Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Σε ξένη γη

  Το Ναυάγιο

Είχε πολύ κρύο όταν έφτασε στο νησί. Δεν ήταν μαθημένος σε τόσο κρύο αλλά ούτε σε τόση πολλή υγρασία. Εκείνα τα χρόνια το κλίμα στην Αθήνα δεν είχε γίνει ακόμη τόσο υγρό. Θυμήθηκε πως σχεδόν ποτέ τα αυτοκίνητα δεν ήταν βρεγμένα το πρωί στο κέντρο της πόλης. Μόνο μια φορά, κάποια περίοδο που είχε ζήσει στη Ρόδο, είχε συναντήσει τόση πολλή υγρασία -έβλεπε κάθε πρωί, αρχές Σεπτεμβρίου, να κατρακυλούν ρυάκια νερού από τον ουρανό και τα τζάμια των αυτοκινήτων. Αργότερα όμως τα πράγματα άλλαξαν ραγδαία και στην Αθήνα εξαιτίας των κλιματικών αλλαγών. Όλα μούσκεμα. Μέχρι το κόκκαλο.

Έφτασαν τα χαράματα και αμέσως ένιωσε αυτό το κρύο να τον περονιάζει. Μέσα σε φοβερό ανεμόβροχο, με τον βαρύ στρατιωτικό σάκο περασμένο χιαστί στην πλάτη και την άγνοια του ξένου τόπου να θολώνει τα μάτια του, έβλεπε την μπουκαπόρτα σιγά-σιγά να κατεβαίνει μπροστά του. Ένας παλιός ναύτης σκαρφαλωμένος ψηλά, στην άκρη της μεγάλης πόρτας που κατέβαινε αργά και με τον σκούφο στο κεφάλι κατεβασμένο μέχρι τα αυτιά, συζητούσε με τον οδηγό της πρώτης νταλίκας, που περίμενε με αναμμένη τη μηχανή να κατεβεί στο νησί. Το καράβι έδεσε και το σκοτεινό και ταλαιπωρημένο ανθρώπινο πλήθος άρχισε να ξεχύνεται τρεκλίζοντας, ζαλισμένο και σκυφτό από τη θαλασσοταραχή και την αϋπνία της νύχτας. Στριμώχτηκε μαζί τους και προχώρησε. Δεν ήξερε προς τα πού. Μόλις οι ταξιδιώτες πατούσαν στο νησί, ο καθένας έπαιρνε διαφορετική κατεύθυνση. Μερικούς τους περίμεναν στην αποβάθρα. Η βροχή και ο αέρας δεν έλεγαν να κοπάσουν. Απομακρύνθηκε από το καράβι, διέσχισε τον παραλιακό και πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Σε κάποιο σημείο ο δρόμος δημιουργούσε ένα αρκετά μεγάλο πλάτωμα και στο βάθος διέκρινε λευκό φως και σκιές να κινούνται πίσω από θολωμένα τζάμια. Η βροχή έπεφτε δυνατή και πυκνή. Ο σάκος ήταν πολύ βαρύς. Εκτός απ' αυτόν όμως είχε στον έναν ώμο περασμένο το μικρό σακίδιο ενώ από τον άλλον κρεμόταν ο πολιτικός του σάκος. Είχε πια γονατίσει από την κούραση, την αϋπνία και το κρύο. 

Στο καράβι είχε σταθεί αδύνατο να κοιμηθεί αρκετά. Το μυαλό του βούιζε από χιλιάδες σκέψεις. Όνειρα, προοπτικές, πιθανότητες της ζωής που πλησίαζε μαζί με το νησί. Προσπαθούσε να φανταστεί το νέο του στρατόπεδο, που θα ήταν αρκετά απομακρυσμένο από το κέντρο και όπου "θα έβλεπε την πραγματική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας", όπως τους είχε πει ένα βράδυ ο δεκανέας τους στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως στην Κόρινθο. Τότε ήταν σε λόχο που απαρτιζόταν αποκλειστικά από τελειόφοιτους, απόφοιτους και μεταπτυχιακούς πανεπιστημίων. Σε λίγες ώρες όμως θα αντίκριζε την πραγματική σύνθεση της κοινωνίας. Πέρα απ' όλα αυτά όμως ήταν κι εκείνο το φίδι που συνέχιζε να τον δαγκώνει αρκετά ύπουλα και βαθιά κάθε φορά που την σκεφτόταν. Έσφιγγε τα δόντια και μισόκλεινε τα μάτια του, πιστεύοντας πως έτσι θα κατάφερνε να αντισταθεί στις δύσκολες σκέψεις. Ήθελε να σκέφτεται πως όλα θα πήγαιναν καλά μεταξύ τους τώρα που πλέον θα βρίσκονταν κοντά. Το πετύχαινε κάποιες φορές αλλά ίδρωνε. Όλη τη νύχτα στο Αιγαίο την είχε βγάλει μπαινοβγαίνοντας στην καμπίνα. Άλλοτε ξάπλωνε, μένοντας με τα μάτια ανοιχτά και κοιτάζοντας το πάνω κρεβάτι της κουκέτας, και άλλοτε στεκόταν πίσω από κάποια προφυλαγμένη γωνιά στο κατάστρωμα, καπνίζοντας και κοιτάζοντας τη μαύρη θάλασσα της νύχτας. Δεν διέκρινε τίποτα. Ούτε γύρω του, ούτε μέσα του.

Σχεδόν σύρθηκε μέχρι τα φώτα και, φτάνοντας επιτέλους κάτω απ' το υπόστεγο του μαγαζιού, ξεφορτώθηκε τα πράγματα για να καταφέρει να πάρει μια κανονική ανάσα. Προσπαθούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Σκούπισε με την ανάποδη του χεριού τα νερά απ' το πρόσωπό του και κοίταξε γύρω του. Στο δρόμο μπροστά του -δίπλα στη θάλασσα- πέρναγαν άνθρωποι βιαστικοί κρατώντας ομπρέλες ή εφημερίδες στο κεφάλι τους για να προστατευθούν από τη βροχή. Άλλοι έτρεχαν να περάσουν απέναντι και να τρυπώσουν είτε σε κάποιο μαγαζί είτε κάτω από ένα στέγαστρο. Όλα ήταν γκρίζα και σκοτεινά και η εικόνα έτρεμε στα μάτια του από τη συνεχή και πυκνή βροχή. Ο χειμώνας είχε ήδη έλθει στο νησί. Ήταν εδώ και φύσαγε από παντού. Σήκωσε το κεφάλι και διάβασε την πινακίδα: Το Ναυάγιο. "Τώρα μάλιστα", σκέφτηκε. Ταίριαζε απόλυτα με τη βροχή και την αίσθηση της απομόνωσης στο βόρειο Αιγαίο αλλά και με τη μοναξιά που βίωνε εκείνες τις ώρες που δεν υπήρχε ψυχή για να ανταλλάξει δυο κουβέντες.

Το Ναυάγιο ήταν γραφτό να γίνει το πρώτο καταφύγιο και στέκι του. Όπως θα διαπίστωνε όλον τον υπόλοιπο καιρό που έμεινε στο νησί, δεν ήταν ο μόνος κυνηγημένος που αναζητούσε στέγη εκεί. Ίσως γι' αυτό ακριβώς το είχαν ονομάσει έτσι. Για όλα τα ναυάγια που έφταναν τσακισμένα από τον καιρό και την κούραση, ζητώντας κάπου να απαγκιάσουν μέσα στα μαύρα χαράματα, όταν έβγαιναν από το καράβι. Τα βρεγμένα ρούχα είχαν αρχίσει να στεγνώνουν σιγά-σιγά πάνω του κι αυτός να κρυώνει. Δεν περίμενε περισσότερο. Ξαναφορτώθηκε όπως-όπως τα πράγματα και άπλωσε το χέρι προς την πόρτα. Την άνοιξε μάλλον αμήχανα. Δεν ένιωθε καμιά σιγουριά για τίποτα εκείνη τη στιγμή. Προχώρησε. Μια ζέστη κάλυψε το πρόσωπό του και τα πνευμόνια του γέμισαν καπνό. Τώρα βιάστηκε να μπει. Το μαγαζί ήταν γεμάτο. Έτσι γίνεται με όλα τα μαγαζιά στα νησιά τις ώρες που φτάνει ή αναχωρεί το καράβι. Πάντα υπάρχουν εκείνοι που φεύγουν και εκείνοι που έρχονται, εκείνοι που ξεπροβοδίζουν και οι άλλοι που υποδέχονται. Το Ναυάγιο ήταν κάτι σαν Κέντρο Διερχομένων. 

Σέρνοντας όλον αυτόν τον εξοπλισμό ήταν δυσκίνητος και χρειαζόταν αρκετό χώρο για να ελιχθεί. Κάπου σφήνωσε. Κάποια παιδιά από το πρώτο τραπέζι έκαναν χώρο μετακινώντας τις καρέκλες τους για να περάσει. Τον κοίταξαν διερευνητικά και μετά ξαναγύρισαν στη γούβα της παρέας τους για να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Για εκείνους δεν ήταν παρά ακόμη ένας κάποιος με στρατιωτική περιβολή -ένας "φαντάρος". Δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον. Διέσχισε όλο το μαγαζί αναζητώντας κάπου να καθίσει και είδε στον απέναντι τοίχο το μοναδικό άδειο τραπέζι. Δεν θα το 'λεγες ακριβώς άδειο, αφού στη μια καρέκλα του υπήρχε κρεμασμένο ένα μπουφάν και πάνω στο τραπέζι ήταν αφημένα δυο γάντια κι ένα σκουφί. Η άλλη καρέκλα όμως ήταν άδεια. Δεν είχε άλλη επιλογή. Ήθελε απελπισμένα να αφήσει τα πράγματα, να καθίσει και να πάρει μιαν ανάσα. Να πιει έναν καφέ και να καπνίσει ένα τσιγάρο. Έτσι και έκανε. Τράβηξε την άδεια καρέκλα, έβγαλε το βρεγμένο πανωφόρι και το άπλωσε πάνω της να στεγνώσει. Κάθισε. Ξεκούμπωσε δυο-τρία κουμπιά από το σακάκι για να ανασαίνει καλύτερα και πιο ελεύθερα και έλυσε τη γραβάτα. Χαλάρωσε λίγο και τα κορδόνια στις αρβύλες. Σε λίγα λεπτά τα χέρια του άρχισαν να ζεσταίνονται και να προσαρμόζονται στη θερμοκρασία του χώρου. Το μόνο που είχε απομείνει από την ανεμοθύελλα ήταν το βουητό που ακουγόταν απ' έξω και το τράνταγμα κάθε τόσο στα τζάμια από τις ριπές του αέρα. Έριξε το κεφάλι του ασυναίσθητα πάνω στο στήθος του και άρχισε να ανασαίνει πιο ήρεμα και βαθιά. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στη βουή των τριγύρω ανθρώπων. Στα αυτιά του έφταναν κουβέντες αποσπασματικές, γέλια, φωνές, πειράγματα, διαμαρτυρίες, παραγγελίες στη σερβιτόρα και η μουσική υπόκρουση του μαγαζιού. Τραγούδια ξένα. Όμορφα. Ακόμη κι αυτή τη στιγμή, με αυτές τις συνθήκες, η μουσική ήταν όμορφη. Ευτυχώς κατάφερνε πάντα να του απλώνει ένα χέρι, λες από άλλο κόσμο, που είχε την ικανότητα να τον τραβά μέσα της -στο αλλού.

Εκεί έμελλε να περάσει πολλές απογευματινές αλλά και βραδινές εξόδους του από το στρατόπεδο. Ευτυχώς, ντυμένος με πολιτικά. Στα νησιά θεωρητικά απαγορεύεται η ύπαρξη στρατού κι έτσι οι φαντάροι στις εξόδους τους φοράνε πολιτικά ρούχα. Κάτι ήταν κι αυτό. Τον έκανε να νιώθει λιγότερο ζώο και περισσότερο άνθρωπος. Οι εξοδούχοι φορτώνονταν σε ένα στρατιωτικό καμιόνι και κάθονταν στους ξύλινους πάγκους της καρότσας. Το χειμώνα ο χοντρός χακί μουσαμάς κατέβαινε κι έτσι δεν έβλεπαν τίποτα από το δρόμο που άφηναν πίσω τους. Το φορτηγό τραβούσε για την πόλη και οι φαντάροι, στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον, δεν σταματούσαν τα χυδαία και χοντροκομμένα αστεία τους σε όλη τη διαδρομή. Εκείνος δεν είχε να ανταλλάξει τίποτα με κανέναν. Πού και πού απαντούσε μονολεκτικά, με ένα βεβιασμένο χαμόγελο στα χείλη. Πνιγμένος μέσα στον καπνό των τσιγάρων της καρότσας και στη θολούρα της υγρασίας του νησιού, μέτραγε τις ώρες μαζί με τα χτυπήματα του αόρατου ρολογιού που κυβερνούσε τη θητεία, τον κόσμο και την καρδιά του. 

Έζησε πολύ μόνος στο Ναυάγιο, ανάμεσα σε πολλούς άγνωστους και μόνους ανθρώπους που, περαστικοί -είτε για τη θητεία είτε για τις σπουδές τους- έπλεξαν για ένα διάστημα τη ζωή τους με την κλωστή και τη βελόνα του νησιού αλλά παρέμειναν για πάντα άγνωστοι. Δεν ήταν εύκολη η ζωή στο νησί. Δεν ήταν καθόλου εύκολη γιατί ήταν χειμώνας. Όσο όμορφη και πλανεύτρα είναι το καλοκαίρι στο νησί η ζωή για έναν ξένο, τόσο δύσκολη γίνεται το χειμώνα. Όλα είναι αλλιώς. Ο αέρας, η βροχή, το γκρίζο και ανεμοδαρμένο ξημέρωμα, το βεβιασμένο από το κρύο χαμόγελο των ανθρώπων και εκείνη η σκληρή αίσθηση που χαρακώνει το πρόσωπό σου όταν σφίγγεσαι για να περάσεις -το δρόμο απέναντι, τις δυο ώρες εξόδου, την αναμονή σε ένα τηλεφώνημα που δεν απαντάει ή σε μια πόρτα που δεν ανοίγει γιατί δεν σε περίμενε κανείς. Και όλα έχουν το ίδιο χρώμα. Χακί. Ή γκρι. Μόνο την άνοιξη αρχίζεις να βλέπεις ένα αχνό γαλάζιο να φέγγει πίσω από το γκρι και να σηκώνεται μέσα από τη θάλασσα, που σιγά-σιγά, φοβισμένα στην αρχή, αρχίζει πάλι να μοιράζει υποσχέσεις για ταξίδια ηλιόλουστα, χαρές και ευτυχίες, πανιά φουσκωμένα και αεράκι δροσερό πάνω στο αλμυρό πρόσωπο. Και αρχίζεις και θυμάσαι.

Το Ναυάγιο όμως ήταν πάντα βουτηγμένο στο γκρίζο του χρόνου που δεν κυλούσε και στον καπνό. Και στους αγνώστους, που σπάνια ξανάβλεπε. Όπως κι εκείνοι σπάνια τον ξανάβλεπαν. Κάποιο βράδυ συνάντησε την Νίτσα -μια κάποια Νίτσα, παλιά γνωστή του από τα φοιτητικά χρόνια. Η κοπέλα του Θωμά, που αργότερα ήταν γραφτό να φύγει νέος. Κάθισαν και τα είπανε. Σαν να γνωρίζονταν από πάντα. Είχαν χρόνια να βρεθούνε. Κι ας μην έκαναν ποτέ ιδιαίτερη παρέα στην Αθήνα. Εξάλλου, η Νίτσα δεν σπούδαζε στην Αθήνα και ερχόταν μόνο για λίγες μέρες, στα κλεφτά, για να δει τον Θωμά. Εδώ όμως ήταν διαφορετικά. Εκείνη υπηρετούσε ως δασκάλα πια στο νησί. Σε κάποιο χωριό κοντά στην πόλη. Πηγαινοερχόταν κάθε μέρα. Δεν φαινόταν ιδιαίτερα ευχαριστημένη. Ήταν πολύ στριμωγμένη από τις στενές κοινωνικές συνθήκες του τόπου, από την κούραση του πήγαινε-έλα στο χωριό, από την έλλειψη διεξόδων και από την μοναξιά που βίωνε. Γιατί -κακά τα ψέματα- δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα όταν είσαι ξενομερίτης. Μικρός ο τόπος, εκείνη νέα κοπέλα μόνη της. Γινόταν εύκολα στόχος. Και ο μισθός ίσα-ίσα έφτανε για ένα δωμάτιο που νοίκιαζε, με κουζίνα και μπάνιο. Ήταν και τα μεταφορικά. Μαγείρευε στο σπίτι. Περνούσε και την ώρα της έτσι. Χάρηκαν που βρεθήκανε. Πιάστηκαν σαν σανίδα ο ένας από τον άλλον. Έτσι ένιωθαν όλα εκείνα τα κάποια απογεύματα που ξαναβρεθήκανε στο Ναυάγιο, πίνοντας καφέ και κουβεντιάζοντας για οτιδήποτε. Για την Αθήνα, για τον Θωμά, που ίσως ακόμη την περίμενε, για το στρατό, για το σχολείο της, για το μετά το στρατό του. Εκείνη θα έμενε στο νησί για όσον καιρό ήταν υποχρεωμένη από τη δουλειά της και μετά θα άρχιζε να προσπαθεί να πλησιάσει την Καβάλα, τον τόπο καταγωγής της. Ήξερε ότι θα ήταν δύσκολο αλλά το ήθελε. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα ακόμη για το μετά. Προς το παρόν μπροστά του ήταν ο μεγάλος χειμώνας που μόλις ξεκινούσε. Και -όπως όλα έδειχναν- θα κρατούσε πολύ και θα ήταν σκληρός και δύσκολος.

