Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Into this House We 're Born*


Στην αρχή τα σκαλιά ήταν πολύ ψηλά και το πόδι μου δεν έφτανε να σηκωθεί για να ανέβει. Εξάλλου, ήταν τόσο αδύναμο ακόμη και ανίκανο να στερεωθεί στο έδαφος ώστε η ύπαρξη ενός στηρίγματος ήταν απολύτως απαραίτητη. Κρατιόμουν γερά από την κουπαστή -όπου υπήρχε, γιατί έβρισκα και κομμάτια σκάλας χωρίς στήριγμα, από όπου έχασκε ο γκρεμός βαθιά μέχρι την απύθμενη και αόρατη άβυσσο. Έβαζα δύναμη και με πείσμα τραβιόμουν πιο πάνω. Είχα συνειδητοποιήσει ότι αυτόν το δρόμο έπρεπε να ακολουθήσω -δεν έμαθα και δεν κατάλαβα ποτέ πραγματικά το γιατί. Το δέχτηκα έτσι απλά και χωρίς πολλές-πολλές απορίες στην αρχή. Αργότερα, μαζί με την πρώτη κούραση, θα έρχονταν και τα πρώτα ερωτήματα -στοιχειώδη στην αρχή-, που αργότερα θα βάθαιναν και θα ρίζωναν γερά.

Δεν ξέρω γιατί βρέθηκα εκεί. Όσες φορές κι αν ρώτησα τους άλλους διαβάτες που συνάντησα στο δρόμο κανένας δεν γνώριζε κάτι περισσότερο. Αυτό που ήξερα όμως ήταν πως από την πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησα πού βρισκόμουν ένιωσα πολύ δυσάρεστα και γεννήθηκε μέσα μου ένα αίσθημα -μια τάση- φυγής. Ήμουν όμως εγκλωβισμένος σε ένα χώρο αδιέξοδο. Και, επιπλέον, τυλιγμένος γερά με σφιχτά σχοινιά που δεν μου άφηναν περιθώρια να λυθώ. Σαν τον Προμηθέα. Ήθελα να ξεκολλήσω και από μια παράξενη κόκκινη λάσπη μέσα στην οποία βρίσκονταν παγιδευμένα τα πόδια μου από καιρό. Αυτή η προσπάθεια κράτησε αρκετά. Ευτυχώς εκεί μέσα έβρεχε συχνά και είχα τουλάχιστον νερό. Κάποτε τα κατάφερα και ξεκόλλησα, όχι όμως χωρίς απώλειες. Παραλίγο να τραυματισθώ θανάσιμα, αλλά τελικά χτύπησα άσχημα μόνο στο χέρι και κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός -ή κάθε φορά που θυμάμαι- πονάω αρκετά. 

Χειμώνας καιρός και χρώματα γκρίζα. Κρύο και ανεμοβρόχι που, όσο πέρναγαν οι μέρες, δυνάμωναν. Κάποια στιγμή -αργότερα- όλα γύρω καλύφθηκαν από ένα κάτασπρο μαλακό σύννεφο σαν τον αφρό, που ήλθε και κάθισε πάνω σε οτιδήποτε αντίκριζαν τα μάτια μου μέσα από παράθυρα και πόρτες. Εγώ, ενώ παλιότερα ήμουν ανεπηρέαστος και προστατευμένος από τέτοιες καταστάσεις, τώρα είχα βρεθεί εκτεθειμένος αλλά δεμένος -στην κυριολεξία φασκιωμένος. Αυτή τη φορά όχι όμως με σχοινιά αλλά με ένα σωρό περίεργες λωρίδες που με έσφιγγαν, κάποιες φορές μέχρι σκασμού είναι η αλήθεια. Στα πρώτα μου βήματα μερικές φορές μπουσουλούσα στα τέσσερα για να τα καταφέρω ή σερνόμουν με την κοιλιά στα μικρά, σχετικά ξεκούραστα, ευθεία τμήματα της ανάβασης. Όταν τελικά κατάφερνα να ανέβω στο επόμενο σκαλί, έπαιρνα ανάσα βαθιά και ξεκουραζόμουν. Ήμουν ιδρωμένος και ξεφυσούσα από την προσπάθεια, ενώ τα μακριά και σγουρά μαλλιά μου κόλλαγαν στο μέτωπο και έπεφταν πάνω στα μάτια μου. Τα τραβούσα πίσω με μια κίνηση του αριστερού χεριού για να δω τον καινούργιο κόσμο που ανοιγόταν γύρω μου. 

Είχε πλέον ήλιο και πολλή ζέστη. Ο κόσμος είχε περάσει στην άνοιξη και στο καλοκαίρι. Άπνοια και η ανάσα γινόταν βαριά και γρήγορη και με δυσκόλευε κάπως να συνεχίσω. Ίδρωνα και γύρω μου ήταν όλα καινούργια. Δεν είχα ιδέα τι μου συνέβαινε. Τα προσλάμβανα όλα ως πρωτόγνωρες εμπειρίες, χωρίς να έχω να τους αποδώσω κάποιο χαρακτηρισμό ή ονομασία. Δεν γνώριζα ορισμούς, τίτλους και ονόματα. Ό,τι επαναλαμβανόταν, το αναγνώριζα ως πρότερο συμβάν. Από τον συγχρωτισμό μου με τους συνοδοιπόρους που συναντούσα αραιά και πού αντιστοίχιζα αντικείμενα και καταστάσεις με λέξεις. Απλώς διαπίστωνα. Ότι, για παράδειγμα, αυτά τα τέσσερα παράξενα και μακριά πράγματα στα οποία καταλήγω μου δίνουν τη δυνατότητα να βαδίζω και να προχωρώ στο χώρο, να αγγίζω αυτά που βλέπω γύρω μου και να τα οικειοποιούμαι. Παράξενα πράγματα σε σχέση με την αιχμαλωσία και την ακινησία που είχα βιώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μέχρι τότε είχα πλήρη άγνοια των φυσικών ορίων μου, του χώρου, του χρόνου, της σχετικής θέσης των πραγμάτων και των υπάρξεων. Ακόμη και τα βήματά μου, ακόμη και το άπλωμα του χεριού μου, με εξέπλητταν. Ήταν εντελώς πρωτόγνωρες εμπειρίες και αισθήσεις. Έβλεπα τον βραχίονα να εκτείνεται, την παλάμη να ανοίγει και τα δάχτυλα να ξεδιπλώνονται και ένιωθα μεγάλη έκπληξη με αυτό το παιχνίδι. Όλα σαν παιχνίδι τα αντιμετωπίζεις στην αρχή. Είναι, βλέπεις, αυτή η άγραφη μνήμη με την οποία έρχεσαι και -μετά από επτά δευτερόλεπτα- αυτή ενεργοποιείται και εσύ αποκτάς υπόσταση. Μαθαίνεις έτσι τα άκρα σου, τα όριά σου. Ξέρεις και θυμάσαι καλά -σου αποτυπώνεται μια για πάντα- ότι μέχρι εκεί μπορείς να φτάσεις αν απλώσεις το χέρι σου. Αν θες να πας παραπέρα, θα μάθεις αργότερα να επιστρατεύεις άλλους μηχανισμούς και άλλες διαδικασίες. Αρκεί να έχεις καταφέρει πρώτα να δεις τον προορισμό με όλα τα μάτια που διαθέτεις.

Τον κίνδυνο τον είχα γνωρίσει από νωρίς. Από τη στιγμή της ιδιαίτερα βίαιης αποκόλλησης και πτώσης μου στον κόσμο. Η αλήθεια είναι πως εκείνες τις στιγμές είχα σκεφτεί να μην συνεχίσω. Να σταματήσω, να γυρίσω πίσω και να χαθώ πάλι. Ένας περίεργος όμως φυσικός νόμος, σε συνεργασία με μια ξαφνική βία που ένιωσα να μου ασκείται απ' έξω και να με τραβάει με εξολκείς, δεν μου το επέτρεψαν και έπεσα στο κενό, εισπράττοντας το γνωστό κάταγμα στο χέρι. Έτσι έμαθα να μην φοβάμαι τις φυσικές και υλικές απώλειες. Θα ήταν πλέον συνυφασμένες με το κάθε μου βήμα. Συνήθισα από την πρώτη στιγμή να περπατώ χέρι-χέρι με την "ανυπαρξία" -αυτό που αργότερα έμαθα πως εδώ αποκαλούν θάνατο. Τον έβρισκα πάντα κάτω απ' το μαξιλάρι μου και κοιμόμασταν παρέα. Αργότερα γίναμε φίλοι.

Πριν προλάβει να συννεφιάσει πάλι, είχα πιαστεί ξανά από την κουπαστή και τραβούσα για ψηλότερα. Τώρα πια μπορούσα να στηρίζομαι καλά στα πόδια μου και να περπατάω. Ήμουν όρθιος. Είχα μάθει να μετράω το χρόνο και να προσδιορίζομαι στο χώρο. Κάποια στιγμή πέρασε πάνω από το κεφάλι μου ένα χελιδόνι που τραγουδούσε. Μου άρεσε η αίσθηση που μου γέννησε. Αυτό που έβγαινε απ' το στόμα του είχε μια αρμονία που κατάφερνε και εισχωρούσε εύκολα και αβίαστα μέσα μου. Ένιωθα να χαρίζει μεγάλη διαύγεια και ισορροπία σε κάθε σημείο του σώματός μου. Ένιωθα να βλέπω καλύτερα και βαθύτερα. Έπιασα κι εγώ να σφυρίζω έναν αυτοσχέδιο σκοπό κι έτσι άρχισα να συνειδητοποιώ πως μπορούσα να έχω συντροφιά στην ανάβαση. Από τότε δεν σταμάτησα ποτέ. Έγινε ένα με εμένα, έγινα ένα μαζί του. Δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν Αυτό, μέχρι πολύ-πολύ αργότερα, όταν βρέθηκα σε χώρους εκπαίδευσης του ανθρώπινου νου και "σπούδασα" -όπως λένε οι άνθρωποι. Εκεί, μέσα από την περίφημη Ανάλυση Fourier, αλλά και χάρη σε κάποιον κύριο Πυθαγόρα, που έζησε λένε στα πολύ παλιά τα χρόνια, καθώς και σε ένα ιδιαίτερα γοητευτικό κεφάλαιο των Μαθηματικών -τη Θεωρία των Αριθμών- κατάλαβα. Κατάλαβα πολλά από όσα συνέβαιναν και συμβαίνουν γύρω μου και μέσα μου. Κατάλαβα γιατί μπορώ να ακούω εμμονικά τον ίδιο σκοπό δεκάδες και δεκάδες φορές στη σειρά. Είναι γιατί -όπως συνειδητοποίησα αρκετά μεγάλος πια- η μουσική ήλθε και έγινε κάτι σαν την ανάσα μου. Όπως ανασαίνουμε συνέχεια, δισεκατομμύρια φορές στη διάρκεια της ζωής μας, με τον ίδιο κι απαράλλαχτο μηχανισμό, με μια εισπνοή και μια εκπνοή σε κάθε τέλειο κύκλο αναπνοής, έτσι ακριβώς μπορούσα να ακούω επανειλημμένα το ίδιο μοτίβο αναρίθμητες φορές. Κάποιες φορές η ανάσα γίνεται κοντή και γρήγορη, ενώ άλλες ηρεμεί και χαλαρώνει. Έτσι και η μουσική. Έτσι και τα διαστήματα του μονόχορδου του Πυθαγόρα. Έτσι και τα μέτρα της. Έτσι και τα στάσιμα κύματα. Έτσι και ο μαθηματικός λόγος που συνδέει τη μονάδα με όλους τους ακέραιους αριθμούς.

Δίψαγα πια. Πολλές οι ώρες κάτω απ' τον ήλιο και το δέρμα ξεράθηκε, το στόμα στέγνωσε. Βρέθηκα μπροστά σε ένα μεγάλο πλατύσκαλο και αντίκρισα μια πηγή με καθαρό και κρύο νερό. Φυτεμένη στο βράχο, ήταν πνιγμένη μέσα σε φυλλωσιές και πολύχρωμα μικρά λουλουδάκια του βουνού. Όλα τα χρώματα σε ένα μαγευτικό συνδυασμό. Και να ήθελες, δεν μπορούσες να αντισταθείς. Το νερό ήταν βάλσαμο. Ένιωσα να ξαναγεννιέμαι. Δεν το πολυσκέφτηκα. Έβγαλα τα μουσκεμένα απ' τον ιδρώτα ρούχα μου και άρχισα να πλένομαι με το νερό της πηγής. Έπλυνα και τη σκονισμένη φορεσιά μου και την άπλωσα στον ήλιο να στεγνώσει. Τα χρώματά της έλαμψαν ξανά απ' την αρχή σαν καινούργια. Ήταν πια πεντακάθαρα. Πήρα μαζί μου νερό για το δρόμο. Δεν είχα σκοπό να ξαναδιψάσω.

Μερικές φορές νόμιζα πως έβλεπα κι άλλους να ανεβαίνουν μπροστά μου. Ή άκουγα φωνές εμπρός και πίσω μου. Στεκόμουν να αφουγκραστώ και διέκρινα διακαμούς και ψίθυρους να με συνοδεύουν. Ποτέ όμως σάρκινους ανθρώπους, με χέρια, πόδια και σώματα. Ταξίδευαν σαν θροΐσματα δίπλα στ' αυτιά μου, αφήνοντας στον αέρα μικρές συλλαβές και απαλά φωνήεντα. Εκείνες τις στιγμές ξεχνούσα τα πάντα. Σα να έχανα το δρόμο μου -γεγονός παράλογο θα μπορούσε να πει κανείς αφού ο δρόμος ήταν ένας και μοναδικός. Ήταν εκείνες οι στιγμές που οι φθόγγοι εκείνων και οι φθόγγοι οι δικοί μου έμπλεκαν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μικρές ή μεγαλύτερες γεροδεμένες λέξεις -την Γλώσσα. Που μας έφερνε πιο κοντά και μας έδενε με κάποιες αόρατες κλωστές για ένα διάστημα. Αργότερα αυτές οι κλωστές έλιωναν από τις βροχές και την ένταση του αέρα και οι δεσμοί χάνονταν. Και έπιανες άλλο φωνήεν, άλλο φθόγγο στον αέρα. Πέρναγες δίπλα σε άλλες σκιές και νέες αράχνες χάιδευαν το πρόσωπο και τα μάτια σου. Έχτιζες ξανά από την αρχή.

Κάποια βράδια έβλεπα μπροστά μου φωτιές και καπνούς. Μύριζα καμένη γη. Η αναπνοή μου δυσκολευόταν. Έβηχα και ένιωθα να πνίγομαι. Καθώς πλησίαζα, η λάμψη γινόταν ολοένα και εντονότερη, η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Είχα όμως πάντα μαζί μου το νερό της πηγής και, ρίχνοντας λίγες στάλες σε κάθε επόμενο βήμα μου, κατάφερνα και κρατούσα το δρόμο μου καθαρό και άκαυτο. Οι καπνοί κάπως διαλύονταν, ενώ όταν τα πράγματα δυσκόλευαν πραγματικά, έβρεχα το μαντήλι μου με το ίδιο νερό και το έδενα μπροστά στο στόμα μου για να ανασαίνω μέσα από το ύφασμα. Και προχωρούσα με σχετική ασφάλεια. Γύρω μου καίγονταν τα πάντα, ένα παρανάλωμα ζωής και ύπαρξης, ορατής και αόρατης. Εγώ προχωρούσα ακολουθώντας τη μικρή άκαυτη ατραπό που άνοιγα μπροστά μου με τις λιγοστές σταγόνες νερού που φύλαγα πάντα βαθιά στο παγούρι μου.

Ήλθαν στιγμές που ένιωσα τόση κούραση ώστε ξάπλωσα όπου βρέθηκα, χωρίς να με νοιάζει αν ήταν χορτάρι, χώμα ή πέτρα. Σε πλατώματα, δίπλα σε πλατύσκαλα που ανοίγονταν κάποιες φορές δεξιά κι αριστερά της ανόδου, σε μικρά ξέφωτα ή ακόμη και επάνω σε δέντρα. Σκεπάστηκα με ό,τι βρήκα πρόχειρο. Με φύλλα, με χώμα, με σύννεφα. Κάποια φορά δεν έβρισκα τίποτε άλλο για να σκεπαστώ παρά μόνο πέτρες. Και σώριαζα πέτρες γύρω και επάνω μου για να προφυλαχθώ -όσο ήταν δυνατό- από το κρύο. Ήταν αφόρητα βαρύ εκείνο το πάπλωμα. Και σκληρό. Δεν με άφηνε να κουνήσω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι. Αλλά τη νύχτα γινόταν μια υπέροχη ασπίδα προστασίας ενάντια στα άγρια θηρία που τριγυρνούσαν στην περιοχή. Κάθε φορά που αποτολμούσαν να μου επιτεθούν, τα δόντια τους συντρίβονταν και θρυμματίζονταν από τις πέτρες, με αποτέλεσμα να φεύγουν έντρομα με ματωμένα στόματα, μέσα σε φριχτούς πόνους. 

Σε κάθε πλάτωμα έβρισκα διαφορετική εποχή. Είχαν ανακατευτεί μεταξύ τους τόσο πολύ ώστε είχαν κυριολεκτικά καταργήσει τη διαδοχή τους. Δεξιά ήταν η άνοιξη και αριστερά ο χειμώνας. Το καλοκαίρι κρεμόταν από κάποιο σύννεφο και τραμπαλιζόταν μέσα σε ξέφρενη χαρά και ανεμελιά, ενώ το φθινόπωρο φρόντιζε να αφήνει στο δρόμο μου φύλλα ξερά για να μη χάνω το θάρρος μου και λίγη δροσιά για να μαζεύω τις σταγόνες της και να γεμίζω το παγούρι. Ο Δρόμος δεν είχε εποχή. Εγώ διάλεγα την εποχή κάθε φορά. Έμπαινα μέσα της και την ζούσα. Εκείνη ήταν πάντα εκεί και περίμενε. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω πως ποτέ δεν έζησα δυο ίδια καλοκαίρια ή δυο ίδια φθινόπωρα. Όλα διέφεραν μεταξύ τους σε κάτι. Από το ελάχιστο μέχρι το μέγιστο. Ο Δρόμος όμως ήταν ένας -ίδιος και απαράλλαχτος. Με βροχή και χιόνι, με ήλιο κι αέρα. Ταυτόχρονα. Στο φως και στο σκοτάδι. Το πρωί και το βράδυ. Σαν αλήθεια και σαν ψέμα. Την ίδια στιγμή.

"Άλλες γεωγραφίες αυτές".

*   Από το Riders on the Storm του Jim Morrison και των Doors.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: - Ο σκελετός του κειμένου γράφτηκε στις 29 Αυγούστου 2014. Στη συνέχεια έγραφα και έσβηνα για δυόμισι μήνες συνέχεια. Κρατήθηκε η αρχική ημερομηνία της "σύλληψης".

- Στη δεύτερη φωτογραφία ένας βράχος που έβλεπα συνεχώς στον ύπνο μου για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Τον αντίκρισα στην πραγματικότητα τον χειμώνα του 1994-95 στο δρόμο για το Σίγρι, στην Λέσβο. Η εμπειρία ήταν συγκλονιστική.

Δεν υπάρχουν σχόλια: