Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Ακόμα νύχτα

- Δώσε μου ένα φως.
- Δεν έχω.
- Άναψε ένα σπίρτο, κάνε τσιγάρο,
  κάνε κάτι, δεν βλέπω.
- Δεν νομίζω ότι πρέπει. Θα μας 
  δούνε, θα μυρίσουν τον καπνό.
- Έχεις δίκιο. Τι θα κάνουμε;
- Θα συνεχίσουμε έτσι. Στα τυφλά.
- Είναι πολύ σκοτεινά. Δεν βλέπω.
- Ούτε εγώ. Θα συνηθίσουμε. Μετά 
  θα είναι πιο εύκολο.
- Καλά. Προχωράω.

Συνέχισε να προχωράει αργά, αρχικά ψηλαφώντας με τις άκρες των ποδιών το κάθε επόμενο βήμα του. Πατούσε απαλά, ερευνούσε την επιφάνεια του εδάφους και -όταν σιγουρευόταν για τη σταθερότητά του- επέτρεπε σε ολόκληρο το πέλμα και ύστερα στο σώμα του να αφεθούν με όλο τους το βάρος πάνω στη νέα γη. Η πορεία ήταν λίγο ανηφορική, γεμάτη χοντρά χαλίκια, που κάποιες στιγμές γίνονταν πολύ μυτερά. Τρύπαγαν τις σόλες και τα πόδια πονούσαν. Δεν μπορούσαν όμως να αφήσουν ούτε την παραμικρή κραυγή πόνου να ξεφύγει απ' το στόμα τους γιατί θα προδίδονταν. Έτσι, κατάπιναν τη φωνή τους μαζί με τον πόνο.

Δεν υπήρχε κανείς άλλος στην κατεύθυνση που ακολουθούσαν. Άκουγαν όμως μέσα στο σκοτάδι φωνές και ψίθυρους που περνούσαν δίπλα ή αρκετά κοντά τους. Ήταν οι "νέοι", που έπεφταν ανυποψίαστοι στο τεράστιο χάσμα της γης, παίρνοντας μαζί τους για συντροφιά μόνο την κραυγή τους. Μετά από χιλιάδες χρόνια ανέμελης και ανέφελης πορείας, βρέθηκαν ξαφνικά -πόσο ξαφνικά όμως; ήταν ένα ερώτημα που απασχόλησε πολλές φορές τους δυο οδοιπόρους- στο κενό του κόσμου και της ύπαρξης. Είναι η στιγμή της τελικής αναμέτρησης με την τίγρη -όταν την κοιτάς μέσα στα μάτια από κοντά και βλέπεις τις κατακόκκινες, ματωμένες κόρες της να λάμπουν και να υγραίνονται πεινασμένες. Αμήχανος να αντιδράσεις και χωρίς καθόλου χρόνο πια, δεν προλαβαίνεις. Η ανάσα γίνεται μια λεπτή διάφανη κλωστή που ψάχνει μάταια το μάτι της βελόνας.

- Τους ακούς;
- Τους ακούω.
- Θυμάσαι;
- Εσύ τι λες; Ξεχνιούνται αυτά; Χαράχτηκαν σημάδια στο σώμα και στην
  ψυχή μου.
- Ούτε εγώ πρόκειται να ξεχάσω. Αλλά δεν ξέρω αν θέλω να μιλάω πια γι'
  αυτό. Θέλω να ξεχάσω. Δεν θέλω να θυμάμαι. Δεν έχει νόημα η μνήμη 
  σε αυτές τις περιπτώσεις.
- Το ξέρω. Αλλά τα σημάδια πάνω μας θα μας το θυμίζουν πάντα. Ποιος
  χειμώνας θα περάσει και δεν θα πονάει το σπασμένο πόδι, το ρημαγμένο
  από τα ξερόχορτα στομάχι και τα μάτια που έμαθαν να τρέμουν τον ήλιο;
- Κανένας. Αλλά θα 'ρχεται το καλοκαίρι και θα ζεσταίνει τα πονεμένα μας
  κόκκαλα. Και θα θυμηθούμε πάλι τον ήλιο.
- Κράτα τα κουράγια σου. Και μην ξεχνιέσαι και μιλάς δυνατά.
- Θυμάμαι ότι το περίμενα χρόνια να συμβεί αλλά δεν μπορούσα να
  προβλέψω πόσο βαθιά θα φτάναμε.
- Σημασία έχει ότι το περιμέναμε, ότι ξέραμε πως θα γίνει.
- Ε, ναι. Και τι κερδίσαμε;
- Μην το ξαναπείς. Ξέρεις καλά τι κερδίσαμε.
- Ξέρω.  

Προχωρούσαν οι δυο τους ανεβαίνοντας εδώ και ώρες στην υγρή, σκοτεινή σπηλιά. Μέσα σε μια μόνο στιγμή είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν την προστατευμένη γωνιά τους στα βάθη της γης και να αρχίσουν να ανηφορίζουν. Δεν είχε χρειαστεί να συζητήσουν ούτε να προετοιμάσουν τίποτα. Είχαν συνεννοηθεί με μια μόνο ματιά που αντάλλαξαν. Γέμισαν μόνο ένα ξεχασμένο παγούρι με νερό από μια γούρνα στην πέτρα και την επόμενη στιγμή άρχισαν να γλιστράνε σιγά-σιγά κι αθόρυβα προς τη μεριά που το έδαφος ανηφόριζε. Δεν μπορεί -προς τα εκεί θα ήταν η έξοδος. Κανείς από τους υπόλοιπους ένοικους της σπηλιάς δεν κατάλαβε τίποτα. Ήταν βυθισμένοι σε έναν αιώνιο λήθαργο, νανουρισμένοι και ζαλισμένοι -σχεδόν μαστουρωμένοι- από το σφύριγμα κάποιου περίεργου αέρα που τρύπωνε, ποιος ξέρει από πού, μέχρις εκείνα τα απρόσιτα βάθη. Περιφέρονταν σαν σκιές κρεμασμένες στην άβυσσο. Σαν χάρτινες μορφές ενός άυλου θιάσου, με μάτια άδεια και κούφια. Επιπλέον, οι ανάσες τους είχαν γίνει τόσο βαριές που ο αέρας είχε φτάσει να γίνει πηχτός και ανυπόφορος. Σε υπνώτιζε και δεν σε άφηνε να σκεφτείς καθαρά. Είχαν αρχίσει να ξεχνάνε ακόμη και τα ονόματά τους. Τα ποντίκια που κυκλοφορούσαν σαν σφαίρες ανάμεσα στα πόδια τους είχαν περισσότερη ζωή από εκείνους. Τουλάχιστον εκείνα κινούνταν και μάλιστα στο φυσικό τους περιβάλλον, ροκανίζοντας το σκοτάδι, τα ρούχα και τα παπούτσια των μουδιασμένων υπάρξεων.

Είχαν καταλάβει πολύ καλά πως αν δεν έφευγαν εκείνη τη στιγμή, τα ποντίκια θα άρχιζαν να μασάνε επικίνδυνα με τα μυτερά τους δόντια τις σάρκες τους. Είχε δει ο ένας στο μάτι του άλλου τη σπίθα που άστραψε μες στο σκοτάδι. Την τελευταία ίσως έκλαμψη μιας ζωής που αργόσβηνε καταπλακωμένη από αιώνες αρρωστημένου αέρα και πικρών αναμνήσεων.

Το πόδι τρέκλισε για μια στιγμή και αιωρήθηκε στο σκοτάδι. Τρόμαξε και φοβήθηκε. Ο άλλος όμως, που βρισκόταν ακριβώς πίσω του, τον ένιωσε μες στο σκοτάδι και άνοιξε τα χέρια του για να τον κρατήσει. Έπεσε απαλά στην αγκαλιά του με μια αίσθηση ανακούφισης. Έμειναν έτσι, ακίνητοι, για μερικά δευτερόλεπτα, μέχρι να επανέλθουν οι ανάσες τους σε κανονικούς ρυθμούς. Αφού σιγουρεύτηκαν ο ένας για τον άλλον, ξαναστήθηκαν στα πόδια τους, έτοιμοι να συνεχίσουν.

Οι πέτρες είχαν αρχίσει να γίνονται πιο μικρές και λείες -σημάδι πως ο δρόμος που είχαν πάρει ήταν ο σωστός. Λογικά οι μεγάλες πέτρες πρέπει να είχαν κατρακυλήσει πρώτες στο άνοιγμα της γης και παρέμεναν άγριες και ακατέργαστες αφού ούτε το νερό της βροχής ούτε ο πολύς αέρας, που θα τις λείαινε καθώς θα περνούσε από πάνω κι ανάμεσά τους, μπορούσαν να φτάσουν μέχρι τα βάθη εκείνα. Ήταν ολοφάνερο πως εδώ που βρίσκονταν δέχονταν την ευεργετική επίδραση του νερού, που τις σμίλευε και τις στρογγύλευε. Γι' αυτό εξάλλου τα πόδια τους γλιστρούσαν συνεχώς μαζί με τις πέτρες και ένιωθαν να τους τραβά ο κατήφορος πίσω. Τα τρόχαλα ήταν συνεχή και επικίνδυνα. Τα πόδια σκίζονταν και μάτωναν, ενώ ανάμεσα στις πέτρες υπήρχε πια αρκετό ψιλό χαλίκι μαζί με χώμα εύθρυπτο και το έδαφος ήταν αρκετά ασταθές. Έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικοί γιατί με την παραμικρή λάθος κίνηση του ποδιού θα έχαναν την ισορροπία τους και το χάος παραμόνευε γύρω τους.

Από τη μια γέμιζαν κουράγιο να συνεχίσουν και ελπίδα πως βαδίζουν στη σωστή κατεύθυνση, αλλά, από την άλλη, αυτή η επίπονη και οδυνηρή προσπάθεια τους κούραζε τρομερά. Η ταχύτητά τους είχε μειωθεί στο μισό για να μπορούν τα βήματά τους να παραμένουν σταθερά και σίγουρα.

Γύρισε και τον κοίταξε. Το πρόσωπό του πρέπει να ήταν κάθιδρο γιατί ένιωθε τη ζέστη από τον ιδρώτα που άχνιζε. Έτσι ήταν και το δικό του. Ήταν και σφιγμένο πολύ. Το δέρμα του πλημμυρισμένο από την αγωνία και την προσπάθεια αλλά και από τη διαρκή ψυχική ταλάντευση που ένιωθε από τη στιγμή που ξεκίνησαν. Σε κάθε του βήμα η ελπίδα εναλλασσόταν με την αμφιβολία και την απογοήτευση. Ίδρωνε όχι μόνο από την κούραση αλλά κυρίως από την αγωνία. Φόβο δεν είχε πια. Δεν τον ένοιαζε αν τους ανακάλυπταν ή αν -σε κάποια ανύποπτη στιγμή- βούταγαν σε κάποιο αόρατο άνοιγμα της γης και χάνονταν στα βάθη του γκρεμού και του ερέβους. Από τη στιγμή που είχαν συναποφασίσει μυστικά και σίγουρα να ξεκινήσουν, λες και η συνείδησή τους είχε ξυπνήσει και, βήμα με βήμα, αφυπνιζόταν ολοένα και περισσότερο. Ήταν σκοτάδι αλλά το μάτι καθάριζε και άνοιγε. Μάθαινε να αντιλαμβάνεται και να βλέπει ακόμη και μέσα στην Αιώνια Νύχτα. Γι' αυτό δεν φοβόντουσαν πια. Επειδή ήταν πλέον απόλυτα σίγουροι για τη φυγή τους -και, φυσικά, αποφασισμένοι. Ήξεραν πολύ καλά πως αν είχαν μείνει πίσω, δεν θα είχαν αύριο.

Σάλιωσε λίγο τα χείλη του για να ξεγελαστεί από μια αίσθηση υγρασίας στο σώμα του, αφού το νερό που είχαν καταφέρει να πάρουν κρυφά μαζί τους ήταν ελάχιστο και είχαν συμφωνήσει να το χρησιμοποιήσουν μόνο σε περίπτωση λιποθυμίας του ενός ή του άλλου. Δηλαδή σε οριακή στιγμή. Μόνο μαζί θα έβγαιναν από εκεί μέσα, χέρι-χέρι.

Σαν να συνήλθε κάπως. Η μυρωδιά των βρεγμένων χειλιών ανέβηκε ως τη μύτη του και του θύμισε ότι το αίμα του συνέχιζε να κυκλοφορεί ζωντανό και γρήγορο στις φλέβες του. Μύριζε τη ζωή του ξανά. Πήρε βαθιά ανάσα, έστρεψε το κεφάλι λίγο στο πλάι για να ακούσει τα βήματα του συντρόφου του και να σιγουρευτεί, και συνέχισε.

Ο αέρας είχε αρχίσει να γίνεται ξηρός και ψυχρός. Το πιθανότερο ήταν πως δεν θα αργούσαν να δούνε τις πρώτες σκιές να σχηματίζονται στα τοιχώματα της σπηλιάς -σημάδι πως το φως και η έξοδος ήταν πλέον κοντά.