Η καρέκλα δίπλα του έτριξε και αυτός πετάχτηκε από το λήθαργο στον οποίο είχε χαθεί από ώρα. Ένιωσε μια σκιά να στέκεται όρθια δίπλα του και γύρισε τα μάτια του πάνω της. Ψηλός, ξερακιανός, μεσαίας ηλικίας, με παχύ μουστάκι. Κάθισε. Αμίλητος. Για όλη την υπόλοιπη ώρα ήταν σαν να μην υπήρχε ο ένας για τον άλλο. Ντόπιος έμοιαζε. Αμέσως βυθίστηκε στις σκέψεις του και στους καπνούς του τσιγάρου που άναψε, χαζεύοντας με άδεια μάτια τους θαμώνες. Δεν αντάλλαξαν ούτε μια κουβέντα. Σε λίγο τον έχασε μέσα σε ένα σύννεφο καπνού και θολής νύστας και δεν τον ξανάδε. Χαμήλωσε τα μάτια του στο μάρμαρο του τραπεζιού και πρόσεξε πως ο καφές του είχε έλθει από ώρα και τον περίμενε μπροστά του. Πρέπει να είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα από την κούραση και δεν κατάλαβε την σερβιτόρα όταν τον έφερε. Ούτε κι εκείνη όμως του είχε μιλήσει. Τον άφησε να ξεκουραστεί, έστω αυτό το λίγο, στην καρέκλα. Κάθε μέρα έβλεπε τόσους φαντάρους εκεί μέσα και είχε καταλάβει πολύ καλά πόσο πολύτιμος ήταν ακόμη και ένας πεντάλεπτος ύπνος στην καρέκλα.

Άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν. Νέοι άνθρωποι, φοιτητές και φαντάροι. Παιδιά της πόλης και του νησιού και παιδιά από ξένους τόπους. Άνθρωποι που έχτιζαν τα όνειρά τους, άνθρωποι που δούλευαν τη γη και τη θάλασσα για να καταφέρουν να ζήσουν και άνθρωποι που έρχονταν από μακριά και έβλεπαν τη ζωή τους να διακόπτεται βίαια για κάποιον εντελώς ανεξήγητο συνειδησιακά λόγο και να είναι υποχρεωμένοι να ζήσουν μια περίοδο ντυμένοι ομοιόμορφα, κρατώντας στα χέρια βαριά, οπλισμένα "σιδερικά".


Ήταν γραφτό εκεί να βρίσκει καταφύγιο αργότερα, όταν τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καθόλου όπως περίμενε και έλπιζε. Εκεί έτρεχε κυνηγημένος και απελπισμένος, έχοντας την ανάγκη να νιώσει κάπου σαν στο σπίτι του. Και στο Ναυάγιο έτσι ένιωθε. Μάλλον γιατί ήταν το μέρος που τον υποδέχθηκε και εκεί έφτιαξε την πρώτη του φωλιά. Με τον καιρό, καθώς άρχισε κι αυτός να "παλιώνει", απέκτησε μεγαλύτερη οικειότητα με το χώρο, τους μόνιμους ανθρώπους και τους θαμώνες του. Το καταφύγιο του πρώτου καιρού έγινε μια μικρή σιγουριά και μια βέβαιη και εξασφαλισμένη γωνιά που πλέον είχε μάθει κι εκείνη να τον περιμένει. Του πρόσφερε υπόσταση.

Άκουσε πολλή μουσική και όμορφα τραγούδια όλο το χειμώνα εκεί μέσα. Αλλά εκείνο που κυριολεκτικά ρίζωσε στη μνήμη και στοίχειωσε τη ζωή του ήταν αυτό που ακολουθεί. Ήταν η εποχή που σάρωνε παντού -είμαστε στα 1994, πήγε αργά φαντάρος εξαντλώντας την αναβολή του πανεπιστημίου μέχρι τελευταίας μέρας. Από τότε και για όλη την υπόλοιπη ζωή του, όποτε θα το άκουγε, θα μεταφερόταν αυτόματα σε εκείνη την εποχή και -με την ίδια υγρή και κρύα ανατριχίλα να διατρέχει την σπονδυλική του στήλη- θα ξαναζούσε όλες εκείνες τις σκληρές και ατέλειωτες γκρίζες ώρες που πέρασε εκεί μέσα βουτηγμένος στους καπνούς και στα ερωτηματικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: