Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Γιατί κατέβηκα από τη σκηνή


"ΤΣΑΪ ΣΤΗ ΣΑΧΑΡΑ" - Απρίλιος 2009
Πολλοί φίλοι από τα παλιά και αρκετοί μεταγενέστεροι αναρωτήθηκαν πριν από χρόνια -ή αναρωτιούνται ακόμη, ίσως σε αυτές τις εποχές περισσότερο- γιατί κατέβηκα από τη σκηνή μετά από τόσα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας*, χωρίς να έχω καμιά διάθεση να επιστρέψω, παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που έχω δεχθεί και εξακολουθώ να δέχομαι. 

Δεν είμαι κανένας διάσημος και επώνυμος, ούτε υπήρξα ποτέ. Δεν θέλησα να γίνω** ή δεν είχα τις ικανότητες ή τις προϋποθέσεις. Αλλά, στο βαθμό που αυτό εξαρτιόταν από εμένα, η διασημότητα δεν επήλθε από προσωπική θέση και άποψη. Παρ' όλα αυτά, υπηρέτησα την τέχνη μου όσο μπορούσα πιο ευσυνείδητα και ασυμβίβαστα. Γι' αυτό νομίζω πως την εγκατέλειψα -δεν με εγκατέλειψε. Γράφει κάπου ο Διονύσης Σαββόπουλος: "Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ' την τρέλα, όχι για να σωθεί, αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς". 

Οφείλω να κάνω ένα διαχωρισμό από την αρχή. Όσα θα πω αφορούν στη χώρα που ζούμε και επίσης δεν θα αναφερθώ στη μουσική που ενδείκνυται για διασκέδαση -που είναι τόσο, μα τόσο αναγκαία στον άνθρωπο για να εκτονώνεται, να διασκεδάζει, να φτιάχνει παρέες και να βιώνει την ελαφρότητα της ζωής. Θα μιλήσω για ψυχαγωγία και για τον τρόπο που εγώ επέλεξα προκειμένου να προφυλάξω και να διατηρήσω την τέχνη μου. Δεν έχω προσωπική άποψη για το τι γίνεται και πώς λειτουργούν αυτά που θα θίξω στο εξωτερικό. Εκεί όπου οι ακροατές είναι διαφορετικοί και τα κράτη διαθέτουν άλλες δομές, άλλη παιδεία, και διέτρεξαν άλλες διαδρομές στους αιώνες. Δεν γνωρίζω πώς βιώνει και πώς ασκεί την τέχνη του ο καλλιτέχνης-μουσικός εκτός Ελλάδας. Έχοντας διαβεί μέσα από τα χρόνια της Αναγέννησης, της γαλλικής επανάστασης, του Διαφωτισμού, της βιομηχανικής επανάστασης, του Μάη του '68 και τόσων άλλων πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών. 

Ακόμη και τα τελευταία χρόνια που εμφανιζόμουν, ζητούσα πολύ συχνά να μου σβήνουν τα φώτα της σκηνής. Δεν τα ήθελα. Ιδιαίτερα όταν το ακροατήριο άρχιζε να χαλαρώνει πραγματικά και να μετέχει σχεδόν απόλυτα στην πορεία και διαδικασία του τραγουδιού, προχωρώντας μόνο του, χωρίς την ανάγκη της δικής μου ύπαρξης-καθοδήγησης. Εκείνη τη στιγμή ήταν επικίνδυνο να συνεχίσω να φωτίζομαι και η παρουσία μου να μεγεθύνεται. Όχι, δεν είναι αυτός ο σκοπός της τέχνης. Αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης στον άκρατο και τυφλό καπιταλισμό, που την αλλοίωσε και την έκανε άλλο ένα επικερδές παιχνίδι στα χέρια του, δημιουργώντας είδωλα, πρότυπα, μοντέλα. 

Αμφιθέατρο ΕΜΠ, Ζωγράφου - Άνοιξη 1989
Η ανάγκη για χειροκρότημα και αποδοχή είχε παρέλθει. Χορτάστηκε γρήγορα. Φυσικά και όταν πρωτοήλθαν τα δέχτηκα με χαρά. Τόνωσαν και ενίσχυσαν την αυτοπεποίθησή μου. Αλλά σε λίγο κατάλαβα πως εκεί βρισκόταν η παγίδα. Με έτρωγαν τα πόδια μου, ήθελα να προχωρήσω. Εκεί ένιωθα πως βούλιαζα σε κάτι ύποπτο που με αποκοίμιζε. Δεν ήθελα να βλέπουν οι άνθρωποι μπροστά τους ένα φως, μια αυθεντία. Δεν ήμουν ο καθοδηγητής τους. Δεν ήμουν ο ηγέτης τους. Δεν ήμουν ο μέντοράς τους. Δεν ήμουν ο ινστρούκτοράς τους. Δεν ήμουν το είδωλό τους. Δεν ήμουν ο Μεσσίας τους. Δεν ήθελα να είμαι τίποτα από όλα αυτά. Δεν ήθελα να γίνω. Όχι μόνο δεν τα πίστευα αλλά τα αντιμαχόμουν κιόλας. Ήταν επικίνδυνο τόσο για εκείνους όσο και για μένα. Για εκείνους γιατί αυτό θα τους αποκοίμιζε και θα έπαυαν να ακούνε και να θέλουν να αρθρώσουν και τη δική τους φωνή -δειλά ίσως στην αρχή, αλλά μετά από λίγη ώρα με θάρρος και αυτοπεποίθηση, που ενισχυόταν και γινόταν αποδεκτή μέσα στην ομάδα που φτιάχναμε. Κάποιες στιγμές, σε κάποια τραγούδια, κάποια φωνή ξεχώριζε και "οδηγούσε". Οι υπόλοιποι την αφήναμε και της δίναμε το χώρο της. Στο επόμενο τραγούδι ξεχώριζε κάποια άλλη. Και την αφήναμε κι εκείνη. Αυθόρμητα και ελεύθερα. Εγώ είχα από ώρα κατέβει από το πάλκο και καθόμουν σε κάποιο τραπέζι ή στο σκαλοπάτι της σκηνής, έχοντας χαμηλώσει πολύ την ένταση της κιθάρας μου για να ακούγονται οι φωνές. Φυσικά και δεν υποστηρίζω πως δεν υπάρχει ανάγκη ύπαρξης του καλλιτέχνη -αρκεί αυτός να λειτουργεί κάπως ως "δίσκος" σε κάποια τραγούδια και ως συντονιστής σε άλλα, όπως αυτά που περιγράφω παραπάνω. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, το επαναλαμβάνω. Δεν χρειάζεται παραπάνω, είμαι απόλυτα πεπεισμένος μετά από τόσα χρόνια στη σκηνή. Μετά από τους τόσους και τόσους ανθρώπους που συναναστράφηκα και γνώρισα. Που σχεδόν σε όλους -για να μην είμαι και απόλυτος- διέκρινε κανείς ένα ιδιάζον Εγώ, σε διάφορες παραλλαγές. Ο Μάνος Χατζιδάκις το είχε χαρακτηρίσει "ατροφικό" και είχε πολύ δίκιο για άλλη μια φορά. Όσο πέρναγαν τα χρόνια, η απόσταση της σκηνής από το ακροατήριο μεγάλωνε και η σκηνή γινόταν ολοένα και περισσότερο μεγαλοπρεπής και φαντασμαγορική. Ενδεικτικό της αγεφύρωτης πλέον απόστασης που αποκτούσε υπόσταση.

Εγώ ήξερα πως δεν έπρεπε να παίζω κανένα άλλο ρόλο γι' αυτούς παρά εκείνο της "αλογόμυγας", της αφορμής. Τίποτε περισσότερο. Κάθε άλλος ρόλος οδηγεί μαθηματικά στην καταστροφή. Και στον διασυρμό της Τέχνης και της λειτουργίας της. Όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού. Είναι υποπροϊόντα του καπιταλισμού, ο οποίος τις τελευταίες δεκαετίες -μάλλον αιώνες- έχει ξεσπαθώσει παντού και προτάσσει είδωλα. Απόλυτα, τεράστια, ανυπέρβλητα, απρόσιτα -και τελικά απάνθρωπα. Οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουμε γιατί το δηλητήριο εισχώρησε αργά-αργά και ύπουλα, με επιφάσεις και ενδύσεις προκλητικές, ερεθιστικές, που ενεργοποιούσαν την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Οι μουσικοί θα έπρεπε να ερμηνεύουν στο σκοτάδι, απενδεδυμένοι της κοσμικής και φθαρτής τους υπόστασης. Για να συμβαδίζουν με την τέχνη τους. Ποτέ δεν κατάλαβα ποια διαφορά έχει η μουσική από τη ζωγραφική και τη γλυπτική, όπου δεν μας είναι απαραίτητο να βλέπουμε και τον ίδιο τον καλλιτέχνη δίπλα στο έργο του. Για μένα δεν έχει καμιά σημασία που το έργο στη μουσική "αναδημιουργείται" εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στο τρέχον παρόν, ενώ στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στη γλυπτική, στην ποίηση, στη φωτογραφία και στον κινηματογράφο το έργο είναι ήδη ολοκληρωμένο και κατατεθειμένο στην αποταμίευση της αιωνιότητας. Θεωρώ πως είναι τρομακτικά επικίνδυνο αυτό που γίνεται στη μουσική, η δυνατότητα δηλαδή της "ζωντανής" αναπαραγωγής της, διότι σε απογειώνει από την πραγματικότητα και σε εκσφενδονίζει σε σφαίρες ανείπωτου ναρκισσισμού. Η μουσική είναι "ενδιάμεση" τέχνη. Στη μια πλευρά βρίσκονται οι προηγούμενες, ενώ στην άλλη βρίσκονται το θέατρο και ο χορός. Αυτές όμως είναι άλλες τέχνες, πολύ πιο σύνθετες. Λειτουργούν διαφορετικά. Η αλληλεπίδραση με τον θεατή στηρίζεται σε άλλες βάσεις και αρχές. Και -πάνω απ' όλα- είναι ΑΥΣΤΗΡΕΣ. Δεν έχουν κανένα, μα κανένα, περιθώριο παρέκκλισης από τους νόμους και κανόνες που επιβάλλουν ο σκηνοθέτης και ο χορογράφος.

Κάποιος φίλος υπογράμμισε και την τεράστια ευθύνη του καλλιτέχνη που, μέσω της επιβολής της προσωπικότητάς του και της φυσικής του παρουσίας, μετατρέπεται σε μύστη και αναλαμβάνει την τεράστια ευθύνη της καθοδήγησης του κόσμου-κοινού. Που μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε χειραγώγηση. Φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί τους ακροατές του -πού; Στην πορεία της ατέρμονης -και κάποιες φορές αδιεξοδικής, λόγω των παραπάνω κινδύνων που ελλοχεύουν- διαδρομής του.

"dellarte art cafe", Κουκάκι - 20 Μαρτίου 2010
Για να γυρίσω πάλι λίγο πίσω στο χρόνο, τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ πια. Δεν έβλεπα να γεννιούνται καινούργια πράγματα πια. Και όλη εκείνη τη "νέα γενιά" δημιουργών την αντιλαμβανόμουν σαν σκουλήκια που έγλυφαν τ' άντερά μου από μέσα και μου έφερναν μεγάλη λιγούρα. Με εκείνη την τεράστια αυτολύπηση, ηττοπάθεια και μοιρολατρεία τους. Λες και όλες οι νότες και οι συλλαβές τους έβγαιναν μέσα από μια θάλασσα σκοτεινών παραισθήσεων. Οι μουσικές τους ήταν σχεδόν παρόμοιες, υπνωτιστικές και ανέμπνευστες. Χωρίς καμιά διάθεση συκοφαντίας, αλλά γιατί έχω ανάγκη να φωτίσω και κάποιες άλλες, άγνωστες ίσως, πλευρές, θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα γεγονότα -χωρίς όμως να αναφέρω ονόματα. Θυμάμαι να χάνω κάθε ιδέα για κάποιον "μέγιστο μύστη" της νεολαίας ένα μεσημέρι του '88, στο υπόγειο μουσικό εργαστήρι του Λάζαρου-ΖΟΖΕΦ στον Πειραιά. Είχα πάει μια κιθάρα μου για επισκευή. Ήταν κι εκείνος εκεί. Ο Λάζαρος με παρακάλεσε να του παίζω τραγούδια δικά μου ενόσω επιδιόρθωνε την κιθάρα μου. Έπαιξα. Και είδα στα μάτια του εν λόγω κυρίου τη δίψα του όρνεου. "Δώσε μου, ρε μεγάλε, κανένα τραγουδάκι να συμπληρώσω το δίσκο μου!", μου είπε. "Μπααα", του απαντώ, "να 'σαι καλά, σ' ευχαριστώ". Είχα δει την ανάγκη να "συμπληρώσει το δίσκο" της εταιρείας και του συμβολαίου και όχι αυτό το κάτι άλλο που θα με έκανε να παίξω κι άλλα τραγούδια σε εκείνο το υπόγειο εκείνο το μεσημέρι... Δεν υπήρχε περίπτωση. Σταμάτησα κι εκείνο που έπαιζα. Μέχρι τότε τον είχα παρακολουθήσει αρκετές φορές ζωντανά να χαριεντίζεται με τους προβολείς και την τεράστια ανάγκη του για χειροκρότημα, αλλά είχα πάψει από καιρό να του προσφέρω τον οβολό μου.

Είχα αρχίσει να μην ξέρω τι να παίξω πια. Μερικά σκόρπια ελληνικά τραγούδια και λίγα ξένα; Η αλήθεια είναι πως δεν άντεχα πια να παίζω τα ίδια και τα ίδια. Και είναι σίγουρο πως υπήρξα από εκείνους που έψαχναν καθημερινά και ατελείωτα για νέους ανθρώπους, νέους καλλιτέχνες. Και που, όταν τους παρουσίαζα στο ακροατήριο, στην αρχή εισέπραττα την επιφύλαξη, αλλά σε λίγο καιρό ο κόσμος δίψαγε για τη νέα ανακάλυψή μου, αφού τα ραδιόφωνα κατακλύζονταν πλέον από αυτούς.

Όταν πρωτοήλθε στην Αθήνα κάποιος νέος τότε καλλιτέχνης, που μετέπειτα μεγαλούργησε, και έπαιξε στο τότε Ραβάναστρο της οδού Δημητσάνας, στο ακροατήριο ήμασταν επτά-οκτώ άτομα -οι τέσσερις ήταν η παρέα του- και το μαγαζί άδειο εντελώς... Καθόμουν στο μπαρ με την Ράνια από μέσα να σερβίρει. Τότε ήταν πολύ φρέσκος ο ήχος και όμορφα τα τραγούδια του. Αργότερα μπερδεύτηκε και χάθηκε μέσα στο λαβύρινθό του... Όταν πρωτοέπαιξε στην Αθήνα κάποιος άλλος, πολύ φέρελπις, συνάδελφός του, στο Άλλοθι των Εξαρχείων, ήμασταν καμιά δεκαριά -το πολύ- άτομα μέσα στο μαγαζί... Στη συνέχεια εκείνος έδειξε περισσότερη σύνεση από τον προηγούμενο και δεν αποτρελάθηκε. 

Έφτασε όμως κάποια στιγμή που δεν μπορούσα να ανακαλύψω πια τίποτα. Και αυτοί που είχα ανακαλύψει είτε άρχισαν να χάνονται αποπροσανατολισμένοι μέσα σε μια χαοτική πορεία, είτε καβάλησαν το καλάμι και τραβούσαν για το άγνωστο μέσα σε "μουσικές σκηνές" -το αντίπαλο δέος των σκυλάδικων, που έπρεπε οπωσδήποτε να αντιτάξει η "κουλτούρα" (όπως μεγαλοφυώς την περιγράφει ο Θοδωρής Τρύφωνας σε εκείνο τον υπέροχο πρώτο δίσκο των Αγάπανθος). Και όσα λέω δεν είχαν να κάνουν με δικές μου, προσωπικές διαδρομές και τυχόν προβληματισμούς ή αδιέξοδά μου. Όταν έχεις απέναντί σου ένα κενό κοινό, χωρίς πολιτισμικό υπόβαθρο και γνώση της ιστορίας, χωρίς γνώση της μουσικότητας της μουσικής, δεν έχεις πολλά περιθώρια. Επίσης δεν έχεις πολλά περιθώρια όταν ο βιοπορισμός σου εξαρτάται αποκλειστικά από την τέχνη σου. Γίνεται θηλιά στο λαιμό και σε πνίγει. Κακά τα ψέματα. Η τέχνη για να ανθίσει και να δώσει καρπούς χρειάζεται ένα συνδυασμό ταλέντου, έμπνευσης, ικανοτήτων, μελέτης και μιας κάποιας σχετικής οικονομικής άνεσης. Η γνωστή ιστορία της αστικής τάξης από την οποία ξεπήδησαν τα μεγάλα κινήματα...

Έβλεπα ήδη από το 1993 την αλλαγή στα μάτια του κόσμου, του ακροατηρίου. Ήταν θολά πια. Η ελληνική κοινωνία μεταλλασσόταν, άλλαζε γενιά. Και η πραγματική έμπνευση στέρευε. Το είχε νιώσει και επισημάνει ο Μάνος Χατζιδάκις ήδη από το 1982 στην Κέρκυρα, μετά τους δεύτερους Αγώνες, και το είχε επιβεβαιώσει οικτρά το 1991 στην Καλαμάτα. Έβλεπα αυτό που ερχόταν. Αυτό ακριβώς που ζούμε σήμερα. 'Ηταν μαθηματικά βέβαιο. Η πληροφορική άρχισε να διεισδύει αργά, υπόγεια και "ύπουλα" αφού δεν υπήρχε καμιά παιδεία και ιστορική γνώση για να προβάλει αντίσταση και να επιβάλει το μέτρο. Και η παγκοσμιοποίηση επίσης. Όλοι μέτοχοι και κοινωνοί σε όλα. Όλοι νόμισαν πως θα γίνονταν άρχοντες και εξουσία. Πως είχαν πλέον δικαίωμα, άποψη και λόγο επί παντός επιστητού. Εμ, δεν είναι έτσι -και πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχει παιδεία από κάτω. Παιδεία, όχι εκπαίδευση. Γιατί τίποτα δεν είχε αλλάξει. 

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο καπιταλισμός ήταν πάντα εκεί, παρών. Και πιο άγριος από κάθε άλλη φορά, μετά την πτώση του "υπαρκτού". Ήταν σαν ένα παιδί χωρίς όρια και φραγμούς, που είχε στα χέρια του ένα παιχνίδι άγνωστο και γι' αυτό πολύ επικίνδυνο -το Διαδίκτυο και την παγκοσμιοποίηση. Γιατί αυτά τα δύο από μόνα τους δεν είναι αναγκαστικά επικίνδυνα. Με ένα μαχαίρι μπορείς να κόψεις ψωμί αλλά και να σκοτώσεις... Στα χρόνια που ακολούθησαν και στην οικονομική "κρίση" που ζούμε (που μόνο κρίση δεν είναι για τον καπιταλισμό αλλά γιορτή κέρδους και εκμετάλλευσης των αδυνάτων), η ανθρωπότητα μάλλον διέρχεται μια από τις σκοτεινότερες περιόδους της.

Η νέα ελληνική πραγματικότητα μετά το 1993 είναι πραγματικά δύσκολη. Μόνο την ψήφο του διαθέτει πλέον ο καθένας. Ας την διαχειριστεί όπως νομίζει. Εκεί κρίνονται και αποδεικνύονται όλα. Σε καμιά αφύπνιση. Δύσκολο, έως αδύνατο, να φτάσει η πραγματικότητα στο ευρύ κοινό με δεδομένη τη δράση των ΜΜΕ. Εκτός και αν η ανάγκη και οι πραγματικά τρομακτικές συνθήκες που βιώνουμε -αλλά και όσες θα 'ρθουν ακόμα- καταφέρουν να προκαλέσουν την ανακλαστική αντίδραση της κοινωνίας.

Σε κάποια υπόγεια, σε κάποια δωμάτια στενά, κάποιοι μουσικοί συνεχίζουν να προσπαθούν να δημιουργήσουν. Δεν ξέρω αν και τι καταφέρνουν, πάντως αντιστέκονται και προσπαθούν. Αυτό έχει σημασία. Και στη συνέχεια θα έλθει ο πανδαμάτωρ χρόνος για να κοιτάξει πάνω τους και πάνω στα δημιουργήματά τους.

Ο Χρόνης Μίσσιος είχε πει "Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα".

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι συγκεκριμένες απόψεις ίσως ακούγονται αρκετά ανατρεπτικές και αιρετικές. Μπορούν όμως να αποτελέσουν αφορμή για περαιτέρω σκέψη. Κάποτε ο Μάνος Χατζιδάκις, ορμώμενος από μια παρόμοια συλλογιστική, είχε ορίσει υπέρογκο εισιτήριο στη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά. Αργότερα παραδέχθηκε πως μάλλον είχε κάνει λάθος αφού ούτε κι εκείνο ήταν αρκετό για να τον "προφυλάξει".

Στο σχολείο, παίζοντας το Get Back των Beatles
*Πρώτη φορά έπαιξα μπροστά σε μεγάλο κοινό στις 30 Οκτωβρίου 1982, στην ανοιχτή, υπαίθρια συναυλία της τάξης μου, στην τελευταία τάξη του σχολείου, για να συγκεντρώσουμε τμήμα των εξόδων της πολυήμερης εκδρομής. Εκατοντάδες θεατές. Η πρώτη αμειβόμενη εμφάνισή μου έγινε το καλοκαίρι του 1983, σε μια ταβέρνα που διατηρούσαν δυο αδέλφια δάσκαλοι στην παραλία του Νέου Παντελεήμονα Πιερίας. Τραγουδούσαμε Σαββόπουλο και η αμοιβή μας ήταν το φαγητό μας και τα ναύλα της επιστροφής στο χωριό τη νύχτα. Φτάναμε από νωρίς για να κάνουμε και μπάνιο στη θάλασσα. Η πρώτη επαγγελματική μου εμφάνιση στην Αθήνα έγινε στη Φυγόκεντρο, στου Ζωγράφου, που είχε ο φίλος μου ο Αδάμ, την άνοιξη του 1986. Η τελευταία φορά που έπαιξα ζωντανά σε δημόσιο χώρο ήταν στις 20 Μαρτίου 2010, στο dellarte art cafe, στο Κουκάκι, με το φίλο μου Χρήστο Γιαννόπουλο και τον συχωρεμένο Παύλο Αλεξίου. Είχα όμως σταματήσει τις συχνές εμφανίσεις ήδη από την άνοιξη του 2002. Ενδιάμεσα (2002-2010) οι φορές που έπαιξα ήταν τρεις -μετρημένες, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας. Τα χρόνια 1984-2002 έπαιζα συνεχώς, χειμώνα-καλοκαίρι, κι έτσι η μουσική κατάφερε να με στηρίξει οικονομικά από νωρίς και για πολλά χρόνια.  

**Και ένα μικρό "μυστικό". Ο Στέλιος ο Ρόκκος, όταν, άγνωστος ακόμη, έπαιζε στον γνωστό Κάβουρα των Εξαρχείων, με παρακαλούσε "να γράψω τραγουδάκια" για να "βγάλουμε πολλά φράγκα". Είχε ακούσει κάποιες μελωδίες που σκάρωνα τότε και φαίνεται πως του άρεσαν. Εκείνα τα χρόνια ήμασταν γείτονες στου Γκύζη και βλεπόμασταν κάποιες φορές, ενώ με τραβολόγαγε και σε κάτι στούντιο για να παίζουμε και να "χωθούμε στο κύκλωμα". Αργότερα, μετά από χρόνια, πέρναγε από τους στενούς δρόμους των Εξαρχείων με ένα 4Χ4 μεγάλο σαν καράβι και απέστρεφε το βλέμμα του για να μην αναγκαστεί να με χαιρετήσει. Ο καθένας γράφει μόνος του την ιστορία του.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: