Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Οι κιθάρες μου - YAMAHA C40

Είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια έπαιζα μόνο ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα. Η κλασική μου άρεσε πάντα πάρα πολύ, είχα παίξει κάποιες φορές με κιθάρες φίλων, αλλά ποτέ δεν έφτασα στο σημείο να αγοράσω μία. Δεν μου έβγαινε με τίποτα αλλά ούτε αναρωτήθηκα το γιατί. Καταλάβαινα ότι εκείνες τις εποχές δεν ταιριάζαμε. Ότι δεν θα μπορούσα να περιπλανηθώ στα τάστα της με την άνεση, την οικειότητα και την ελευθερία που ένιωθα με τις άλλες δύο. Ένιωθα σαν να μην είχε έλθει ακόμη η ώρα. Ήταν πολύ "καθαρή" σε σχέση με αυτό που έβγαινε από μέσα μου και ζητούσε να εκφραστεί με τη μουσική. Οι άλλες δυο ήταν πιο "βρώμικες", ο ήχος τους πιο μπλεγμένος και θολός, οι νότες σφιχτά δεμένες η μία με την άλλη. Δεν μπορούσες να τις διακρίνεις έτσι όπως διακρίνονται καθαρά και κρυστάλλινα στην κλασική. Είναι οι χορδές, είναι και τα ξύλα. Οι πλαστικές χορδές της κλασικής αποπνέουν και δημιουργούν πάντα μια ζεστή και οικεία ατμόσφαιρα. Πολύ ανθρώπινη και πολύ απαλή, χωρίς γωνίες. Η μουσική τους πηγαίνει και φωλιάζει παντού με άνεση και χωρίς καμιά προσπάθεια. Στρογγυλοκάθεται σαν βαμβάκι πάνω σε μαλακά μαξιλάρια και βολεύεται με μεγάλη ευκολία. Δεν σε διώχνει όταν έρχεται προς το μέρος σου και πάντα ζητά να καθίσει δίπλα σου. Απλά κάθεται. Ξέρει αυτή και βρίσκει πάντα την αδειανή θέση και την κατάλληλη στιγμή. Κι εσύ, θες δεν θες, τη δέχεσαι και την εισπράττεις, την ακούς. Η μουσική της κλασικής κιθάρας σε πλημμυρίζει, δεν μπορείς να της αντισταθείς.

Το παράδοξο -θα 'λεγε κανείς- ήταν πως όλα τα χρόνια έπαιζα πάρα πολλά τραγούδια που θα αποδίδονταν πολύ καλύτερα με κλασική κιθάρα. Επέμενα όμως να μην παίζω αυτές τις μουσικές με κλασική. Κάτι συνέβαινε με τον τρόπο με τον οποίο έπαιζα ακουστική κιθάρα -ή και ηλεκτρική αργότερα- που λες και αντιστάθμιζε κατά κάποιον τρόπο την απουσία της. Πολλές φορές μου είχαν πει διάφοροι ακροατές, είτε επρόκειτο για απλούς θαμώνες είτε για επαγγελματίες μουσικούς ή ηχολήπτες, πως προσέγγιζα την κιθάρα σαν να ήταν πιάνο. Δεν ξέρω αν ήταν από τη μεγάλη μου αγάπη για το πιάνο -το οποίο δεν κατάφερα ποτέ να αποκτήσω αλλά ούτε να νοικιάσω γιατί ήταν εξωφρενικά ακριβό για τις δικές μου οικονομικές δυνατότητες εκείνες τις εποχές, αν και είχα ψάξει το θέμα πάρα πολύ- ή ήταν απλώς ο δικός μου τρόπος να προσεγγίζω το όργανο.

Την εποχή εκείνη, όταν διάλεξα να παίζω ακουστική κιθάρα, μάλλον ήθελα να κάνω περισσότερο αισθητή την παρουσία μου, την προσωπική μου φωνή και έκφραση. Ήθελα να διατρανώσω το Εγώ και το Θέλω μου. Και σίγουρα η επιλογή των συρμάτινων χορδών ήταν καταλληλότερη. Εξάλλου, η κλασική κιθάρα ήταν συνδεδεμένη με τα ωδεία και τις παρτιτούρες κι εγώ δεν ήθελα να ενταχθώ σε καμιά τάξη, ούτε ήθελα να ακολουθώ κανόνες, περιορισμούς και μετρημένους χρόνους. Ήθελα να κάνω το δικό μου. Να ορίζω μόνος μου το χώρο και το χρόνο μου στη μουσική και στην κιθάρα. Έτσι ακολούθησα το δρόμο μου, το δρόμο της ζωής μου, που με έβγαλε σε διάφορες γειτονιές, άλλοτε παράξενες, άλλοτε επικίνδυνες κι άλλοτε μαγικές. Στην πορεία, βέβαια, έμαθα και κανόνες και μέτρα και χρόνους και εκείνα τα μαύρα σημαδάκια πάνω στις πέντε γραμμές, αλλά αυτό έγινε αρκετά αργότερα και καθαρά για λόγους περιέργειας και διευκόλυνσής μου στην προσέγγιση κάποιων ιδιαίτερων μουσικών δημιουργημάτων. Εκείνα τα μαύρα σημαδάκια έκαναν πολλές φορές τη μουσική μου ζωή πιο εύκολη.


