Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Στο δρόμο της ηχογράφησης


Όταν παίζεις μουσική έρχεται η στιγμή που θέλεις να ακούσεις τον εαυτό σου ως ακροατής. Ως τρίτος. Εννοείται βέβαια πως κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης σε ακούς ζωντανά με τα ίδια σου τα αφτιά. Όταν μάλιστα τραγουδάς κιόλας, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο σύνθετα. Θέλεις να ακούσεις και τη φωνή σου. Να δεις αν σ' αρέσει. Να δεις πώς ακούγεται και αν μπορείς να διορθώσεις κάτι σ' αυτή. Να γελάσεις ή να κοροϊδέψεις τον εαυτό σου και την ψωνάρα που κουβαλάς! Να κατέβω απ' το καλάμι ή αντέχει ακόμα; Μέχρι πού θα φτάσω; Θα την πάω μακριά τη βαλίτσα ή θα την πετάξω σε κάνα χαντάκι; Να συνεχίσω να προσφέρω γέλιο στον κάθε πικραμένο; Εύλογες απορίες που δεν απέχουν πολύ από την πραγματικότητα όταν είσαι αρκετά στα συγκαλά σου... "Αρκετά" είπαμε, όχι εντελώς. Επειδή τίποτα δεν είναι απόλυτο -ούτε τα "συγκαλά". Και επειδή αν δεν έχεις συνειδητοποιήσει ότι κουβαλάς ψωνάρα, θα πέσεις και θα γκρεμοτσακιστείς κάποια στιγμή. Δηλαδή θα έχεις χάσει επαφή με τους γύρω σου. Γι' αυτό, όχι για το φόβο κάποιας "Νέμεσης". Δεν τρομοκρατείται κανένας και δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να μας τρομοκρατεί. Είμαστε ελεύθεροι. Και, αν δεν είσαι ελεύθερος μέσα στην τέχνη σου, τότε δεν είσαι πουθενά. Τέλος πάντων, μεγάλη κουβέντα. Ειδικά στο χώρο του αυτοσχεδιασμού στην τέχνη. Στο χώρο των ορίων, των αξιωμάτων και της φόρμας. Για να επιστρέψουμε πίσω στο χρόνο, οι δοκιμαστικές ηχογραφήσεις είχαν αρχίσει πολύ παλιότερα, από την εποχή τού σχολείου, όταν ηχογραφούσες εξωτερικά στο μικρό φορητό ραδιοκασετόφωνο. Ηχογραφήσεις υπήρχαν επίσης και από την πρώτη συναυλία που έδωσες μπροστά σε πολύ μεγάλο ακροατήριο, η οποία είχε ηχογραφηθεί. Κι εκείνη στο σχολείο ήταν, στις αρχές της τελευταίας τάξης. Έτσι, για ξεφάντωμα και ξέσπασμα. Και αποχαιρετισμό στα όπλα. Την είχες την κασέτα αλλά δεν σε ικανοποιούσε. Ήθελες ήχο που να θυμίζει στούντιο. Καθαρό και ξάστερο. Εκείνες οι πρωτόλειες ηχογραφήσεις στο σπίτι είχαν πολύ εξωτερικό θόρυβο και γίνονταν με ένα "μικρόφωνο" ενσωματωμένο στο κασετόφωνο. Μόνο μικρόφωνο δεν ήταν εκείνο βέβαια αλλά...τέλος πάντων. Έπαιρνες μια ιδέα. Τώρα όμως ήθελες πραγματικό μικρόφωνο και πραγματική ηχογράφηση. Σε μηχανήματα. Κάτι περίεργα και απρόσωπα  μηχανήματα με ιδιαίτερη γοητεία και σοβαρότητα. Είχαν εκτόπισμα και βαρύτητα. Και πολλά κουμπιά. Λίγο δύσκολο φαινόταν όλο αυτό. Έπρεπε να βρεις τα κατάλληλα εξαρτήματα -αν δεν είχες άλλου είδους πρόσβαση σε αυτά. Αν, δηλαδή, δεν υπήρχε κάποιος φίλος ή γνωστός που να διαθέτει τον εξοπλισμό. Ή αν δεν είχες πρόσβαση σε πραγματικό, επαγγελματικό στούντιο.

Συνέπεσε εκείνη την εποχή να γράψω μερικά τραγούδια για μουσική επένδυση ενός παιδικού θεατρικού έργου που θα ανέβαζε ένας φίλος ηθοποιός με μια ομάδα νέων παιδιών σε διάφορα θεατράκια και κινηματογράφους τις Κυριακές. Ήταν υπέροχη εμπειρία και πολύ μεγάλο κίνητρο για να ασχοληθώ "πιο σοβαρά" με το θέμα της ηχογράφησης αλλά και της ίδιας της μουσικής. Οι πρόβες του θιάσου προχωρούσαν κανονικά κι εγώ τις παρακολουθούσα έτσι ώστε να εμπνέομαι τα θέματα και τα τραγούδια μου από το σενάριο, τη σκηνοθεσία, ακόμη και από τους ίδιους τους ηθοποιούς και τις προσωπικότητές τους. Κατέβαινα λοιπόν τα σκαλιά στο υπόγειο θεατράκι τού Μπερντέ, στα Άνω Ιλίσια, σχεδόν κάθε μέρα. Ώρες ατελείωτες οι πρόβες. Μπαίναμε μέρα και βγαίναμε νύχτα. Έλα όμως που ο θίασος κάποια στιγμή χρειαζόταν να ακούσει στ' αλήθεια τα τραγούδια... Τι θα έκανα; Μέχρι τότε, όταν έφταναν στο σημείο όπου, σύμφωνα με το σενάριο, υπήρχε τραγούδι, έλεγαν "τραγούδι!" και συνέχιζαν την πρόβα. Κάποτε όμως το σύνολο έπρεπε να αρχίσει να "δένει" μαζί με τη μουσική και να μαθευτούν τα χορευτικά και η σκηνοθεσία στη διάρκεια των τραγουδιών. Δεν μπορούσα να τους καθυστερώ εγώ. Η τελική ηχογράφηση των τραγουδιών θα γινόταν σε επαγγελματικό στούντιο όταν πια οι πρόβες θα έβαιναν προς το τέλος τους. Έτσι, οι τελευταίες δοκιμές θα γίνονταν με τη μουσική στην τελική της μορφή -εκείνη που θα ακουγόταν στη διάρκεια των πραγματικών παραστάσεων.

Για μένα εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ούτε τεχνικές ούτε οικονομικές δυνατότητες. Και, φυσικά, η περίπτωση να βρεθώ σε κάποιο στούντιο και να πληρώσω τη χρέωση μιας ηχογράφησης για να εξοικειωθώ με τα τερτίπια της ήταν απαγορευτική για το βαλάντιό μου. Έπρεπε να βρω την άκρη με άλλον τρόπο. Εννοείται ότι δεν θα μπορούσα να επεκταθώ σε ηχογράφηση αρκετών καναλιών -πολλών οργάνων δηλαδή- γιατί, όπως είπαμε, ήταν οικονομικά απαγορευτικό. Έβαλα κάτω το μυαλό μου και άρχισα να σχεδιάζω λύσεις με τα υπάρχοντα υλικά.

1987-Στου Ζωγράφου με δυο ντεκ
Στο σπίτι, για να ακούω μουσική, είχα το στερεοφωνικό μου συγκρότημα, το οποίο περιλάμβανε και κασετόφωνο -"ντεκ" το λέγαμε τότε. Αποφάσισα να δανειστώ για λίγες μέρες και το ντεκ ενός συμφοιτητή μου έτσι ώστε να τα κάνω δυο. Αγόρασα και ένα φθηνό, πολύ ερασιτεχνικό, μικρόφωνο και η...διάταξη στήθηκε! Δανείστηκα και το αρμόνιο μιας φίλης, που δεν μου το αρνήθηκε αφού ο σκοπός ήταν ιερός! Αναγκάστηκα να ξοδέψω και κάποια ακόμη χρήματα, εκτός του μικροφώνου, για να αγοράσω ένα μίκτη -σαν εκείνους που χρησιμοποιούνταν στα πάρτι. Ευτυχώς ήδη έπαιζα μουσική κάποια σταθερά βράδια την εβδομάδα σε μαγαζί και είχα στην άκρη λίγα χρήματα. Δεν θυμάμαι πόσα ξόδεψα. Θυμάμαι όμως πως ενώ το μικροφωνάκι ήταν φθηνό, ο μίκτης ήταν ακριβός για μένα. Τον αγόρασα όμως. Στο ντεκ τού φίλου μου έγραφα, σε δυο ξεχωριστές εισόδους, αρχικά μια φωνή κι ένα όργανο. Στη συνέχεια έπαιρνα το σήμα της εξόδου και το έστελνα στο ένα κανάλι του δεύτερου ντεκ. Οπότε είχα ένα κανάλι ακόμη ελεύθερο για ηχογράφηση. Με αυτόν τον τρόπο όμως η φωνή γραφόταν μόνο στο ένα κανάλι. Δεν με πείραζε ιδιαίτερα από τη στιγμή που μπορούσα να γράψω δύο (!) όργανα τουλάχιστον. Γιατί, θεωρητικά, θα μπορούσα με την ίδια διαδικασία να γράψω κι άλλα όργανα. Το κακό όμως με την αναλογική ηχογράφηση ήταν πως κάθε φορά που μετέφερες το σήμα από τη μια πηγή στην άλλη, η ποιότητα εγγραφής έπεφτε πολύ. Με αποτέλεσμα, στο τέλος, να είναι πολύ ανισοβαρή τα δυο κανάλια σε θέμα ποιότητας ήχου. Μηχανευόμουν διάφορους τρόπους για καλύτερο αποτέλεσμα. Άλλοτε έπιαναν, άλλοτε όχι. Ο μίκτης παρεμβαλλόταν για την ενίσχυση και τη βελτίωση του ήχου αλλά και για κάποια κόλπα μοιρασιάς των καναλιών δεξιά κι αριστερά. Το τελικό αποτέλεσμα ("μάστερ") το έγραφα σε κασέτα χρωμίου -αφού αυτές θεωρούνταν τότε οι καλύτερες. Τις έχω κρατήσει. Δεν τις πέταξα ούτε όταν ένα πρωί απαλλάχτηκα από τις εκατοντάδες παλιές κασέτες που είχα (αφού πρώτα ψηφιοποίησα ό,τι θεωρούσα απαραίτητο και αναντικατάστατο).

1987-Στούντιο ΩΜΕΓΑ, Γκύζη
Και έφτασε η στιγμή της πρώτης επαφής με επαγγελματικό στούντιο. Πήγαμε στο Ωμέγα, στην οδό Παράσχου, στου Γκύζη. Ήταν μαγικές οι στιγμές, όπως είναι φαντάζομαι για κάθε μουσικό η πρώτη φορά σε στούντιο. Είχαμε έναν πολύ υπομονετικό και ανθρώπινο ηχολήπτη, τον Παυσανία, καλή του ώρα όπου και όπως και να 'ναι, που μάλιστα με συμπάθησε γιατί έβλεπε την αγωνία και τη θέλησή μου να πετύχω καλό αποτέλεσμα στον ελάχιστο χρόνο (πλήρωναν άλλοι και ήμουν υπεύθυνος απέναντί τους). Έκανε ό,τι μπορούσε και μου έλεγε ό,τι θεωρούσε πως μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για σκέψη και δράση για μένα και το μέλλον μου στη μουσική. Έβλεπε τη δίψα και την ορμή μου. Ήμουν τυχερός που ήταν εκείνος ο πρώτος ηχολήπτης μου. Αυτό βέβαια το διαπίστωσα πολλά χρόνια αργότερα, αφού είχα συναντήσει πια και συνεργαστεί με αρκετούς ηχολήπτες. Όλοι ήθελαν να είναι και λίγο συν-δημιουργοί, συν-συνθέτες, συν-στιχουργοί, συν-οργανοπαίκτες. Και, δε λέω, ως ένα βαθμό μπορεί να έχουν και καλές ιδέες και οφείλουμε να τους ακούμε όλους, αλλά μέχρις ενός σημείου. Όχι παραπέρα. Μετά γίνονται παρεμβατικοί στην ιδέα που έχεις στο κεφάλι σου. Και ειδικά όταν έχεις μάθει πια πώς λειτουργεί ένα στούντιο, τι δυνατότητες έχει, ποιες τεχνικές λεπτομέρειες είναι τελικά σημαντικές και ποιες όχι. Κοινώς, όταν δεν ψαρώνεις.

1987-Στούντιο ΩΜΕΓΑ, Γκύζη
- ο Μιχαιρινάκος γράφει κιθάρα
Εκεί ηχογραφήσαμε τα τραγούδια και τις μουσικές επενδύσεις του παιδικού θεατρικού εκείνης της χρονιάς, όπως συνέβη και την επόμενη, αφού το πρώτο έργο πήγε καλά και πάλι συνεργάστηκα με τον ίδιο θίασο. Τη δεύτερη χρονιά τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά και εύκολα. Τόσο με μένα και το μικρό, αυτοσχέδιο στουντιάκι μου στο σπίτι όσο και με την τελική ηχογράφηση στο Ωμέγα (πάλι). Είχα γίνει εξπέρ πια και σχεδόν διηύθυνα σαν μαέστρος. Με άνεση, ταχύτητα, ακρίβεια και λεπτομέρεια. Ο Παυσανίας γέλαγε μέσα από το κοντρόλ μαζί μου και με την πρόοδο που είχα κάνει μέσα σε ένα χρόνο. Χαιρόταν και το απολάμβανε. Ήταν και νυχτερινές οι ηχογραφήσεις τη δεύτερη χρονιά και είχαν άλλη μαγεία. Ευτυχώς εκείνος δεν κάπνιζε και παρακαλούσε όσο γινόταν να μην καπνίζουμε κι εμείς. Ήταν πολύ καλό αυτό γιατί αλλιώς η αίθουσα θα γινόταν θάλαμος αερίων. Αν και συνήθως, από εκείνα ακόμη τα χρόνια, το κάπνισμα σχεδόν απαγορευόταν στην αίθουσα ηχογράφησης και επιτρεπόταν μόνο στο κοντρόλ. Με τον Παυσανία απαγορευόταν και στο κοντρόλ. Καλό μας έκανε. Τις μπύρες όμως και τους καφέδες δεν τα αποφύγαμε. Και για να καπνίσουμε κάνα τσιγάρο ανεβαίναμε από το υπόγειο στο δρόμο και ξεχαρμανιάζαμε. Την πρώτη χρονιά οι μουσικοί που έπαιξαν ήταν φίλοι του θιασάρχη. Τους πήρε γιατί του όφειλαν κάποια εξυπηρέτηση κι έτσι δεν θα του έπαιρναν χρήματα. Έπρεπε να γίνει οικονομία από παντού. Εγώ ούτε που είχα συμφωνήσει κάποιο χρηματικό ποσό. Μέσα στην τρέλα και την ορμή των νιάτων και της καινούργιας και απίστευτης εμπειρίας, αλλά και λόγω εμπιστοσύνης, το άφησα για αργότερα. Τη δεύτερη χρονιά οι μουσικοί ήταν δικοί μου φίλοι πια. Είχαμε φτιάξει ένα συγκρότημα και παίζαμε κάποιες φορές σε διάφορους χώρους εκείνα τα χρόνια. Έτσι, ήταν πολύ εύκολο να δέσουμε τα τραγούδια και ακόμη και να αυτοσχεδιάσουμε επιτόπου με υπέροχα αποτελέσματα. Και τις δυο χρονιές, φύλακας και συμπαραστάτης μου, αλλά και κιθαρίστας, ο πιστός μου Μιχαιρινάκος. Με τον Γιώργο μαζί πηγαίναμε στις πρόβες, μαζί φεύγαμε. Μαζί προβάραμε τα τραγούδια που έγραφα. Σε κάποια είχε προσθέσει πολύ ενδιαφέροντα μουσικά θέματα. Ας είναι καλά εκεί όπου βρίσκεται. Ήταν πάντα δίπλα μου.

1992-Βριλήσσια
Στο συγκρότημα που είχαμε φτιάξει εκείνα τα χρόνια συμμετείχαν δυο αδέλφια. Οι δυο τους είχαν δημιουργήσει στο σπίτι τους στα Βριλήσσια ένα υπερσύγχρονο στούντιο και μάλιστα είχαν αρχίσει να κάνουν τα πρώτα βήματα στον ψηφιακό χώρο. Εκεί κάναμε και τις πρόβες μας για τα τραγούδια που παίζαμε στις εμφανίσεις μας. Ήταν πολύ καλά μονωμένο και δεν ενοχλούσαμε κανέναν στο σπίτι. Εξάλλου, το σπίτι είχε τέτοια διαρρύθμιση ώστε δεν επηρεαζόταν από τον -έστω- υπόκωφο βόμβο των τυμπάνων και του μπάσου. Εκεί μέσα περάσαμε δεκάδες, εκατοντάδες ώρες για κάποια χρόνια. Και όταν κουραζόμασταν, βγαίναμε και ξαπλώναμε στους καναπέδες απ' έξω. Πίναμε το καφεδάκι μας, κάναμε το τσιγαράκι μας και είχαμε πολύ -πολύ όμως- γέλιο. Ήταν όμορφη περίοδος. Εκεί δεν είχα καμιά ανάμιξη στα τεχνικά-ηχητικά θέματα. Εκεί το μόνο που έκανα ήταν να ανοίγω τον ενισχυτή της κιθάρας μου και να στήνω το μικρόφωνο με το πορτοκαλί σφουγγαράκι, που ήταν ποτισμένο με άρωμα. Αυτή η συνήθεια μου έμεινε κι εμένα στα κατοπινά χρόνια και έριχνα άρωμα στο εσωτερικό του δικού μου μικροφώνου όταν ηχογραφούσα στο σπίτι ή όταν το έπαιρνα μαζί μου σε εμφανίσεις. Αρκετές φορές κοιμηθήκαμε το βράδυ εκεί. Πού να γυρνάς μέσα στη μαύρη νύχτα από τα Βριλήσσια, που τότε ήταν έρημα και για να βρεις άσφαλτο έπρεπε να διανύσεις πέντε-έξι τεράστια τετράγωνα μέσα στα δέντρα και στις ερημιές... Πιάναμε ο καθένας από έναν καναπέ, ένα κρεβάτι, και ξεραινόμαστε πρώτα στα πειράγματα και στα γέλια και μετά στον ύπνο.

1993-Κοντά στο Λεόντειο, Πατησίων. 
Ο Γιώργος ο Μιχαιρίνας κουρδίζει και συζητάμε.
Κάπου στα 1993 βρεθήκαμε με τα παιδιά από το συγκρότημα σε ένα μεγάλο στούντιο στην κορυφή της Πατησίων, κοντά στο Λεόντειο. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Εργαζόταν εκεί ως ηχολήπτης ένας φίλος του ντράμερ μας και είχαμε διαθέσιμες όσες ώρες θέλαμε γιατί κι εκείνος έκανε παράλληλα εξάσκηση στους ήχους της ηλεκτρικής μπάντας. Βέβαια, όταν πήγα εκεί και αρχίσαμε την κουβέντα με τον ηχολήπτη, διαπίστωσα πως ήταν ηχολήπτης του Μάνου Χατζιδάκι στο Σείριο... Οπότε κατάλαβα και για το επαγγελματικό ποιόν και τις ικανότητές του. Περάσαμε υπέροχα εκείνο το βράδυ. Ένα θεόρατο στούντιο στη διάθεσή μας. Ηχογραφήσαμε ένα τραγούδι με πάρα πολλά κανάλια και κάναμε και την τελική μίξη κάπου το πρωί. Εκεί καπνίζαμε αρκετά, θυμάμαι. Θα άνοιγε τους εξαερισμούς μετά ο Γιώργος και θα ξεμύριζαν όλα. Ήταν μια ολονύκτια ηχογραφική απόλαυση. Έμαθα πολλά πράγματα εκείνη τη νύχτα. Μέσα στην αίθουσα κάθισα μόνο όταν έγραψα δυο-τρεις κιθάρες και όταν έγραφε ο Γιώργος. Για παρέα. Όλες τις υπόλοιπες ώρες καθόμουν δίπλα στον ηχολήπτη και παρακολουθούσα τις σκέψεις και τις κινήσεις του. Ταυτόχρονα συζητούσαμε. Για τα πάντα. Με αφορμή και αφετηρία την ηχοληψία, την κονσόλα, τα κανάλια, τις συχνότητες, τα όργανα, η συζήτηση έφευγε και χανόταν πολύ εύκολα σε θέματα παντός περιεχομένου.

1993-Το μικρό αναλογικό τετρακάναλο
Νομίζω πως λίγο μετά τη νύχτα εκείνη αγόρασα από τα δυο αδέλφια το μικρό αναλογικό τετρακάναλο με την κασέτα. Στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού του στούντιο στο σπίτι τους και της μετατροπής του σε ψηφιακό, ήθελαν να απαλλαγούν από τα αναλογικά μηχανήματα. Για εμένα που ήμουν πρωτάρης στην πολυκάναλη εγγραφή, και δεδομένου ότι γνώριζα το παρελθόν του συγκεκριμένου μηχανήματος, ήταν καλή ευκαιρία και το αγόρασα. Μου το έδωσαν σε καλή τιμή κι έτσι άρχισα πια να πειραματίζομαι αλλά και σιγά-σιγά να κάνω τις πρώτες μου πραγματικά πολυκάναλες ηχογραφήσεις. Η διαδικασία ήταν μαγική. Όταν μπορείς να έχεις στα χέρια σου ταυτόχρονα τέσσερις διαφορετικές πηγές ήχου και να τις διαχειρίζεσαι όπως θέλεις, νιώθεις λίγο σαν θαυματοποιός. Πάνω-κάτω οι εντάσεις, τα πρίμα, τα μπάσα, όλα. Έμπαινε το ένα, έβγαινε το άλλο, έστελνες το ένα όργανο δεξιά, μετά δεν σου άρεσε και το έστελνες αριστερά, μετά πάλι δεν σου άρεσε και τελικά το τοποθετούσες στη μέση και λίγο δεξιά. Διόρθωνες, έκοβες κι έραβες. Θαύμα! Θαύμα!

Δεν ήταν αυτά τα μόνα στούντιο στα οποία βρέθηκα. Πήγα σε πολλά. Ηχογράφησα στα περισσότερα και στα καλύτερα που υπήρχαν τότε -πολλές φορές πολύ περισσότερες ώρες από όσες σε αυτά που ανέφερα. Αρκετές φορές αποτυπώθηκα στα βινύλια, σε σημαντικές δουλειές. Χωρίς αναφορά πάντα της παρουσίας μου όμως. Ξέρεις πώς είναι η μικρότητα των σημερινών "καλλιτεχνών" που χτυπιούνται σαν μάπετ πάνω σε μια κιθάρα ή ένα μικρόφωνο εκτοξεύοντας βαριές και βαθιές σκέψεις και αισθήματα της κουλτούρας και εκφράζοντας τις mainstream τάσεις μιας "σκεπτόμενης" νεολαίας... Μετά -χωρίς να θέσω εγώ θέμα- προσπαθούσαν να απολογηθούν ότι "ξέρεις, η εταιρεία, δεν με αφήνει, κ.λπ., κ.λπ....". Δε βαριέσαι. Ήταν το τελευταίο που με ένοιαζε. Απλώς επιβεβαιωνόμουν για το ποιόν του ατόμου και έκοβα λάσπη και τράβαγα διαγραφές. Ας μην το αγγίξουμε άλλο το θέμα αυτό όμως εδώ. Μυρίζει. Κι εδώ δεν θέλω κακές μυρωδιές. Οι στιγμές που περιγράφω εκτενώς εδώ είναι μέσα μου κάτι σαν σταθμοί. Σαν σημεία καμπής σε εκείνη την πορεία που με έφερνε ολοένα και πιο κοντά στον αληθινό Ήχο μου.

Τα χρόνια πέρναγαν. Εγώ έγραφα ολοένα και περισσότερα τραγούδια -δικά μου πια. Από μένα για μένα. Έκφραση απόλυτα προσωπική και ιερή της πορείας μου στη ζωή. Όταν κατάφερνα και αιχμαλώτιζα το εκάστοτε Εγώ μου, ένιωθα ελεύθερος. Ένιωθα ένα σκαλί ψηλότερα. Τα ηχογραφούσα στο μικρό αναλογικό τετρακάναλο και καταχωρούνταν στην ιστορία. Όταν, όμως, την άνοιξη του 1994 αγόρασα το CD player και κατάλαβα τι εστί ψηφιακός ήχος "στο σπίτι", τότε ένιωσα την ανάγκη να κάνω και το επόμενο βήμα. Να περάσω κι εγώ στην ψηφιακή εποχή. Παρενεβλήθη όμως ο στρατός και τα σχέδια πήγαν πίσω για ένα διάστημα. Ήταν βέβαια και μια καλή αφορμή για να αποστασιοποιηθώ από τα πράγματα και να τα δω πιο ξεκάθαρα. Όταν επέστρεψα από το στρατό είχα αποφασίσει δυο πράγματα: πρώτο, πως θα εγκατέλειπα το βιοπορισμό από τη  μουσική γιατί οι εποχές είχαν κλείσει τον κύκλο τους (http://giorgosvelentzas.blogspot.gr/2014/04/blog-post.html) και δεύτερο, πως είχε έλθει η ώρα να "αποκατασταθώ" οριστικά. Να αποκτήσω ένα σύστημα ηχογράφησης επαρκές, αξιόπιστο, ποιοτικό αλλά και σύγχρονο. Τα φορητά ψηφιακά πολυκάναλα συστήματα ηχογράφησης σε σκληρό δίσκο είχαν αρχίσει να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην ελληνική αγορά. Έψαξα, διάβασα, πήρα προσπέκτους από τις σημαντικότερες μάρκες και κάθισα να τα
1993-Κοντά στο Λεόντειο, 
Πατησίων.
μελετήσω. Τότε το διαδίκτυο με τις αμέτρητες πληροφορίες δεν ήταν τόσο διαδεδομένο για να ψάξω εύκολα, γρήγορα και αποτελεσματικά. Έπαιρνα το δρόμο και γυρνούσα τις αντιπροσωπείες κάθε μέρα. Τώρα που το σκέφτομαι, μετά από δεκαοκτώ χρόνια, διαπιστώνω πως άλλαξα κι εγώ μαζί με τις εποχές. Η βαθύτερη αιτία όλων των ραγδαίων και καταιγιστικών εξελίξεων που με οδήγησαν τότε να κατέβω από το πάλκο -η Νέα Τάξη πραγμάτων, δηλαδή η Ψηφιακή Εποχή- ήταν εκείνη ακριβώς που με τράβηξε κι εμένα κοντά της. Να την ασπαστώ και να την ακολουθήσω ως ένας από τους θερμότερους θιασώτες της. Τελικά αποφάσισα για το μοντέλο και το αγόρασα στις 30 Ιουνίου του 1997. Κόστιζε κυριολεκτικά μια περιουσία εκείνα τα χρόνια αλλά είχα πλέον χρήματα και δεν το σκεφτόμουν. Αγόρασα και ένα καλό επαγγελματικό μικρόφωνο, καλώδια, βάσεις, βαρύ αναλόγιο και μια μονάδα βάθους έτσι ώστε να είμαι σχετικά πλήρης και να μπορώ πια να ηχογραφώ τις μικρές-μεγάλες δημιουργίες μου χωρίς να εξαρτώμαι από κανέναν -ούτε από το χρόνο, κυρίως από αυτόν. Όποια ώρα μου έβγαινε η ανάγκη ή όποτε μου ερχόταν -ή μου έρχεται- μια μελωδία στο μυαλό, πρώτα την ηχογραφώ πολύ πρόχειρα, συνήθως με τη φωτογραφική μηχανή ή το τηλέφωνο ή το mp3 (όλα ψηφιακά βλέπεις...) και μετά την αφήνω να "καθίσει" και να φουσκώσει το ζυμάρι της. Όταν όλα αυτά έχουν επιτελεσθεί και όταν έχουν συμπληρωθεί στο κεφάλι μου όλες οι γενικές γραμμές, κάθομαι και ηχογραφώ στα πολλά κανάλια. Και χωρίς καμιά απώλεια, αφού στην ψηφιακή ηχογράφηση δεν υπάρχουν απώλειες. Είναι εκπληκτικό. Σήμερα (2015) κάτι τέτοιο φαίνεται απόλυτα φυσιολογικό. Το 1997 όμως ήταν σπουδαία υπόθεση! Χωρίς απώλειες και χωρίς φυσήματα! Αδιανόητο!

Μετά από δεκαοκτώ χρόνια με καλύπτει πάντα απόλυτα. Δεν έχει πάθει απολύτως τίποτα, δεν έχει παρουσιάσει ποτέ το παραμικρό πρόβλημα, την ελάχιστη δυσλειτουργία. Είπαμε, ό,τι πληρώνεις παίρνεις στη ζωή. Όλοι έχουν περάσει από χρόνια στην ηχογράφηση μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών και λογισμικών ηχογράφησης. Ακόμη και στο σπίτι -κυρίως στο σπίτι. Στο στούντιο το καταλαβαίνω. Είναι πρωτίστως θέμα πρακτικό. Αλλά όχι στο σπίτι, στο πρωτόλειο. Εκεί έγκειται η διαφορά μας. Δεν μου πέρασε ούτε στιγμή από το μυαλό, δεν το διαπραγματεύτηκα μέσα μου ποτέ. Έτσι στήνονται οι παγίδες πάντα. Αντί η ανάγκη να προκύπτει από μόνη της, σου την δημιουργούν. Και σε πείθουν πως είναι δική σου. Και τους ακολουθείς. Είναι το πάγιο σύστημα κάθε εξουσίας. Γιατί κι εδώ για εξουσία πρόκειται. Εξουσία ομογενοποίησης του προσλαμβανόμενου ηχητικού ερεθίσματος. Αλλά και ομογενοποίησης των εμπειριών και των σκηνικών στις διάφορες εκδηλώσεις της ζωής. Δεν γίνεται να γίνονται όλα μέσα από τους υπολογιστές. Χάνεται η ποικιλομορφία της ζωής. Κάθε εκδήλωση της ζωής χρειάζεται τα δικά της σκηνικά και τη δική της σκηνοθεσία. Ξέρω πολύ καλά πως είναι πολύ ευκολότερο να ηχογραφήσει ο καθένας πια με έναν υπολογιστή και ένα μικρόφωνο. Είναι πιο προσιτό. Όχι οικονομικά, δεν νομίζω. Κοστίζει και ο υπολογιστής. Το καταλαβαίνω όμως. Αλλά έτσι γίνεται απόλυτη ψηφιοποίηση της διαδικασίας σε όλο της το φάσμα. Και χάνονται στο δρόμο πολλά κομμάτια αλήθειας και πλαστικότητας της ιδέας, της έμπνευσης και του αποτελέσματος. Προκύπτει αναλήθεια που δεν συμβαδίζει με τους εσωτερικούς ανθρώπινους ρυθμούς αντίληψης, κατανόησης και αφομοίωσης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η ψηφιακή εποχή είναι επικίνδυνη για παρεκτροπή από το μέτρο και τις δυνατότητες της ανθρώπινης φυσιολογίας. Δεν έχει εμφανιστεί καλύτερη αποτύπωση ήχου από την ψηφιακή. Αυτό είναι το ένα και μοναδικό αληθινό δεδομένο. Αυτόν τον ήχο τον έχω. Δεν έχει υπάρξει μετάβαση σε άλλη ποιότητα, σε άλλη μορφή ήχου μετά την ψηφιακή. Εκεί τελειώνουν όλα. Τα υπόλοιπα, όσα δηλαδή γίνονται με τους υπολογιστές (κόψε-ράψε, αντιγραφή της φωνής, π.χ., στα ρεφρέν για να μην ξανατραγουδηθεί επειδή μπορεί να υπάρξει λάθος, καθώς και κάθε άλλη ηχητική παρέμβαση σε στιγμές πέραν των ανθρώπινων δυνατοτήτων) είναι φιοριτούρες. Άχρηστα, ανενεργά και κυρίως άψυχα πράγματα και διαδικασίες.

1997-Ψηφιακή ηχογράφηση

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Αποκάλυψη Τώρα


 

Στα νιάτα μου είδα αρκετό και εκλεκτό κινηματογράφο. Εξάλλου, εκείνες τις εποχές δεν ήταν δύσκολο να βρίσκεις αίθουσες που να προβάλλουν ταινίες υψηλής αισθητικής. Στα συχνά και μεγάλα αφιερώματα βλέπαμε μέχρι και τρεις με τέσσερις ταινίες διαδοχικά ενώ τα καλοκαίρια κάθε βράδυ μας έβρισκε σε διαφορετικό θερινό σινεμά. Κυριολεκτικά. Έχω ακόμη κρατημένα τα ατελείωτα καλοκαιρινά κινηματογραφικά ημερολόγια. Πέντε με έξι ταινίες την εβδομάδα. 

Ήμαστε, βλέπεις, νέοι και δεν είχαμε ιδιαίτερες βιοτικές ανάγκες. Ήταν και οι εποχές διαφορετικές. Πιο αργές και λιγότερο περίπλοκες. Ήταν εποχές πριν από την έλευση της Νέας Τάξης, όταν η σύνδεση με τον Παλιό Κόσμο ήταν ακόμη πολύ στενή. Όταν η ορμή και η αύρα του παρελθόντος ήταν ακόμη εδώ. Όταν τα χρώματα βάφονταν με μπογιά και οι ήχοι παράγονταν από φυσικά υλικά. Όταν η ποίηση και το διήγημα γράφονταν ακόμη σε χαρτί φερμένο από τα δάση. Όταν η φωτογραφία "καιγόταν" από το πολύ φως. Αργότερα όλα άλλαξαν με έναν τρόπο υποδόριο και ύπουλο. Επειδή, μαζί με το Καλό της επιστήμης και της τεχνολογίας της Πληροφορικής, που άνοιξε κυριολεκτικά τα μάτια του κόσμου και την Μεγάλη Αυλαία της ζωής, κατέφθασαν και μεγάλα δεινά, που ο άνθρωπος δείχνει να μην μπορεί να διαχειριστεί ακόμη. 

Όπως, ας πούμε, τα αμέτρητα μέσα που παρεμβάλλονται από το μάτι του σκηνοθέτη, όταν συλλαμβάνει και "παγώνει" τη σκηνή στη φαντασία του, μέχρι το μάτι του θεατή. Η αλλοίωση είναι τεράστια και στο τέλος η εικόνα καταντά εξωπραγματική και το τελικό αποτέλεσμα έχει μια γυαλάδα κι ένα λούστρο απάνθρωπο. Για να μην μιλήσω για το "σενάριο" και τα θέματα που θίγονται στον σύγχρονο κινηματογράφο. Δυο φράξιες. Με τον Θεό ή με τον Μαμμωνά. Και η μία πετάει πέτρες στην άλλη. Τα δυο άκρα, χωρίς ενδιάμεσα στάδια που θα καθιστούσαν την τέχνη πιο εύκαμπτη και πιο ανθρώπινη. Όπως στην πολιτική, στην κοινωνία. Στα άκρα. Άκαμπτες εποχές, άκαμπτοι άνθρωποι, άκαμπτος λόγος, άκαμπτη τέχνη. Ο νεοφιλελευθερισμός ισοπέδωσε την Τέχνη και την μετέτρεψε σε εμπόριο. Οι λίγες εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Αρκετοί οι πραγματικά σπουδαίοι σκηνοθέτες στον κινηματογράφο. Και πολλές οι συγκλονιστικές και αποκαλυπτικές σκηνές στις ταινίες τους. Που θίγουν θέματα διαχρονικά και πανανθρώπινα. Με τρόπο απόλυτο και σχεδόν ισοπεδωτικά αληθινό. Που μιλάνε για ιστορίες που έρχονται από πολύ παλιά. Από τα σκοτεινά και ασυνείδητα βάθη της προϊστορίας. Πριν ο νους του ανθρώπου αρχίσει να ανατέλλει και να αντιλαμβάνεται τους σκοπούς και τις συνέπειες των πράξεών του. Τότε που το ένστικτο ήταν κυρίαρχο και ορμούσε χυμώντας πάνω σε άλογο, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά του και σπέρνοντας τον πανικό.

Ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου -και θεωρώ πως αυτό είναι ευρύτατα αποδεκτό- είναι ο Φράνσις Φορντ Κόπολα. Το απόσπασμα είναι από την ταινία "Αποκάλυψη Τώρα" του 1979. Μια από τις συγκλονιστικότερες δημιουργίες της έβδομης τέχνης και μια από τις τελευταίες μεγάλες ταινίες.

video

Οι βόμβες Ναπάλμ είναι εμπρηστικές και καταστροφικές. Έχουν το "γραμμικό" αποτέλεσμα που βλέπουμε στα φλεγόμενα χωράφια τής ανωτέρω σκηνής. Στο Βιετνάμ κυριολεκτικά διέλυσαν τους Βιετναμέζους -τις ζωές και τις περιουσίες τους.

Ο Κίλγκορ (Ρόμπερτ Ντιβάλ) είναι ο τρελαμένος Αμερικάνος στρατοκράτης, επικεφαλής της χερσαίας εισβολής. Απευθύνεται στον Λανς (Μάρτιν Σιν), τον απεσταλμένο ένστολο φονιά τού αποσκιρτήσαντος αλλόκοτου Αμερικανού Συνταγματάρχη Κουρτζ (Μάρλον Μπράντο). Ο Λανς όμως έχει πολλούς ενδοιασμούς και προσπαθεί συνεχώς να καταλάβει το "νόημα" του πολέμου. Πολλές οι αναφορές στον παρακάτω διάλογο. Πολλοί οι συμβολισμοί και οι παραπομπές. Κάθε λέξη, κάθε φράση είναι και ένα ολόκληρο κεφάλαιο της ιστορίας και του ψυχισμού του ανθρώπου.



Kilgore: Smell that? You smell that?

Lance: What?

Kilgore: Napalm, son. Nothing else in the world smells like that.

[γονατίζει]

Kilgore: I love the smell of napalm in the morning.
You know, one time we had a hill bombed, for 12 hours.
When it was all over, I walked up. We didn't find one of 'em, not one stinkin' dink body.
The smell, you know that gasoline smell, the whole hill. Smelled like..........

[μυρίζοντας τον αέρα]

.........victory.

Someday this war's gonna end...

[ξαφνικά φεύγει]



Και τι θα κάνουμε μετά χωρίς βαρβάρους...

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Όταν ήμαστε νέοι


Ήταν μια από εκείνες τις φορές που ξυπνάς με ολόκληρο το τραγούδι μέσα στο κεφάλι σου. Ανοίγεις τα μάτια σιγά-σιγά -για να περάσεις ήρεμα και χωρίς κραδασμούς στη χώρα του Συνειδητού- και μετά αρχίζεις να ψελλίζεις νότα-νότα τη μελωδία που βουίζει συνεχώς στο κεφάλι σου. Τα καταφέρνεις. Είναι ολόκληρη, σώθηκε. Κλείνεις πάλι τα μάτια για να κοιτάξεις μήπως σου έπεσε κάτι στο δρόμο. Ξανατραγουδάς μέσα σου τη μελωδία για να σιγουρευτείς. Ωραία. Τώρα ας πάμε και στα λόγια. Τι έλεγα; Συνεχίζεις με τα μάτια κλειστά. Έχεις πολλή δουλειά να κάνεις τώρα. Τα λόγια είναι πολύ πιο δύσκολη υπόθεση. Η μουσική ήταν άλλο πράγμα. Είναι συμπαντική γλώσσα. Την αναγνωρίζουν όλες οι διαστάσεις και όλες οι πραγματικότητες. Οι λέξεις, όμως, είναι επινοήσεις, είναι εφευρέσεις. Και δεν μπορούν να ταξιδεύουν παρά μόνο μέσα από χείλη και σελίδες. Κάποιοι λένε πως πετούν και χάνονται στο Σύμπαν και πως αν ταξιδεύαμε με την ταχύτητα του φωτός, θα τις προλαβαίναμε και θα ακούγαμε φωνές ποιητών και φιλοσόφων, συγγενών και φίλων που χάθηκαν για πάντα από τα μάτια μας. Ίσως. Αλλά ποιος μπορεί, άραγε, να τις μεταφράζει κάθε φορά; Τόσοι και τόσοι μεταφραστές θα χρειάζονταν για να "γυρίσουν" τα λόγια σε όλες τις γλώσσες. Εκτός κι αν μεταφράζονται αυτόματα σε μια κοινή και αθέατη γλώσσα που δεν γνωρίζουμε. Αλλά, χάνομαι επικίνδυνα. Πρέπει να επιστρέψω και να συνεχίσω. Αρχίζεις μαζί με τη μελωδία να προφέρεις λέξη-λέξη τις ιπτάμενες φράσεις. Είσαι πάντα ξαπλωμένος και ακίνητος για να μην δραπετεύσει τίποτα. Η οποιαδήποτε κίνηση αυτομάτως σηματοδοτεί την ένταξή σου στο χώρο των τεσσάρων διαστάσεων. Και αυτό ακριβώς θέλεις και πρέπει να αποφύγεις.

Οι λέξεις αρχίζουν και σχηματίζονται γράμμα-γράμμα πάνω στην άγραφη, λευκή σελίδα του μυαλού. Καλά πάμε. Κατευθύνεσαι στο "ρεφρέν" για να δεις αν μπορεί το τραγούδι να "δέσει". Και το ρεφρέν ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ. Υπάρχει και ανασαίνει ακόμη. Τίποτα δεν κατάφερε να το διώξει πίσω στ' άστρα.

Και δειλά-δειλά όλα αρχίζουν να αποκτούν σχήμα και νόημα. Το πιάνεις πάλι από την αρχή σαν άπειρος και πρωτόβγαλτος στον κόσμο. Αρχίζεις και βλέπεις τη μορφή του. Μην κάνεις το λάθος και δεν πιστέψεις πως αυτό που συμβαίνει είναι αληθινό -θα σου φύγει ολόκληρο. Έτσι ακριβώς όπως ήλθε και σου δόθηκε. Γιατί εκεί βρίσκεται όλη η ουσία. Στην πίστη. Στην πίστη πως ό,τι θεωρείς πως συμβαίνει -και νιώθεις και αντιλαμβάνεσαι και διαπιστώνεις πως συμβαίνει- είναι αληθινό. Σε αυτά, τα δεδομένα, πλαίσια της "αλήθειας" που ορίζουμε στον κόσμο των υπαρκτών μας διαστάσεων.

video

Όμορφο ακούγεται. Και αληθινό, πάνω απ' όλα. Ναι. Γιατί κουβαλάει τη "στιγμή". Εκείνη τη μαγική στιγμή στην οποία όλα ανοίγουν μπροστά σου. Τότε που η τεράστια αυλαία σηκώνεται και αποκαλύπτει το παραπέτασμα. Καθαρά και ξάστερα. Χωρίς φτιασίδια από άλλες διαστάσεις. "Χωρίς μακιγιάζ". Μιλάς απ' ευθείας με σένα. Και ταυτόχρονα με όλους. Γιατί άγγιξες την Ουσία του Κόσμου. Όλο το Συλλογικό Ασυνείδητο. Έγδαρες τον πάτο του βαρελιού και έβγαλες και την τελευταία στρώση. Εκεί στο βάθος βρίσκεσαι. Αν σε ψάξεις, θα σε βρεις.

Μάλλον δεν θες πολύ ακόμα. Φαίνεσαι έτοιμος. Η γραμμή δεν κόβεται πια. Έχουν όλα κατέβει από εκεί και έχουν ανέβει τα υπόλοιπα από τα βάθη και τα έχεις στα χέρια σου. Τα κρατάς με σιγουριά. Αλλά χωρίς πίεση και δύναμη. Χωρίς σφίξιμο. Τα αφήνεις και ανασαίνουν. Σηκώνεσαι πια απ' το κρεβάτι και κατευθύνεσαι προς μια κόλλα λευκό χαρτί και μια κιθάρα. Έχεις ήδη μεταφερθεί στην απτή πραγματικότητα.
 

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Απόψεις περί οικονομικής κρίσης και διαπραγμάτευσης


Το παρακάτω κείμενο το αλίευσα από δίκτυο κοινωνικής δικτύωσης. Δεν ζήτησα την άδεια αναδημοσίευσής του καθώς το κείμενο ήταν σε δημόσια χρήση. 

"Για να εξηγούμαστε:
Εγώ δεν ψήφισα Σύριζα για να παραμείνει, έστω και μειωμένος, ο ΕΝΦΙΑ, ούτε για να βγούνε τα παιδιά μας, που είναι άνεργα ως τα 40 τους, στη σύνταξη στα 67, ούτε για να μπορεί ο κάθε πλουτοκράτης να απολύει όποτε θέλει όσους θέλει, ούτε για ν΄ανέβει ο ΦΠΑ σε είδη πρώτης ανάγκης, ούτε για να ξεπουληθεί -όπως κι αν βαφτιστεί, ξεπούλημα είναι- η δημόσια περιουσία, ούτε για να παραμείνουν ίδιες -πόσω μάλλον να μειωθούν- συντάξεις και βασικός μισθός, ούτε για να θυσιαστούμε προς χάριν του ευρώ, ούτε για να ξανασώσω τις τράπεζες, ούτε για να γίνουν ο γιος και τα ανίψια μου τα γκαρσόνια της Ευρώπης, ούτε για να παραμείνει η χώρα μου προτεκτοράτο της Γερμανίας, ούτε για να γίνει Υπουργός ο Πανούσης. Ούτε, τελευταίο αλλά όχι έσχατο, να μεταλλαχτεί ο Σύριζα σε έναν συνασπισμό συστημικών κομμάτων χωρίς το ριζοσπαστισμό της αριστεράς και το ηθικό της πλεονέκτημα.

Αυτές είναι οι δικές μου κόκκινες γραμμές και δεν πρόκειται καμιά δημοσκόπηση, καμιά προπαγάνδα, κανένας εκβιασμός ημέτερων και ξένων να μου τις ξεθωριάσει, κόκκινες θα παραμείνουν, εις τον αιώνα τον άπαντα.

Για αυτό, όσο είναι καιρός, βγείτε στον κόσμο που σας στήριξε και πέστε του την αλήθεια, όλη την αλήθεια. Μόνον έτσι θα μας έχετε δίπλα σας. Ολίγον αριστερός, όπως και ολίγον έγκυος, δεν υπάρχει."


Ακολουθεί η "απάντηση" φίλου που επέλεξε να διατηρήσει την ανωνυμία του:


"Την αλήθεια του λέει ο άνθρωπος! Μόνο που κι αυτός –χωρίς να θέλω να δώσω συγχωροχάρτι στο ΣΥΡΙΖΑ– έχει κοντή μνήμη παρελθόντος. Η πολιτική είναι σαν το πάχος. Τρώμε–τρώμε για πολλά χρόνια, μας κατακλύζει  σιγά-σιγά το λίπος μας και ΚΑΠΟΙΑ στιγμή δεν αντέχουμε.  Εντελώς ξαφνικά λοιπόν, μια ωραία πρωία, θέλουμε να γίνουμε αδύνατοι–γυμνασμένοι και όπως ήμασταν στα 25 μας. Αμ, δε… Θέλει πολλή δουλειά και πολλή θυσία για να «λιώσουν» οι αμαρτίες του παρελθόντος και να ξαναγίνουμε άνθρωποι που να μην «ντρεπόμαστε» για αυτό που είμαστε.

Τα κακώς κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ είναι γνωστά. Δεν είναι μια αριστερή κυβέρνηση όπως ξέραμε την αριστερά της «ανανέωσης και της προόδου». Πρόκειται για αριστερούς που μια ζωή αγωνίζονταν και μιλούσαν για την αριστερά της Ευρώπης και των λαών ενώ ΤΩΡΑ η πεθαμένη ΕΥΡΩΠΗ ζητάει να πιει αίμα για να μπορέσει να υπάρξει. Έγινε ένα βαμπίρ που για να ζήσει πρέπει να τραφεί με ΑΙΜΑ, δηλαδή με λεφτά. Το συνονθύλευμα ανθρώπων από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους δεν είναι αναγκαία κακό. Απλώς ήταν αναγκαίο κακό.

Οι Έλληνες αυτά τα 40+ χρόνια έχασαν εντελώς τον προσανατολισμό τους -σαν τις χελώνες μετά το Ναγκασάκι. Ναρκωμένοι μετά τη χούντα και με σακατεμένο–βασανισμένο και νεκρό μεγάλο κομμάτι της αριστεράς, προσπαθούσαν οι αριστεροί της Ελλάδας και της Ευρώπης να υπάρξουν. Αυτό οδήγησε το ΣΥΡΙΖΑ στις πρόωρες εκλογές.

Το κακό κατ’ εμέ άρχισε από την πτώση της Χούντας και την άφιξη του Καραμανλή. Ο πτωχός και ταπεινής καταγωγής -αλλά κατά τα άλλα ικανός-πολιτικός από τας Σέρρας δεν ήταν τόσο τίμιος όσο ήθελε να δείχνει. Ακόμη και η συγκίνησή του μπορεί να ερμηνευτεί διπλά: δάκρυζε από πατριωτισμό ή από τύψεις; Έστρωσε, με ή χωρίς τη θέλησή του, όλο το έδαφος για την Ελλάδα της Ευρώπης! Σαν να τον έστειλαν πίσω για να ετοιμάσει το Κρεματόριο της Ελλάδας. Η αποστολή επέτυχε αλλά ο ασθενής απεβίωσε. Τώρα προσπαθούμε να συντηρήσουμε τον επιθανάτιο ρόγχο και περιμένουμε το θαύμα. Το θαύμα δεν θα γίνει και έτσι η όποια εναπομείνασα αριστερά θα πεθάνει -και μαζί της και η Ελλάδα. Καλύτερα έτσι.



Μόνο όταν πεθάνει αυτό το έκτρωμα θα μπορούμε να ελπίζουμε ότι κάτι άλλο θα γεννηθεί.

Τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να μην είμαστε παθητικοί θεατές ενός επικείμενου θανάτου; Να στηρίζουμε ό,τι απέμεινε με υπομονή –γιατί δεν υπάρχει άλλη οδός– και να δούμε πού θα καταλήξουμε. Έτσι κι αλλιώς είμαστε σε αδιέξοδο. Παγιδευμένοι μπροστά σε έναν πανύψηλο τοίχο από όπου δεν υπάρχει διαφυγή. Κάποιος πρέπει να σπάσει τον τοίχο ή κάποιος να μας τραβήξει ψηλά. Να βγούμε για να πάμε όμως ΠΟΥ;

Είναι πολύ πιο άσχημα τα πράγματα από ό,τι κάνουν ότι τα φαντάζονται όλοι αυτοί οι κύριοι και κυρίες –απλοί πολίτες ή εξειδικευμένοι εργάτες του Συστήματος σε πάνελ της τηλεόρασης, του διαδικτύου και αλλαχού παντού…

Πεθαίνει μια εποχή και γεννιέται μια καινούρια. Όποιος δεν μπορεί να το δει, «τον ήπιε». Οι ιδέες γεννιούνται από τις ανάγκες μας και αυτό γίνεται με τη φαντασίωση. Φαντασιωνόμαστε έναν κόσμο πιο δίκαιο και αρμονικό; Νομίζω πως όχι. Οι Έλληνες τουλάχιστον φαντασιώνονται -λόγω ηλιοφάνειας νομίζω- να γίνει η ζωούλα τους καλύτερη. Πώς; Δεν αναρωτιούνται... Με τι πόρους; Μια χώρα τόσο μικρή που και να κλάσεις ντρέπεσαι γιατί θα μυρίσει ως το Σουφλί.

Όλοι θέλουν μικρό ΦΠΑ, καλύτερη φορολογία, υψηλότερες συντάξεις, καλύτερη υγεία, παιδεία, και…και… και… Όλα αυτά τα χρόνια πού ήταν αυτοί οι απαιτητικοί επαίτες που ζητούν ΤΩΡΑ από το ΣΥΡΙΖΑ το θαύμα; Τι κάναμε για τη Χώρα μας? Την κλέβαμε. Όχι όλοι; Κι όμως… Γιατί όταν τα πόδια σου μυρίζουν ακόμα ξινόγαλο και πας να τα πλύνεις στη παραλία της Μυκόνου και παίρνεις και δάνειο για να πληρώσεις το ποδόλουτρο, ΜΗ ΖΗΤΑΣ ΤΑ ΡΕΣΤΑ. Εσύ ήσουν που έπαιζες στο Χρηματιστήριο όταν δεν ήξερες στοιχειωδώς τι σημαίνει Dow Jones, πόσω μάλλον Nasdaq.

Ας μην τα σκαλίζουμε λοιπόν γιατί βρωμάνε. Είμαστε ένας απαίδευτος λαός, μίζερος κατά βάθος, αχάριστος, κομπλεξικός και μικρόψυχος. Για όλα φταίνε οι άλλοι και εμείς είμαστε τα θύματα. Ό,τι καλό έχουμε μας το δίνει η γεωγραφική μας θέση (γελάμε πιο εύκολα νομίζω γιατί δεν μας λείπει η βιταμίνη D λόγω ήλιου).

Ποιος ψήφιζε, βρε παιδιά, όλα αυτά τα χρόνια; Εγώ που γράφω; Όχι. Και μαζί με εμένα άλλο ένα 10% (γιατί είμαι large τύπος).

Βγάλτε λοιπόν το σκασμό και κοιτάξτε να συμμαζέψετε τα σπίτια σας και τον εαυτό σας αντί να σκέφτεστε ότι φέτος δεν έχετε λεφτά να πάτε διακοπές και να διαφωνείτε ή να συμφωνείτε με τον ηλεκτρονικό τρόπο φορολόγησης των 70€. Αν έχεις 70€ μπορείς να ταΐσεις την οικογένεια σου για μια βδομάδα. Αν πάλι έχεις 70€ για ποτά στη παραλία ή όπου…, ΤΟΤΕ σταμάτα να γκρινιάζεις. Η ελληνική οικονομία άλλωστε επιτρέπει, υπό κανονικές συνθήκες, μονοήμερες εξορμήσεις γιατί αυτό ήταν και είναι το οικονομικό μας ΜΠΟΪ (για όσους δεν έχουν χωριό να πάνε). Μια συμβουλή από καρδιάς: Ας κάνει ο καθένας από εμάς μια ειλικρινή ενδοσκόπηση και μετά τα ξαναλέμε…

Για την ώρα ας αφήσουμε αυτούς που παζαρεύουν να τελειώσουν το παζάρι τους και μετά βλέπουμε. Μια φορά καλοπροαίρετα! Φτάνει πια η εύκολη κριτική και η καχυποψία. Εντάξει, ας παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε εμπιστοσύνη σε κανέναν γιατί απλούστατα δεν έχουμε στον εαυτό μας. Πώς να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, ΑΥΤΟΝ τον μεγάλο ΑΓΝΩΣΤΟ;"

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Η Αναλυτική Ψυχολογία του Carl Jung

Ψυχολογικοί τύποι - νευρώσεις


Ο Carl Gustav Jung (1870-1961) υπήρξε μαθητής και συνεργάτης του Freud. Οι απόψεις όμως του Jung ενωρίς απέκλιναν από την ψυχαναλυτική θεωρία του δασκάλου του. Ο Jung, ενώ προοριζόταν να γίνει διάδοχος του Freud, το 1914 παραιτείται από την προεδρία της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρίας και δημιουργεί ιδιαίτερη ψυχολογική θεωρία, την οποία ονόμασε "Αναλυτική ψυχολογία" και "Ψυχολογία του βάθους".

Ο Jung, όπως και ο δάσκαλός του Freud, δέχεται την ύπαρξη δυναμικού ασυνείδητου. Θεωρεί όμως τη libido ως μια γενική και αδιαφοροποίητη ψυχική ενέργεια που υπεισέρχεται σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες και την ταυτίζει με την ορμή για δράση. Ο Jung, με τον όρο ορμή για δράση, εννοεί ολόκληρη τη δραστηριότητα του ατόμου για την εξασφάλιση της τροφής, την αναπαραγωγή, την πνευματική δημιουργία κ.τ.ό. Η libido δηλαδή κατά τον Jung περιλαμβάνει και τη γενετήσια ορμή του Freud και την ορμή για επικράτηση του Adler.

Ο ψυχισμός του ανθρώπου κατά τον Jung αποτελείται από το συνειδητό και το ασυνείδητο. Τα δύο αυτά μέρη της ψυχής αλληλοσυμπληρώνονται. Το ασυνείδητο περιλαμβάνει δύο μέρη: α) Το προσωπικό ασυνείδητο και β) το κοινωνικό ασυνείδητο.

Το προσωπικό ασυνείδητο είναι το μέρος της ψυχής όπου έχουν εναποτεθεί εμπειρίες και βιώματα του ατόμου, όπως είναι: ατομικές παραστάσεις και επιθυμίες που άλλοτε ήταν συνειδητές και λησμονήθηκαν, εμπειρίες οδυνηρές για το άτομο που δεν είναι συνειδητές αλλά δρουν συνεχώς και προκαλούν νευρώσεις, αντιλήψεις που προσπίπτουν στα αισθητήρια όργανα αλλά δεν γίνονται σαφώς καταληπτές, καθώς και στοιχεία που δεν ωρίμασαν ακόμη για να γίνουν συνειδητά.

Το κοινωνικό (ή φυλετικό ή συλλογικό) ασυνείδητο, είναι το μέρος της ψυχής που περιλαμβάνει τα ένστικτα και τα αρχέτυπα. Τα αρχέτυπα είναι πανανθρώπινοι συμβολισμοί που χρησιμοποιεί το άτομο κάθε φυλής και εποχής για να εκφράσει πρωτογονικές εμπειρίες (έννοιες), όπως την αρρενωπότητα (animus) και τη θηλυκότητα (anima), τη γέννηση, το θάνατο, το γενετήσιο ένστικτο κ.ά. Τα αρχέτυπα είναι η συλλογική μνήμη του ανθρώπινου νου και εκδηλώνονται στις μυθολογίες των λαών, καθώς και στα όνειρα και στις φαντασιώσεις των ατόμων. Το κοινωνικό ασυνείδητο είναι το βαθύτερο στρώμα της ψυχής και αποτελεί το σημαντικότερο τμήμα του ασυνειδήτου.

Ο άνθρωπος, με βάση το προσωπικό και το κοινωνικό του ασυνείδητο και τις απαιτήσεις της κοινωνίας, διαμορφώνει έναν ψυχολογικό τύπο. Ο Jung διακρίνει δύο βασικούς τύπους: α) Τον εσωστρεφή, που είναι κλεισμένος στο δικό του κόσμο και ενδιαφέρεται περισσότερο για τις ιδέες- και β) τον εξωστρεφή, που είναι στραμμένος προς τον εξωτερικό κόσμο και ενδιαφέρεται περισσότερο για τα πράγματα. Ο καθένας από τους δύο βασικούς αυτούς τύπους υποδιαιρείται σε άλλους τέσσερις, με βάση τις θεμελιώδεις ψυχολογικές λειτουργίες: την αντίληψη, την ενόραση, τη νόηση και το συναίσθημα. Έτσι έχουμε τέσσερις εξωστρεφείς τύπους (τον αισθητηριακό, τον ενορατικό, το διανοητικό, το συναισθηματικό εξωστρεφή τύπο) και τέσσερις εσωστρεφείς τύπους (τον αισθητηριακό, τον ενορατικό, το διανοητικό, το συναισθηματικό εσωστρεφή τύπο). Ο Jung υποστηρίζει ότι οι δύο βασικές τυπολογικές διαθέσεις, η εσωστρέφεια και η εξωστρέφεια, υπάρχουν σε όλους τους ανθρώπους, στο κάθε όμως άτομο η μια από τις δύο είναι επικρατέστερη.

Οι νευρώσεις κατά τον Jung δημιουργούνται σε άτομα που δεν ζουν σύμφωνα με τον ψυχολογικό τους τύπο. Πολλές φορές το άτομο, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, αναγκάζεται να περιορίσει τα ενδιαφέροντά του και να εξειδικεύσει τις δραστηριότητές του. Αυτή η μονομερής ανάπτυξη της προσωπικότητας τελικά δημιουργεί συναισθήματα κενού και ματαιότητας και την επιθυμία για κάτι βαθύτερο, κάτι ουσιαστικότερο. Οι δυσμενείς επιδράσεις της μονομέρειας αυτής παρουσιάζονται στην ώριμη ηλικία. Γι’ αυτό, η θεραπευτική του Jung απευθύνεται κυρίως σε άτομα της μέσης ώριμης ηλικίας.

Η θεραπεία των νευρώσεων επιτυγχάνεται, αν βοηθηθεί το άτομο να ανακαλύψει τον τύπο του (εξωστρεφή ή εσωστρεφή) και να ζήσει σύμφωνα με αυτόν. Ο Jung πιστεύει ότι πρέπει να ενθαρρυνθεί το άτομο να αναπτύξει όλες τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες που υπάρχουν στο ασυνείδητο, για να βοηθηθεί να ολοκληρώσει την προσωπικότητά του. Γι' αυτό, συνιστούσε στους ασθενείς του να αφήνουν ελεύθερο το ασυνείδητό τους να εκδηλώνεται με κάποια καλλιτεχνική δραστηριότητα και τους παρότρυνε να διαβάζουν μυθολογία για να ικανοποιούν τα αρχέτυπά τους.

ΠΗΓΗ: Ιωάννης Ν. Παρασκευόπουλος, Κλινική Ψυχολογία
(Ιδιωτική έκδοση, 1988, σ. 57-59)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Γράφει ο Jung για το συλλογικό ασυνείδητο πως είναι "Η περιοχή της ψυχής που είναι άπειρα αρχαιότερη από την προσωπική ζωή του ατόμου".