Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Το Εγώ στο Διαδίκτυο

 Αφιερωμένο στον Μ.Χ., παντοτινό δάσκαλο ευαισθησίας και ασυμβίβαστα κριτικής ματιάς


Είναι συνέπεια της εποχής μας. Της ευρύτατης εφαρμογής της παγκοσμιοποίησης και της πληροφορικής, που τείνει να καταστεί απόλυτη. Φυσικό και επόμενο για την αρχική περίοδο μιας τόσο μεγάλης και βαθιάς τομής και αλλαγής στην ιστορία του κόσμου και του ανθρώπου. Που συμπαρασύρει κάθε εκδήλωσή του, με προεξάρχουσες τις ανθρώπινες σχέσεις. Πρόκειται για τον συθέμελο κλονισμό του Εγώ. Την τραγική αναδιάταξη των προτεραιοτήτων του και των αρχών, αξιών και αξιωμάτων του. Της έκφρασής του και της εκδήλωσης και αποκάλυψης των ευάλωτων πλευρών του -και τελικά της διατάραξης της ισορροπίας του, που καταλήγει σε μια κυριολεκτικά ανεξέλεγκτη ισοπέδωση ή θηριοποίησή του. 

Το Εγώ στο Διαδίκτυο εμφανίζεται σε διάφορες μορφές: βιβλία, λόγοι, απόψεις, αφορισμοί και εξυμνήσεις, μπλογκ, άρθρα, ποιήματα, κείμενα, διαφημίσεις, φωτογραφίες, τραγούδια. Προσπαθεί να υπάρξει, να αποκτήσει μια θέση και -κάποιες φορές- να επιβληθεί, ενδεδυμένο άλλοτε με την συνειδητή αποστασιοποίηση από τη συμμετοχή και τα κοινά ("έχω αποφασίσει να μην κάνω ούτε like") και άλλοτε με την χειμαρρώδη και ισοπεδωτική παρουσία του, μέσα στη χάβρα της υπερπληθώρας των υπόλοιπων Εγώ, εκεί όπου χάνεται και χάνει την μοναδικότητα και την ιδιωτικότητά του. 

Ποια είναι τα όρια ενός "υγιούς" Εγώ στα πλαίσια πάντα του Διαδικτύου; Το ερώτημα είναι συνυφασμένο με την πορεία του κόσμου. Στο Διαδίκτυο ακολουθεί μια ανάλογη πορεία. Το Εγώ πορεύεται παράλληλα με την ιστορία μας και αλληλεπιδρά με αυτή. Οι άνθρωποι ανακαλύπτουμε διαρκώς τις ίδιες παλιές αλήθειες, ενδεδυμένες με το νέο περίβλημα της κάθε νέας εποχής. Η κάθε γενιά χρειάζεται, αναζητά και ανακαλύπτει -ή δημιουργεί και επιβάλλει- τους ταγούς, τους μύστες αλλά και τους αποδιοπομπαίους τράγους της. Τους εμπνευστές, τους φιλοσόφους, τους ηγέτες και τους καλλιτέχνες της. Τα μέσα και τους τρόπους έκφρασης και επικοινωνίας της. Και έπειτα, το μόνο που έχει να κάνει είναι να σηκώσει όλα αυτά που βρήκε στο χώμα, αφημένα από τις προηγούμενες γενιές, και να τα προσαρμόσει στα δικά της χωροχρονικά δεδομένα έτσι ώστε να προχωρήσει παρακάτω. Στη διάρκεια αυτής της προαιώνιας πορείας το Εγώ είναι οδηγός, σύμβουλος, φίλος και εχθρός, κρυφός και φανερός συνοδοιπόρος του ανθρώπου. 

Όπως παντού στη ζωή, έτσι κι εδώ, παρατηρείται υπερχείλιση. Όπως συμβαίνει σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, έτσι κι εδώ, μπορούν να γίνουν πολλές καταχρήσεις. Από την απλή, ανώδυνη και ανεπαίσθητη, μέχρι την καταστροφική... Καθημερινά είναι τα παραδείγματα αυτοκτονιών στις οποίες οι αυτόχειρες εξωθήθηκαν μέσω του Διαδικτύου, οδηγιών αυτοκτονίας, εκμετάλλευσης παιδιών αλλά και ενηλίκων, διαφόρων μορφών εξαπάτησης, κ.λπ.

Έρχονται στιγμές που το Εγώ συντρίβεται και συνθλίβεται μέσα σε αυτήν την εικονική, φαινομενική πραγματικότητα που δημιουργείται σιγά-σιγά. Πρόκειται για έναν κόσμο που δεν υπάρχει, όσο κι αν οι υπερασπιστές του διατείνονται το αντίθετο. Εδώ ο προβληματισμός μας αρχίζει να αγγίζει τους Kant, Heidegger και Schopenhauer, αλλά καλύτερα ας μην επεκταθούμε στα διαχρονικά ερωτήματα του ορισμού της πραγματικότητας και των φαινομένων, της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Αυτά τα ερωτήματα άπτονται εκτενών φιλοσοφικών προσεγγίσεων και δεν είναι αυτός ο σκοπός του παρόντος κειμένου. Οι πρωτότυπες προσεγγίσεις των ανωτέρω φιλοσόφων είναι αρκετά διαφωτιστικές. Το Διαδίκτυο είναι ένα μέσο και όχι ένα υποκατάστατο της αισθητά αντιληπτής πραγματικότητας. Ο άνθρωπος είναι φυσικό ον, δεν είναι εικόνα, ούτε πληροφορία. Και -πάνω απ' όλα- δεν είναι φαντασία που μετατρέπεται σε φαντασίωση. Στο Διαδίκτυο υπάρχει διάδραση μεταξύ των ανθρώπων. Δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού γεγονότος.


Το Εγώ περιφέρεται, παρασύρεται και παραδέρνει -μέχρι που φτάνει κάποιες φορές να διασύρεται (εκείνο που ο Μάνος Χατζιδάκις σοφά χαρακτήριζε ως "ατροφικό Εγώ" και όχι Εγώ με γνώση του μέτρου). Τότε που, χάνοντας το "μέτρον άριστον", ξεχύνεται πληγωμένο, τραυματισμένο -και τελικά βαθιά πονεμένο- στις αγορές και στις πλατείες του κόσμου, μπροστά σε καθρέφτες και κάμερες, σε σαλόνια και κρεβατοκάμαρες, παρασύροντας στο πέρασμά του ό,τι βρει από τα υπολείμματα μιας ψυχής εξοντωμένης.

Το Διαδίκτυο είναι αποκαλυπτικότατο. Βλέπεις τους ανθρώπους να έχουν τεράστια ανάγκη να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Τι έκαναν, πού πήγαν, πού ταξίδεψαν, πού τραγούδησαν, τι σκέφτηκαν και γιατί. Πλημμυρίζουν οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης από φωτογραφίες με τον κεντρικό πρωταγωνιστή-σταρ να χαριεντίζεται και να ναρκισσεύεται. Είναι η άλλη όψη της υπερπληροφόρησης, αυτού που οι θερμοί συνήγοροι του Διαδικτύου αποκαλούν πλουραλισμό στην πληροφορία.

Σημάδια των καιρών. Έχει καταβυθιστεί τόσο πολύ η μονάδα ώστε από εκεί κάτω, από τα σκοτεινά βάθη μέσα στα οποία προσπαθεί να ψηλαφίσει το δρόμο της, βρυχάται βγάζοντας άναρθρες κραυγές απελπισίας. "Υπάρχω κι εγώ!", φωνάζει και εκσφενδονίζει πυροτεχνήματα προς την επιφάνεια.

Ωραίο και πανέξυπνο το κόλπο του συστήματος. Φτιάξε έναν τεράστιο ζωολογικό κήπο, μια "φάρμα", και άφησέ τους να γυρνάνε εκεί μέσα ελεύθεροι. Κάνε τη φάρμα όσο μπορείς μεγαλύτερη και άφησε να κυκλοφορούν εκεί μέσα όσο περισσότεροι άνθρωποι μπορείς. Και δώσε τους ισότιμο βήμα. Δώσε τους μια ψευδαίσθηση ελευθερίας και δημοκρατίας. Εκτονώνονται με αυτόν τον αιώνιο προαυλισμό. Χειροκροτούνται μεταξύ τους και κατευνάζουν τους ανήσυχους ύπνους και τις αξημέρωτες νύχτες τους. Αναστενάρηδες της ζωής. Στο μεταξύ, οι άλλοι, όσοι επέλεξαν να μην προαυλισθούν, επικοινωνούν μεταξύ τους κάνοντας σινιάλα με καθρεφτάκια πίσω από τα κάγκελα των κελιών τους -εκεί ψηλά, πάνω από το αχανές προαύλιο.

Στις παλιές καλές εφημερίδες υπήρχε ο αρχισυντάκτης, που έκοβε από την ύλη οτιδήποτε θεωρούσε ελλιπές, απρεπές, προσβλητικό, αναληθές ή υπερβολικό -σε αντίθεση με τις σημερινές εφημερίδες, όπου κόβεται καθετί πολιτικά ασύμφορο. Μάλλον θα ήταν καλό να γίνουμε οι αρχισυντάκτες της ζωής μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η πληροφορική και το Διαδίκτυο, μια από τις βασικές πλευρές του οποίου αποτελούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι ένα τεράστιο επίτευγμα του ανθρώπινου πολιτισμού -και όχι μόνο της τεχνολογίας. Αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο πολυεργαλείο στα χέρια του ανθρώπου και έχει επίσης τη δυνατότητα να προσφέρει μεγάλη βοήθεια σε πολλές πρακτικές περιπτώσεις καθώς και σε περιπτώσεις πραγματικής και ουσιαστικής ανάγκης -μέχρι και σε ζητήματα ζωής ή θανάτου (πρόσφατα κάποια τουρίστρια αποκλεισμένη στα χιόνια σώθηκε χάρη στο Facebook). Ας αντιμετωπίσουμε αυτήν την πλευρά του ως μια πολύ εκσυγχρονισμένη συνύπαρξη του τελάλη, του ραδιοφώνου, των εφημερίδων, της εγκυκλοπαίδειας, της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, της δισκογραφίας, των εκδοτικών δραστηριοτήτων, ακόμη και της γειτονιάς. Αλλά δεν έχει καμία σχέση με τον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου και με καμιά έκφανσή τους σε οποιοδήποτε επίπεδο. Αλίμονο αν καθιστούσαμε πρότυπο και ιδανικό μας τον ήρωα κάποιου βιβλίου που διαβάζουμε.

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Βασίλης Ραφαηλίδης - Οι Λαοί των Βαλκανίων (απόσπασμα περί "ελληνικότητας")


Όσο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα κι αν υπήρξε ο συγγραφέας, το βιβλίο αυτό χαρακτηρίζεται από μεγάλη και βαθύτατη εθνολογική έρευνα. Εδώ ένα απόσπασμα από τις τελευταίες σελίδες του, που "μας" αφορά.









Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Οι Ιππείς της Πύλου

Άριστος, όπως πάντα. Εκλεκτός. Όλοι οι μύθοι και τα κεφάλαια της ιστορίας, όλοι οι συνοδοιπόροι της ζωής των ανθρώπων που έζησαν στην περιοχή της Ελλάδας είναι παρόντα και παρόντες, είναι εδώ. Από την Οδύσσεια, την ελληνική μυθολογία και το μύθο των αδελφών Ατρειδών μέχρι τον Ηράκλειτο ("Κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα". Δηλαδή, Τον κόσμο αυτό, που είναι ίδιος για όλους, ούτε θεός ούτε άνθρωπος τον έπλασε, αλλά υπήρχε από πάντα και είναι και θα είναι μια αιώνια ζωντανή φωτιά που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.). Και από τον ιστορικό λόγο του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην πόλη Όπι (όταν, διαποτισμένος από τη διδασκαλία του παιδικού του δασκάλου Αριστοτέλη, φιλοδοξούσε να εμπνεύσει σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο την αρετή και να μεταλαμπαδεύσει τον ελληνικό πολιτισμό*), τον Χριστιανισμό και την ελληνική επανάσταση του 1821 μέχρι τον αφοριστικό και "τραγικό" Κωνσταντίνο Καβάφη και το ρεμπέτικο τραγούδι.

Ό,τι θέλουνε λένε όσοι γράφουνε κριτική για την ταινία. Εγκλωβισμένοι στη στείρα ορολογία και θεματολογία του χυδαίου ελληνικού σήριαλ (υπάρχει και καλό, αλλά σπάνια πια) και των lifestyle φορέων τύπου Lifo, protagon, κ.λπ., όλη αυτή η σάρα και η μάρα αναζητά ένα εντελώς επίπεδο και ανόητο χιούμορ, μένοντας άναυδη μπροστά σε κάθε σοφά και επίπονα επιλεγμένη λέξη του σεναρίου. Από την άλλη, υπάρχουν οι υποστηρικτές της σύγχρονης κουλτούρας, της "πνευματικής" και κινηματογραφικής ελίτ, που σαρκάζουν μιλώντας για έλλειψη βάθους, περιεχομένου και ομοιογένειας. Ανερμάτιστοι αμφότεροι. Άσκεφτες κριτικές και κακόπιστες προσεγγίσεις. Μάλλον επειδή πρόκειται -άλλη μια φορά- για αξεδιάλυτα ψυχολογικά συμπλέγματα και έλλειψη παιδείας. Βαθιάς και ουσιαστικής. Ας μην μας φαίνεται παράξενο ή ανατρεπτικό. Η έλλειψη παιδείας δεν συνοδεύει, δεν χαρακτηρίζει, μόνο τους ανθρώπους χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Έχουμε άφθονη έλλειψη παιδείας και στις τάξεις των πολύ μορφωμένων. Πεπαιδευμένους δεν έχουμε. "Άλογα έχουμε όσα θες. Πολλά, πάρα πολλά -χιλιάδες, εκατομμύρια. Καβαλάρηδες δεν έχουμε", λέει ο Μύρων στην ταινία.

Διαβάζω για "ελάχιστο δραματουργικό βάθος" της ταινίας. Η δραματουργία σε ένα έργο συνίσταται στο πλήθος και στο βάθος των γεγονότων που εκτυλίσσονται και δια-δραμα-τίζονται στη διάρκειά του. Ξέρετε, η πολλή ανάλυση, στην οποία βουτηχτήκαμε τις τελευταίες δεκαετίες, δεν είναι απαραίτητα πάντα το ζητούμενο. Οι παλιές καλές ελληνικές ταινίες δεν διακρίνονται για το δραματουργικό τους βάθος ούτε για τις φιλοσοφικές, καλλιτεχνικές ή μεταφυσικές τους προεκτάσεις. Εδώ πρόκειται για μια αλληγορία, κάτι που δηλώνεται ευθαρσώς και ξεκάθαρα από τον δημιουργό του. Συγγνώμη, αλλά σε πόσο βαθύτερο δράμα να εμβαπτισθεί και τι άλλο να βιώσει ο Έλληνας πέρα από αυτό που απεικονίζεται στην ταινία; Να πούμε για το δράμα της έλλειψης προορισμού και προσανατολισμού στη φράση "Γιατί; Εσύ ξέρεις που πας;" Ποιος από όλους μας ξέρει πού πηγαίνει αυτή η χώρα πια, μέσα στη λαίλαπα της εκμετάλλευσης που δέχεται; Ποιος από όλους μας ξέρει πού πηγαίνει ο ίδιος και τα παιδιά του; Δεν νομίζω πως υπάρχει δυνατότητα και περιθώριο για περαιτέρω ανάλυση σε τέτοια αμείλικτα θέματα. Να πούμε για το δράμα του συντηρητισμού και της αδράνειας, έτσι καθώς ατενίζουμε το μέλλον, στη φράση "Άμα δεν ξέρεις πού πας, γύρνα πίσω!"; (Εκστομισμένη από τη φιγούρα που κουβαλάει το σταυρό στην πλάτη -αν και η ερμηνεία εδώ είναι διττή...) Βλέπετε, ο πρώην Αρχιεπίσκοπος δεν έζησε αρκετά ώστε να αρχίσει να συγκλίνει προς το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, που υποπτεύομαι πως ίσως και να υποδαύλιζε αν ζούσε. Εξάλλου, έχει ήδη στρέψει ευήκοα ώτα ο Άγιος Θεσσαλονίκης -και όχι μόνο αυτός. Πόσο περισσότερο "δράμα" από το δράμα χιλιάδων ανθρώπων που καταδιώκονται και ισοπεδώνονται από τις τράπεζες και τελικά αυτοκτονούν; Πόσο περισσότερο δράμα -πόσο περισσότερο αίμα- ζητάνε άραγε όλοι αυτοί οι κύριοι; Έχουν άραγε πραγματική γνώση της έννοιας της δραματουργίας ή γενικώς τυρβάζουν περί πολλά (όπως η τέχνη του δράματος) στις διάφορες σαχλές δημοσιο-γραφικές στήλες;

Μήπως έχουμε την εντύπωση πως μια τέτοια διατριβή, πάνω σε τόσα και τόσο βαθιά και σοβαρά θέματα, είναι εύκολο να συνοδεύεται και να περιβάλλεται, να εκφέρεται, με τόσο χιούμορ; Ας το αναρωτηθούν αυτό οι τιμητές του Νίκου Καλογερόπουλου. Ενός ηθοποιού, τραγουδοποιού, σκηνοθέτη, δημιουργού και ακτιβιστή που ποτέ του δεν θυσίασε ούτε έναν κόκκο, ούτε ένα σπυρί του ήθους, των πιστεύω και της ποιότητάς του. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στα ελληνικά δρώμενα. Σε κάθε νέα του παρουσία δικαίωνε μεγαλειωδώς την μέχρι τότε πορεία του. Και ας μην μιλήσουμε για το ταλέντο του στην υποκριτική τέχνη. Δεν νομίζω ότι θα υπάρχει κάποιος που θα έχει αντίρρηση. "Στιγματισμένος" από τους ρόλους του τρελού που έχει υποδυθεί (δεν ξέρω αν μπόρεσε ποτέ άλλος να φτάσει σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη ερμηνείας και ευαισθησίας), αναφέρεται και σε αυτήν την πλευρά της διαδρομής του όταν λέει πως στην καριέρα του (φράση εκφρασμένη δια στόματος Τηλέμαχου στην ταινία, αλλά αναφερόμενη ευθέως στον ίδιο) έπαιξε "Ε, όχι μόνο ζαβούς...". Όσον αφορά στη γλώσσα της ταινίας, που κάποιες στιγμές κατηγορείται για συμπερίληψη "βωμολοχιών", ας ανατρέξουν οι σύγχρονοι τιμητές στον Αριστοφάνη. Εδώ δεν θα κάνουμε ούτε μάθημα ήθους ούτε μάθημα "δραματουργικού βάθους" (εδώ είμαστε πάλι!). Σημασία έχει η χρήση και η πρόθεση και όχι η λέξη αυτή καθαυτή. Στην ταινία όλες οι λέξεις προκύπτουν αυθόρμητα, όπως ακριβώς και στην καθημερινότητα. Για τους υπόλοιπους ηθοποιούς-συνεργάτες του Νίκου Καλογερόπουλου δεν χρειάζεται να γίνει ιδιαίτερη αναφορά. Πρόκειται για μια ομάδα έξοχων, χαρισματικών και αδιάσειστα καταξιωμένων ανθρώπων που μετατρέπονται και μεταμορφώνονται στους ρόλους τους και απογειώνουν την ταινία. 

Συμβαίνει αρκετές φορές το πρώτο έργο ενός καλλιτέχνη να είναι και το πλέον ρηξικέλευθο. Είναι το συμπύκνωμα της μέχρι τότε πορείας του ως καλλιτέχνη και ως ανθρώπου. Οπότε είναι φυσικό να είναι πολύ φωτισμένο και πολύ εμπνευσμένο. Έτσι συμβαίνει κι εδώ. Ο Καλογερόπουλος προσπάθησε να συμπυκνώσει μέσα στην περιορισμένη χρονική διάρκεια μιας ταινίας το παρόν, το παρελθόν και την ελπίδα για το μέλλον, προτείνοντας κάποιες φωτεινές αχτίδες που ακόμη λάμπουν έτσι όπως ταξιδεύουν από το παρελθόν μέσα στο χρόνο. Ο καλλιτέχνης ΔΕΝ δίνει λύσεις. Τις λύσεις τις δίνουν οι άνθρωποι, ο λαός με τη δράση του. Ο καλλιτέχνης είναι επιφορτισμένος από την μοίρα και την ιστορία με το ρόλο της "αλογόμυγας", όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο Καλογερόπουλος. Και αυτό κάνει.

Δεν θα αναφερθώ στα όποια τυχόν ελαττώματα της ταινίας, αφού τίποτα στη ζωή δεν είναι τέλειο. Δεν στεκόμαστε εκεί. Θα ήταν ανόητο και ανούσιο. Σπατάλη χρόνου. Οι όποιες ατέλειες στη ζωή γίνονται πάντα αφορμή για να προχωράμε. Μόνο έτσι εξελίσσεται η ζωή και ο κόσμος.


Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα συνέντευξης του Νίκου Καλογερόπουλου για την ταινία ή με αφορμή αυτή.

ΕΡ.: Θα λέγατε πως βρίσκεστε σε ένα συνεχή διάλογο με την Ιστορία;

ΝΚ: Αλίμονό μου, αν δεν το κάνω αυτό. Δεν πρέπει κάποιος να μιλήσει γι’ αυτά τα πράγματα; Και η Αριστερά έχει το χρέος να το κάνει αυτό. Η ταινία είναι 100% πολιτική. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Δεν καταλαβαίνω την τέχνη που βρίσκεται έξω από την πολιτική. Δε με ενδιαφέρει. Αυτό που λέω μέσα από την ταινία είναι ξεκάθαρο. "Ελληνες, σηκωθείτε και βγείτε στους δρόμους. Διώξτε τους κλέφτες και τους λωποδύτες, απαιτήστε αυτά που σας ανήκουν. Να έρθουν τα κλεμμένα πίσω". Σκέφτομαι όσα σκέφτεται κάθε Ελληνας. Δεν παριστάνω το δάσκαλο.

ΕΡ.: Εχετε πει πως οι "Ιππείς της Πύλου" είναι συνειδητοποιημένοι πολίτες, είναι εθελοντές…

NK: Πρόκειται για μια ομάδα πολιτών. Θα μπορούσαν να είναι οι Ιππείς της Δράμας ή οι Ιππείς της Καστοριάς. Είναι πολίτες που νοιάζονται για όλα αυτά που συμβαίνουν στο χωριό τους, στα ποτάμια τους, στη γη τους. Ονομάστηκαν έτσι επειδή κάθε χρόνο διοργανώνουν ιππικούς αγώνες.

EΡ.: Θα μπορούσαν να είναι οι άνθρωποι του "Δεν πληρώνω";

NK: Μα, αυτοί είναι! Πάντα τους ανθρώπους που είναι μπροστά από την εποχή τους τους χαρακτηρίζουν γραφικούς και "κουζουλούς". Οι "φρόνιμοι" τι κάνουν αυτήν τη στιγμή; Οι πνευματικοί άνθρωποι, οι επιστήμονες; Κάνουν "μόκο" και "τουμπέκα". Τους έχουν δώσει διάφορες θέσεις ώστε να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό. Με αυτούς τα έχω και με την Αριστερά.

EΡ.: Σας έχει πληγώσει η Αριστερά;

NK: Αν με έχει πληγώσει; Φυσικά. Με πληγώνει ο κατακερματισμός της και το γεγονός ότι θέλουν όλοι να γίνουν αρχηγοί. Κανείς δεν έχει το θάρρος και τη λεβεντιά να πάρει τα ηνία. Αν συνέβαινε αυτό, θα τον ακούγαμε όλοι από κάτω ευλαβικά.


Λίγα λόγια για την ταινία από τον ίδιο τον Νίκο Καλογερόπουλο και όχι από ευφάνταστους ερμηνευτές της.

"Οι Ιππείς της Πύλου είναι μια ανατρεπτική κοινωνικοπολιτική σάτιρα και όχι μόνο.
Στους Ιππείς η αλληγορία έχει τον πρώτο λόγο και ύστερα οι ήρωες, που είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι και που ο καθένας έχει το χούι του, την μοίρα του και τον χαρακτήρα του.


Το απρόοπτον πρωταγωνιστεί στην ταινία, τα στοιχεία της φύσης και οι μύθοι, με πρώτον το μύθο του Προμηθέα, που έδωσε την φωτιά στους ανθρώπους να ζεσταθούν και εκείνοι καήκανε.

Θέμα συνείδησης θέτουν οι Ιππείς. Συνείδησης και αυτογνωσίας. Οι Ιππείς της Πύλου είναι οι συνειδητοί πολίτες, οι πολίτες του κόσμου, οι κοσμοπολίτες που έλεγε και ο Αντισθένης ο φιλόσοφος.

Οι ενεργοί πολίτες που γίνονται εθελοντές και μπροστάρηδες για να αφυπνίσουν συνειδήσεις. Για να σας σηκώσουν από “κρεβάτια, καρέκλες, πολυθρόνες, ντιβάνια” και να σας φέρουν στα fora, στις διαδηλώσεις, στις αγορές, στα θέατρα και στα σινεμά. Στα περιβόλια μέσα στους ανθισμένους κήπους, στη ΖΩΗ -και στην Μεσσηνία φυσικά, μην ξεχνιόμαστε!!!

Λαθρομετανάστης στην πατρίδα του, ο ήρωάς μας, ο Τηλέμαχος, δραπετεύει από την έδρα του, την Αθήνα, προς άγνωστη κατεύθυνση για να γλυτώσει από Τειρεσία, τράπεζες, ΔΝΤ και τα ρέστα. Αντι-ήρωας στην ουσία. Μαθαίνει παθαίνοντας. Φεύγει σαν κλέφτης από το θέατρο του και από την ΕΣΤΙΑ του, αφήνοντας πίσω του συντρίμμια, χρέη και όνειρα. Μια σκουπιδιάρα από την Πύλο έρχεται να φορτώσει τα σκηνικά και τη μοίρα του. Την έστειλε ένας φίλος. Ευτυχώς που υπάρχουνε κι αυτοί. Δυο τελάρα όμως από τα σκηνικά είναι μεγάλα και δεν χωράνε στην σκουπιδιάρα. Είναι η θεά Αθηνά και ο Προμηθέας λυόμενος -ο αρχιδοφούντης, κρίμα!

Πρέπει να φύγουν γρήγορα όμως πριν έρθουν οι τράπεζες και του φορέσουν τα βραχιόλια. Πάμε, πάμε, πάμε, λέει στον Μπάμπη, τον οδηγό της σκουπιδιάρας, αλλά δεν ξέρει που πάει!! Πληροφορείται ότι πάει στην Πύλο...σαν τον άλλο Τηλέμαχο, τον γιο του Οδυσσέα, που είχε πάει στη  Πύλο να μάθει νέα για τον πατέρα του…

Η θεά Αθηνά, ο Προμηθέας και ο Καραγκιόζης μένουν στο θέατρο αμανάτι να κάνουν παρέα στην πρέζα και στους οικονομικούς μετανάστες. Εκεί, στις γειτονιές της Αθήνας, στους δρόμους των παππούδων μας…Πλατεία Θεάτρου, Αθηνάς, Σωκράτους, Ευριπίδου, Σοφοκλέους, Αριστοφάνους, Αισχύλου, Μενάνδρου… Η Ακρόπολη στο βάθος.

Αχ, πατρίδα μου καημένη!
Κι απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη…
“Τίποτα δεν είναι τυχαίο, ούτε το ατύχημα”, λένε οι λάμιες στην ταινία
".



"Καραγκιόζη είσαι προδότης και το παίζεις πατριώτης", ακούγεται σε ένα από τα τραγούδια της ταινίας. Είναι αυτός ο ίδιος Καραγκιόζης που "δεν βγαίνει" από την πρόσοψη του θεάτρου κατά την αναχώρηση του ήρωα για άλλη γη γιατί "είναι κολλημένος". Απλά και όχι απλοϊκά πράγματα. Η ταινία δεν είναι η ηδονή των "μυημένων" ούτε των σινεκριτικών με βιογραφικά εκατό σελίδων. Είναι γνήσια λαϊκή. Όπως γνήσια λαϊκός είναι ο Καραγκιόζης, όλοι εμείς δηλαδή οι καραγκιόζηδες που δεν αντιδρούμε δυναμικά μέχρι σήμερα, παραμένοντας κολλημένοι στα παλιά, στα γνωστά, στη στείρα λατρεία της ελληνογενούς παράδοσης του σφραγισμένου Πολύπυλου, που μοιάζει με άβατο. Εκεί όπου ζει ο Ευήμερος, απομονωμένος μέσα σε βιβλία και αγάλματα...

"Μη βρίζεις, ρε Καβάθη!" Ο Κωνσταντίνος Καβάφης ήταν όντως ένας βαθιά απαισιόδοξος ποιητής. Οι ήρωές του ηττώνται πάντα και η ποίησή του λειτουργεί ως σκοτεινός χρησμός για τα μελλούμενα. "Τραγωδία!" αναφωνεί μπροστά στις απρόσμενες εξελίξεις του θεάτρου του Τηλέμαχου, καθώς τον περιμένει έξω από το ιατρείο. Θες η ψυχοσύνθεση και οι καταβολές του, θες η Αλεξάνδρεια με το τόσο πλούσιο, αλλά και βεβαρυμένο, ιστορικό παρελθόν, θες η σεξουαλική του ταυτότητα -που εκείνες τις εποχές ήταν πολύ δύσκολο να εκφρασθεί και να ικανοποιηθεί-, ο ποιητής διακρίνεται για τον αρκετά "αδιεξοδικό" ορίζοντα όσον αφορά στο μέλλον και στην ανιούσα προοπτική της ζωής. Αμφισβητώντας τα πάντα και εστιάζοντας στις πικρές εμπειρίες, ανασκαλεύει διαρκώς την ιστορία αντλώντας πρότυπα και πορείες, χωρίς αυτό να μειώνει σε τίποτα τις μεγαλειώδεις καταδύσεις του στα πιο σκοτεινά βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι' αυτό και ο Τηλέμαχος τον έχει πάντα κοντά του, δίπλα του, και ο Καβάθης αποτελεί τον μοναδικό άνθρωπο που επιλέγει να πάρει μαζί του στη νέα ζωή του. Νοιάζεται γι' αυτόν, του έχει εμπιστοσύνη, δεν τον αμφισβητεί και του εμπιστεύεται σχεδόν άφοβα τα σκηνικά και τις στολές -όσα εκλεκτά δηλαδή επέλεξε να πάρει μαζί του από το παρελθόν του. Επειδή ο Καβάφης γνώριζε βαθιά το ιστορικό παρελθόν του έθνους του και το τιμούσε. Ο ποιητής από τη μεριά του ρίχνεται χωρίς δεύτερη σκέψη στο γλέντι και στο μεθοκόπι στο λιμάνι (της Αλεξάνδρειας;), μια νύχτα που ανοίγουν οι ουρανοί και αφήνει επίτηδες τα σκηνικά να γίνουν μούσκεμα. Δεν τον ενδιαφέρει. Και καθησυχάζει τον Τηλέμαχο, ελευθερώνοντάς τον από καθετί που τον δένει με το παρελθόν, προκειμένου ο ήρωάς μας να βουτήξει στην καινούργια του ζωή αποδεσμευμένος από το παρελθόν και τις όποιες τυχόν ενοχές του.

"Κρυψώνες ήταν για τους πειρατές. Μετά φυλακές, μετά μαντριά και τώρα ημείς!" Μια σύντομη, αλλά χαρακτηριστική, αφήγηση της ιστορίας του τόπου. Ο καλλιτέχνης Μύρων κυκλοφορεί ελεύθερα σε όλους τους χώρους του Πολύπυλου -δεν έχει κονάκι δικό του, αναχωρητήριο. Ανήκει παντού. Είναι ο σύνδεσμος του εσωτερικού, οχυρωμένου κόσμου με τον ρεαλισμό και την πρακτική καθημερινότητα της ζωής. Διαχειρίζεται τα χρήματα, συναλλάσσεται με εμπόρους και επισκέπτες εκτελώντας αγοραπωλησίες, κανονίζει τις δουλειές που πρέπει να γίνουν, διαθέτει σύγχρονο -αλλά διακωμωδημένο- τηλέφωνο, τραγουδά και ψέλνει με την ίδια ζέση, και ασκεί την τέχνη του στο εργαστήριό του με τη συντροφιά μιας εξωτικής καλλονής που κόβει ανάσες.

Ο έρωτας δεν θα μπορούσε να μην είναι παρών. Στα μάτια της Δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας κουτσής, που όμως εξακολουθεί να μάχεται, να χαμογελά και να είναι ερωτεύσιμη, ο διαχρονικός ήρωας και Τηλέμαχος αντικρίζει το μέλλον. Εμπνέεται και την τραγουδάει. Είναι εκείνη που τελικά τον οδηγεί στα αγάλματα. Και, ακριβώς σε εκείνο το σημείο, ανθίζει ο έρωτας και πάλι από την αρχή, για μυριοστή φορά στον κόσμο. Με νέες ελπίδες και νέες προοπτικές. Με ένα νέο ξεκίνημα και μια νέα γέννα -ένα νέο παιδί. Και οι κλειστές πόρτες ανοίγουν πάλι, το μουσείο και η βιβλιοθήκη αλώνονται από μουσικούς και απλούς ανθρώπους με ελπίδα -Ιππείς. Ο λόγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου ακούγεται ξανά, μέχρι τα πέρατα της ταινίας. Καθαρός και διαυγής, όπως ακριβώς τον είχε κληρονομήσει από τον Αριστοτέλη, κι εκείνος από τον Πλάτωνα, κι εκείνος από τον Σωκράτη. Η Δημοκρατία στο βάθρο διαβάζει και δίνει το ρυθμό στα άλογα των Ιππέων, που παρελαύνουν μπροστά της και, σε μια έκρηξη χαράς και προς ένδειξη σεβασμού, πετάνε ψηλά τα καπέλα τους. 

Το "μαύρο" δεν αποτελεί απαραίτητη συνοδεία του Νίκου Καλογερόπουλου, έτσι όπως γλαφυρά, έως και προσβλητικά, αναφέρουν αρκετοί επικριτές του. Το μαύρο -όπως και κάθε λογής ναρκωτικό, εντός ή εκτός εισαγωγικών- αποτελεί την άλλη εκδοχή της τόσο διάσημης φράσης που κυκλοφορεί σε όλη την κοινωνία: "Μα, με τι μας ψεκάζουν;" Αποτελεί το όπιο του λαού, το κάθε όπιο του κάθε λαού που διάγει δύσκολες περιόδους, με το οποίο τον τροφοδοτούν τα διάφορα παγκόσμια κέντρα εξουσίας και καπιταλισμού. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Μπάμπης, ένας άνθρωπος παραδομένος απόλυτα στις ψευδαισθήσεις, τροφοδοτείται την πρώτη ύλη του από ένα εικονοστάσι στην εθνική οδό. Πιστεύουν, άραγε, αυτοί οι κύριοι πως οι ίδιοι δεν βρίσκονται υπό την επήρεια κανενός αναισθητικού παράγοντα, ζώντας τη ζωή που κυνηγάνε σαν τρελλοί κάθε μέρα στις πηγμένες λεωφόρους και στις εργασίες των οκτακοσίων ευρώ (με πτυχία!), φασκιωμένοι με γραβάτες και ταγιέρ μέχρι το λαιμό; Αν πιστεύουν πως όχι, είναι βαθιά νυχτωμένοι.  

Ακολουθεί η ταινία.** 

ΜΕΡΟΣ Α

ΜΕΡΟΣ Β

ΜΕΡΟΣ Γ

ΜΕΡΟΣ Δ

ΜΕΡΟΣ Ε

Ο Νίκος Καλογερόπουλος είναι εθνικό κεφάλαιο. Αλλά ενοχλεί. Ενοχλεί πολύ τους ύπνους των κοιμισμένων, γιατί τους φαντάζει αλλόκοτος έως και τρομακτικός, και τους ξύπνιους των αρχών και αρχομανών, γιατί τον θεωρούν επικίνδυνο και φορέα ιδεών που ίσως οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Η πολιτεία μας -εμείς δηλαδή, όχι οι αρχές- έπρεπε να τον αγκαλιάσει και να τον βοηθά. Να μην επιτρέψει την εθελούσια έξοδό του από την κεντρική σκηνή, την αυτοεξορία του. Αλλά, δυστυχώς, όσοι έχουν διαβάσει και έχουν γνώση της ιστορίας, θα ξέρουν πως αυτή ήταν πάντα η μοίρα της αλογόμυγας σε αυτόν τον τόπο. Η εξορία, ο εξοστρακισμός, το κώνειο, η φυλακή. Ευτυχώς ο ίδιος, ως δημιουργικός και ελεύθερος άνθρωπος, βρίσκει πάντα τρόπους να χαρίζει γύρω του τη ζωή, την ομορφιά και την έμπνευση, δικαιώνοντας πάντα τις επιλογές του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το πνεύμα του "καπετάνιου" Βασίλη Κωνσταντακόπουλου σίγουρα χαμογελάει από κάποια μεριά. Ας είναι καλά ο γιος του Χρήστος που ανέλαβε την παραγωγή της ταινίας.
* Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν πως ο Αλέξανδρος δεν ήταν εκπολιτιστής αλλά στυγνός κατακτητής. Φοβάμαι πως βιάζονται και -δεν ξέρω για ποιους δικους τους λόγους- κρίνουν εκτός ιστορικού πλαισίου...
** Ελπίζω ο Νίκος Καλογερόπουλος να μην έχει αντίρρηση για την ανάρτηση της ταινίας.