισσότερο. Αυτό ακριβώς εξάπτει τη φαντασία και την περιέργειά σου. Αυτό αυξάνει τη δίψα σου. Γιατί, ενώ εσένα και τη φθαρτή σου φύση όλα δείχνουν να σε επηρεάζουν -ακόμη και τότε που έχουν χαθεί για πάντα στο άπειρο-, αυτά, λες και το κάνουν επίτηδες, έχουν ήδη από την πρώτη στιγμή παραδώσει τη θέση τους σε άλλα, νέα συμβάντα, σε νέες αλήθειες και νέες στιγμές, νέες περιγραφές και νέες ιδέες, που πλέον καταλαμβάνουν την κορυφαία παροντική και ζώσα θέση στη ζωή σου και κυβερνούν καθοριστικά κάθε στιγμιότυπο της διαδρομής σου. Πώς να το δεχθείς κάτι τέτοιο; Πώς θα καταφέρεις να προλαβαίνεις ασταμάτητα να "αποκαθηλώνεις" την κάθε στιγμή και να κάνεις χώρο για την επόμενη, έχοντας ταυτόχρονα προνοήσει για την κατανόηση τής προηγούμενης αλλά και για την ταξινόμησή της στα υπόγεια τής ύπαρξής σου;


Πρέπει να ανακαλύψεις τη διαδικασία που -δεν μπορεί!- είναι πανάρχαια. Να γίνεις ο σοφός Σολομώντας τού εαυτού σου και να βρεις τη χρυσή τομή, τον χρυσό κανόνα. Εκεί όπου πλέον θα ισορροπείς ακίνδυνα -μα και αυτάρεσκα- πάνω από το προαιώνιο Χάος.

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Εθνικού Διχασμού συνέχεια


Τέλος. Ως εδώ. Ας κάνουν ό,τι θέλουν οι κάτοικοι αυτού εδώ του τόπου. Για άλλη μια φορά έχουμε οδηγηθεί σε εμφυλιοπολεμικό κλίμα, για πολλοστή φορά από την ίδρυση τού κράτους. Και μυαλό δεν βάζουμε. Ελληνική Επανάσταση 1821 και όσα ακολούθησαν -με κορύφωση την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια-, Εθνικός Διχασμός μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου, Εμφύλιος Πόλεμος 1945-1949, Δικτατορία 1967, πράσινα και γαλάζια καφενεία... Δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ. Φυσικά, όλα αυτά τα είδαν από νωρίς οι έξω "φίλοι" μας και το εκμεταλλεύονταν πάντα σε στιγμές κρίσιμες, κομβικές για τον τόπο. Και κατέφθαναν μαλώνοντας μεταξύ τους "σαν γάιδαροι σε ξένον αχυρώνα". Θυμηθείτε μόνο τον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα, την Αθήνα και την Σπάρτη, το αδιανόητο "λέξανδρος Φιλίππου κα ο λληνες πλν Λακεδαιμονίων π τν βαρβάρων τν τν σίαν κατοικούντων" του Μεγάλου Αλεξάνδρου μετά την Μάχη τού Γρανικού, το Ναβαρίνο, τον Τσόρτσιλ αλλά και το Σχέδιο Μάρσαλ από την πρόσφατη ιστορία. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν σοφοί και μάς έκρουσαν από νωρίς τον κώδωνα τού κινδύνου θεοποιώντας την Έριδα.

Μου έρχεται να αρχίσω να κάνω εμετό πάνω σε οτιδήποτε βρίσκω μπροστά μου. Σε σημαίες και συνθήματα κάθε απόχρωσης και κατεύθυνσης. Σιχάθηκα και τις φωνές των "συμβιβαστικών" και μειλίχιων εθνοπατέρων πάσης ηλικίας και ιδιότητας που μέσα από γαλήνιες συμπεριφορές και εκφράσεις πανανθρώπινης βλακείας δοκιμάζουν τις αντοχές της πείνας, της ανέχειας, της υποτίμησης, της αναξιοπρέπειας, της υποτέλειας και -τελικά- της ενσυναίσθησής μας. Τους βλέπω δίπλα μου, τους έχω "φίλους" στα κοινωνικά δίκτυα, τους διαβάζω στα πάσης φύσεως μέσα μαζικής αποβλάκωσης.

Ψηφίστε ό,τι θέλετε, φίλοι μου. Το είπε εξάλλου και η νέα Φίρερ της Ευρώπης. Το είπε και ο υπερατλαντικός υπερ-αξιόπιστος, ευαγής και φιλεύσπλαχνος οργανισμός ηνωμένων εθνών. Μας επιτρέπουν να εκφράσουμε την άποψή μας στο εσωτερικό της χώρας μας. Να μην μας στερήσουν, ντε, από τα δημοκρατικά μας δικαιώματα. Φτάσαμε στο σημείο να πρέπει να κάνουμε πραγματικό Αγώνα για να ασκηθεί το αυτονόητο και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε λαού. 

Δεν ξέρω πια τίποτα σ' αυτόν τον κόσμο όπου έτυχε να γεννηθώ και να ζήσω. Αλλά να σας πω και κάτι ακόμα; Ποσώς τελικά με ενδιαφέρει τι θα βγάλει η κάλπη. Εγώ έμαθα να ζω με τα ελάχιστα και να απλώνω το χέρι μου ΟΧΙ μέχρι εκεί που έφτανε κάθε φορά αλλά λίγο πιο δώθε. Στο υπόλοιπο κομμάτι φρόντιζα να χτίζω γέφυρες και να ανοίγω δρόμους. Για να πατάω πιο στέρεα. Για να κοιμάμαι πιο ήσυχος. Για να ξυπνάω με κέφι. Για να περπατάω με το κεφάλι ψηλά. Για να εργάζομαι δωδεκάωρα και να μην βαρυγγωμώ. Για να μην αισθάνομαι ποτέ μόνος και να ανταλλάσσω ζεστές καλημέρες και καληνύχτες.

Θέλω εδώ να αποθέσω ευλαβικά ένα από τα ευαγγέλια που ασπάσθηκα στη ζωή μισόν αιώνα τώρα. Ένα κείμενο στο οποίο επιστρέφω συχνά για την αλήθεια, την τιμιότητα, την απλότητα, την αμεσότητα, την γενναιότητα, την περηφάνια και την ευαισθησία του. 

Τέτοιοι άνθρωποι περπάτησαν και έζησαν σ' αυτά τα χώματα. Περήφανοι αλλά και ταπεινοί. Άνθρωποι που δεν νοιάζονταν να τρέφονται με ψωμί και κρεμμύδι προκειμένου να ζούνε και να αποφασίζουν ελεύθερα.

Πορευθείτε όπως θέλετε. Αλλά πορευθείτε εν ειρήνη. Έτσι κι αλλιώς, ούτε εγώ ούτε κανένας κλώνος μου θα είμαστε εδώ για να δούμε τι θα γίνει. Καλύτερα έτσι. Βγάλτε τα πέρα. Αλλά, επιτέλους, ίσως είναι καλύτερα να μάθετε να αποδέχεστε συνειδητά τις επιλογές σας. Και όχι τιμωρητικά. Προς οποιονδήποτε. Και πρώτα απ' όλα προς τον ίδιο τον εαυτό σας. Όχι άλλα υψωμένα δάχτυλα. Δεν τα έχει ανάγκη κανένας.


Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο λόγος προς τους γυμνασιόπαιδες στην Πνύκα

Από αυτό το σημείο και μετά, Πηγή: http://www.sansimera.gr/articles/565#ixzz3ei21umzq


[Ο λόγος] Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.

Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του '21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του Βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)



Παιδιά μου!
Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ διὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποία δόξα καὶ τιμὴν ἔχαιραν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, διὰ ταῦτα σας λέγουν καθ᾿ ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των.

Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ διέφεραν ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὲς πέτρες καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιό του, καὶ ἔπαυσαν νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῆρε μαζί του οὔτε σοφοὺς οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾿ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, χωρικοὺς καὶ ψαράδες, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλες τὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι ὅπου καὶ ἂν ἔβρισκαν ἐναντιότητες καὶ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τοὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τοὺς κάμῃ τίποτα. Αὐτοὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν.

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ῥωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξη ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἐστάθη ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν. Τὸν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸ σταυρό του ἔκαμε. Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτάνος, διόρισε ἕνα βιτσερὲ [ἀντιβασιλέα], ἕναν πατριάρχη, καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸς καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τοὺς ἔλεγε ὁ σουλτάνος. Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες [προεστοὶ] εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ προκομμένοι, τὸ καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέρνοντες τὸν ζυγὸ ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καὶ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των, καὶ ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάσταση, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἂν εὑρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθηση, τὸν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του,  ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καὶ βλέποντας τὲς δόξες καὶ τὲς ἡδονὲς ὁποὺ ἀνελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τὴν πίστη τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέρα ὁ λαὸς ἐλίγνευε καὶ ἐπτώχαινε.

Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα βιβλία, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμε εὐγνωμοσύνη, διότι εὐθὺς ὁποὺ κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λαὸ ἐμάνθανε τὰ κοινὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμε καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὑρισκόμεθα τότε. Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ νοῦ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε εὐτυχέστεροι. Καὶ ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.

Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα, οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἄρματα, οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις, οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποῦ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.

Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοια καὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μίαν ἁρμάδα...
Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον. Τὸ ἔργο μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σᾶς ἄνοιξε τὸ δρόμο, θέλουν μετ᾿ ὀλίγον περάσει. Τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθῇ ἡ νύκτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα. Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὁποὺ ἡμεῖς ἐλευθερώσαμε· καί, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια της πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία, τὴν καλλιέργεια τοῦ θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία.

Τελειώνω τὸ λόγο μου. Ζήτω ὁ βασιλεύς μας Ὄθων! Ζήτω οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!
 

Θεόδωρε Κολοκοτρώνη, σ' ευχαριστώ προσωπικά για την υπέροχη και αταλάντευτη διαδρομή της ζωής σου αλλά και για την πολύτιμη διαθήκη που άφησες πίσω σου. Γ.Β.