Τα τελευταία χρόνια οι προσωπικές μου διαδρομές ήταν σκληρές, πολύ σκληρές. Με εμπειρίες που χαράχτηκαν βίαια και βαθιά και παραλίγο να με εξοντώσουν σε φυσικό επίπεδο. Μαζί με όλα αυτά είχα αρχίσει να κουράζομαι και να πονάω πολύ σωματικά και ψυχικά. Τα χέρια και τα πόδια μάτωναν έτσι καθώς περπατούσα πλέον ξυπόλυτος και γδερνόμουν ολόκληρος με το παραμικρό σε κάθε μου βήμα. Δεν χρειαζόμουν πια το σκληρό κι απάνθρωπο σύρμα, δεν το άντεχα. Είχε καταντήσει μια υπερβολή στη ζωή μου, η οποία θα κινδύνευε σοβαρά αν εξακολουθούσα να παίζω μαζί του. Είχε φτάσει η ώρα για να απομακρυνθώ και να προχωρήσω χωρίς εκείνο στην επόμενη φάση. 

Στην τελευταία στροφή πριν από την προσγείωση, έτσι καθώς μπαίνεις στην τελική ευθεία για την κάθοδο, έχεις πλέον εξαντλήσει τα περισσότερα καύσιμά σου και κατεβάζεις το σύστημα προσγείωσης. Έτσι έκανα κι εγώ εκείνο το καλοκαίρι του 2008 στη Νάξο. Βρισκόμουν πια μερικά μέτρα πριν από τον διάδρομο και έβλεπα μπροστά μου την ευθεία γραμμή που σχημάτιζαν τα αναμμένα φωτάκια, χαραγμένη πάνω στη γη, να χάνεται στο βάθος. Αν δεν κατόρθωνα να την πιάσω κατεβαίνοντας, θα γινόμουν κομμάτια. Τώρα όμως βρισκόμουν ακόμη στον αέρα και έχανα διαρκώς ύψος, σχεδόν σε ελεύθερη πτώση. Η κλασική κιθάρα θα γινόταν το σύστημα προσγείωσης που θα με βοηθούσε να προσεγγίσω τον διάδρομο. Αργά, απαλά κι ανθρώπινα -σαν κι εκείνη. 

Ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που δεν είχα πάρει μαζί μου κιθάρα σε διακοπές. Προφανώς, όπως το σκέφτομαι πια μετά από κάποια χρόνια, ο κύκλος των συρμάτινων χορδών είχε ολοκληρωθεί -για εκείνη την περίοδο τουλάχιστον, όπως αποδείχθηκε αργότερα- και μου ήταν αδιανόητο να τον συνεχίσω. Περπατώντας μια μέρα στην πόλη ένιωσα πολύ έντονη την έλλειψη μιας κιθάρας και μετάνιωσα που δεν είχα μια μαζί μου. Όταν όμως έφερα στο νου μου τις κιθάρες μου, ένιωσα μια περίεργη "αποστροφή". Δεν τις ήθελα. Δεν ήθελα εκείνες, ήθελα κάτι άλλο. Κατάλαβα. Από μέσα μου ξεπήδησε εντελώς αβίαστα η θέληση και η απόφαση να αγοράσω μια κλασική κιθάρα. Από εκεί, από το νησί. Θα είχε και την ιδιαίτερη χάρη της αφού θα ήταν βαφτισμένη στα νερά του πανάρχαιου Αιγαίου. Δεν μπορεί, μεγάλο νησί είναι, σκέφτηκα. Με χιλιάδες μόνιμους κατοίκους που έχουν παιδιά. Θα υπάρχει κάποιο ωδείο, οι μαθητές θα μαθαίνουν μουσική. Στον κεντρικό δρόμο ανακάλυψα το μαγαζί που έψαχνα. Ήταν ο τοπικός αντιπρόσωπος της YAMAHA. Μπήκα μέσα και ζήτησα να δω τις φθηνές κλασικές κιθάρες. Μου έδειξαν δυο-τρία μοντέλα και, χωρίς να χρειαστεί να καθυστερήσω ιδιαίτερα, αποφάσισα να αγοράσω την C40. Ακουγόταν αρκετά ικανοποιητικά -θα έλεγα πως για τα αυτιά μου ο ήχος της ήταν επαρκής. Εξάλλου, ήμουν σε διακοπές και δεν ήθελα να επενδύσω πολλά χρήματα αφού η κιθάρα θα ήταν εκτεθειμένη σε πολλές μετακινήσεις, στον ήλιο, στην άμμο και γενικά στην ευκολία και στην προχειρότητα των διακοπών -και μάλιστα σε νησί. Ένιωθα πως σιγά-σιγά, μέρα με τη μέρα, θα γινόταν αναπόσπαστο κομμάτι μου για το προσεχές μέλλον. Ότι είχε έλθει η ώρα να ξημεροβραδιάζομαι μαζί της και να την έχω πάντα στα χέρια μου. Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας λόγος να ξοδέψω πολλά χρήματα. Την ίδια μέρα απέκτησε και μια μικρή χαλκομανία με έναν συμπαθητικό καρχαρία που χοροπηδά. Δεν την πρόσεξα, δεν την προφύλαξα ποτέ ιδιαίτερα. Την άρπαζα απότομα και άρχιζα να παίζω το οτιδήποτε. Έτσι όπως ακριβώς μου ερχόταν η διάθεση κάθε φορά. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς σκέψη και φροντίδα. Και όταν αυτό που έβγαινε από μέσα μου στέρευε, κουραζόταν ή βαριόταν, την έβαζα στην άκρη της.

Οι χορδές γυρίστηκαν ανάποδα για να εξυπηρετούν την αριστερόχειρη καλλιτεχνική μου φύση και οι πρώτες νότες σηκώθηκαν στον αέρα. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα εξαιτίας του γυρίσματος των χορδών γιατί -όπως πολύ καλά γνωρίζουν οι κιθαρίστες- το πίσω κοκαλάκι στον καβαλάρη της κλασικής δεν αποκλίνει πολύ από την ορθή γωνία ως προς τις χορδές, όπως συμβαίνει στην ακουστική, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν μεγάλες απώλειες στην τονικότητα και στις αρμονικές όταν οι χορδές γυρίσουν ανάποδα. Αλλά αυτά είναι τεχνικά θέματα -που όμως είναι εξίσου σημαντικά γιατί αλλιώς δεν υπάρχει σωστός ήχος, δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Το θέμα είναι πως είχα πια φτάσει σε έναν ακόμη προορισμό στη ζωή μου, έτσι ένιωσα. Σε έναν ακόμη σταθμό όπου θα κατέβαινα για να ζήσω. Φρέσκος και καινούργιος ταξιδιώτης, γεμάτος φόρα, κέφι και όρεξη. Γεμάτος όνειρα για εξερευνήσεις και περιπλάνηση. Ήταν το κομμάτι που έλειπε και θα με συμπλήρωνε. Τα τελευταία χρόνια χώλαινα μουσικά. Χρόνο είχα, δεν μου είχε λείψει. Αλλά οι κιθάρες παρέμεναν ξεκούρδιστες και κλειδωμένες στις θήκες τους. Έδειχναν να έχουν σωπάσει. Σιγή στα σύρματα και σκληροί ελιγμοί στην ψυχή. Είχε έλθει η ώρα να μαλακώσουν όλα. Να αποκτήσουν μια πιο ανθρώπινη υπόσταση και να αφήσουν το ποτάμι της ζωής να τα παρασύρει. Η κλασική κιθάρα ήλθε και έμεινε στη ζωή μου για αρκετά χρόνια ως η αποκλειστική κιθάρα μου. Οι υπόλοιπες παροπλίστηκαν εντελώς. Ούτε που άντεχα να τις κοιτάξω. Τα μεσημέρια, στα διαλείμματα από την πολύωρη δουλειά, ο ύπνος με έβρισκε ανάσκελα, αγκαλιά με την κλασική. Είχα μεγάλη ανάγκη τον απαλό, τρυφερό της ήχο -ακόμη και την απλή αίσθησή της πάνω στο σώμα μου. Το μικρό της βάρος και το μικρότερο μέγεθος σε σύγκριση με τις "άλλες". Έμαθα να παίζω αλλιώς -διαφορετικά. Η ταστιέρα ήταν πια πολύ φαρδιά και εντελώς επίπεδη και τα δάχτυλα έπρεπε να βρίσκουν αυτόματα τις νέες θέσεις πάνω της. Στην αρχή ήταν δύσκολο. Συνηθισμένος σε πιο στενές ταστιέρες, τα δάχτυλα πατούσαν άλλα αντ' άλλων και έτριζαν όλα -χορδές, τάστα και ξύλα. Νευρίαζα, καθυστερούσα, τα παράταγα. Νομίζω όμως πως τελικά ο τρόπος μου βρήκε την έκφρασή του χωρίς φόβο και πάθος πια. Μαζί της μαλάκωσα κι εγώ και απεκδύθηκα πολλά βάρη και κελύφη του παρελθόντος. Αλλά ταυτόχρονα ήλθα πάλι σε επαφή με τη μουσική, μια επαφή και μια σχέση που είχα αρχίσει να χάνω. Είδα τη μουσική κι εμένα από άλλες πλευρές και διαπίστωσα πως η κλασική κιθάρα δεν ονομάστηκε τυχαία "κλασική".  

Ήδη άνοιγα νέους δρόμους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: