Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Οι Τάφοι των "Έξ"


Ωραία. Και τι κατάλαβαν δηλαδή όλοι όσοι ήθελαν αίμα ζεστό να τρέξει; Η Ελλάδα για άλλη μια φορά έφαγε τα παιδιά της. Άλλος ένας απύθμενος εθνικός διχασμός οδήγησε σε εθνική τραγωδία. Τα ξένα συμφέροντα είναι γνωστά. Πάντα και παντού ήταν και είναι γνωστά. Αυτό όμως που προκάλεσαν ήταν για άλλη μια φορά μεγάλη ντροπή. Κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως οι κρατούμενοι βρίσκονταν σε απομόνωση, ενώ τους στερήθηκε η πρόσβαση σε έγγραφα απαραίτητα για την υπεράσπισή τους. Ωραία πράγματα. Τίμια, δίκαια και παστρικά. Οι ξένες δυνάμεις ζητούσαν άμεση και συνοπτική δίκη. Δεν τις βόλευε να γίνει διαφορετικά γιατί θα υπήρχε η πιθανότητα να ξεσκεπαστούν τα άπλυτά τους και το βρώμικο παιχνίδι που είχαν στήσει. Οι ευθύνες ξεκινούσαν από αλλού και -για άλλη μια φορά- κανείς δεν τόλμησε να τις αποδώσει εκεί όπου ανήκαν. Προτιμήσαμε να εκτελέσουμε, να θυσιάσουμε σαν πρόβατα στη σφαγή, έξι ανθρώπους προκειμένου να επικρατήσει ο στρατιωτικός νόμος και τα θύματα να αποτελέσουν βορά στα εξαγριωμένα πλήθη.

Μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν από τότε αυτοί οι άνθρωποι έδωσαν τα ονόματά τους σε μεγάλους και μικρούς δρόμους σε όλη την Ελλάδα. Τι είχε γίνει; Είχαν άραγε δικαιωθεί στη συνείδηση του λαού ή οι εκάστοτε κυβερνήσεις, αναζητώντας παντού συγχωροχάρτια, ανέσκαψαν για άλλη μια φορά τις μελανές στιγμές του παρελθόντος της ελληνικής πολιτείας προσπαθώντας να τις "αποκαταστήσουν" αλλά και να επιδοθούν πάλι σε ψηφοθηρία; Πάντως, απ' όσο γνωρίζω, δεν πρέπει να υπάρχει στην Ελλάδα οδός Πήλιου Γούση ή οδός Εφιάλτη...

Για αρκετά μεγάλο διάστημα κάποια περίοδο της ζωής μου τα βήματά μου με έφερναν στο πάρκο με τις έξι πλάκες. Την πρώτη φορά που περπάτησα ανάμεσα στα δένδρα δεν γνώριζα την ύπαρξή τους. Σε μια στιγμή αντίκρισα μια σειρά από καγκελόφρακτα μάρμαρα ριγμένα πάνω στο χώμα. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά το μυαλό μου αμέσως τα μέτρησε. Ήταν έξι. Κατάλαβα. Δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν οτιδήποτε άλλο. Πλησίασα αργά και με ταραχή. Εκεί, σε εκείνα τα ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα γης, ήταν γραμμένη μια ακόμη θλιβερή σελίδα αυτού του τόπου. Δεν το κρύβω πως συγκινήθηκα. Έσκυψα πάνω από το καθένα αργά, συλλογιζόμενος τη διαδρομή του ανθρώπου που το όνομά του ήταν σκαλισμένο πάνω στο χρόνο. Έμειναν για πάντα ο ένας δίπλα στον άλλο. Ποιος ξέρει πώς να είχαν φανταστεί το τέλος τους. Ίσως ανάμεσα σε άλλα εκλειπόντα μέλη της οικογένειάς τους. Οι στρατιωτικοί μπορεί να ονειρεύονταν κάποιον ένδοξο -ή και άδοξο- θάνατο στο πεδίο της μάχης. Αλλά προδότες;

Πρόσφατα έγινε αναψηλάφηση της δίκης. Το 2008 ο Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκης, εγγονός του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, προσέφυγε στον Άρειο Πάγο ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του στρατοδικείου με το αιτιολογικό της ύπαρξης νέων στοιχείων. Το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου (3 προς 2) δέχθηκε τους ισχυρισμούς του και παρέπεμψε το θέμα στην Ολομέλεια για την οριστική απόφαση. Τον Δεκέμβριο του 2009 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τάχθηκε υπέρ της επανάληψης της "δίκης των έξ", σε διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών, κάνοντας δεκτή εισήγηση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αθανασίου Κονταξή. Τον Οκτώβριο του 2010 το ανώτατο δικαστήριο έκρινε αθώους τους καταδικασθέντες, κάνοντας δεκτή την αίτηση του Μιχαήλ Πρωτοπαπαδάκη.

Πέρασα πολλές φορές από το πάρκο. Βρίσκεται κάπου μεταξύ Χολαργού και Παπάγου. Τα έξι μάρμαρα στέκουν εκεί για να θυμίζουν. Εμένα πάντως, κάθε φορά που πέρναγα και σταματούσα για να ξανασκεφτω όλη εκείνη την ιστορία, μου φαινόταν πως από κάπου άκουγα ήχους ξερούς αίθουσας και παράπονα, διαμαρτυρίες. Ίσως και βουβά κλάματα. Σαν να έχουν ζωή εκείνα τα μάρμαρα.

Παραθέτω την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Μιχάλη Δ. Δέτση ε.τ. Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου (Αθήνα, Πινακοθήκη Κουβουτσάκη, 24.01.2011) σχετικά με την Δίκη των Εξι. 

Με τη Δίκη των Έξι, έτσι έχει μείνει στη μνήμη μας και στην ιστορία η δίκη αυτή, από τον αριθμό των εκτελεσμένων, ενώ οι κατηγορούμενοι ήταν οκτώ, την καταδίκη τους σε θάνατο και την εκτέλεσή τους στο Γουδί στις 15 του Νοέμβρη 1922, γράφηκε ο επίλογος της Μικρασιατικής Τραγωδίας, προπομπός της οποίας υπήρξε η ήττα του Ελληνικού Στρατού στο Σαγγάριο, στα πορφυρωμένα με το αίμα των Ελλήνων στρατιωτών νερά του οποίου, πνίγηκε το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας και τάφηκαν η ειδωλολατρεία και το ομαδικό παραλήρημα του Λαού για τον δαφνοστεφανωμένο Βασιλιά. Η Δίκη των Έξι φέρνει στη μνήμη μας και έναν άλλο συμπατριώτη μου, το Μανόλη Γλέζο, τον άνθρωπο που κανένας δεν μπορεί να ακουμπήσει παρά μόνο να τον αισθάνεται, τον αγνό αγωνιστή, επαναστάτη και πατριώτη, ο οποίος ξέφυγε από το εκτελεστικό απόσπασμα, λόγω του αντίκτυπου που θα είχε η εκτέλεσή του εξαιτίας της γνωστής ηρωικής του πράξης στην Ακρόπολη, θύμα και αυτός παρά λίγο της εκτέλεσης της απόφασης ενός άλλου Έκτακτου Στρατοδικείου, που τον είχε καταδικάσει σε θάνατο προς εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων. 

Η ανατομία της δίκης από οποιονδήποτε καλόπιστο και αντικειμενικό άνθρωπο, είτε αυτός είναι νομικός, είτε όχι, οδηγεί αναγκαίως στο συμπέρασμα, ότι η δίκη αυτή δεν ήταν δίκαιη, αλλά προϊόν των συνεπειών του Μικρασιατικού δράματος, άκρατου πολιτικού φανατισμού και πολιτικής μισαλλοδοξίας, πράγμα το οποίο μας επιτρέπει να ισχυριζόμαστε, ότι το Στρατοδικείο λειτούργησε, όχι ως Δικαστήριο, αλλά ως Επαναστατική Επιτροπή με δικαστικό μανδύα, για να έχει η απόφασή του την επίφαση της νομιμότητας. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να είναι δίκαιη, όταν ο διορισμός των Στρατοδικών έγινε με διαταγή του Υπουργού Στρατιωτικών, όταν Πρόεδρος του Στρατοδικείου έχει ορισθεί ο άλλοτε Διοικητής της Μεραρχίας Κυδωνιών, Υποστράτηγος Αλέξανδρος Οθωναίος, κορυφαίος Αμυνίτης Αξιωματικός από τους πρωταγωνιστές του Κινήματος του Γουδί το 1909 και της εκθρόνισης του Βασιλέως Γεωργίου Β΄ το 1924, όταν Πρόεδρος της Ανακριτικής Επιτροπής ήταν ο Υποστράτηγος Θεόδωρος Πάγκαλος, ο πιο σκληρός της Επανάστασης, ο οποίος σε επιστολή του προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετά την παραπομπή των κατηγορουμένων σε δίκη, αναφέρει "κατ’ εμήν πεποίθησιν οι κατηγορούμενοι θα καταδικασθούν και θα τυφεκισθούν" και έφθασε μέχρι του σημείου να διακόψει τους Στρατοδίκες κατά την ιερή ώρα της διάσκεψης κατά την οποία εκρίνετο η ζωή των κατηγορουμένων και να τους απειλήσει ότι θα είχαν και αυτοί την ίδια με εκείνους τύχη, αν δεν τους επέβαλαν και μάλιστα ομοφώνως, την ποινή του θανάτου, αρκεσθείς για τους Γούδα και Στρατηγό στην επιβολή της ποινής της ισόβιας κάθειρξης, όταν η δίκη διεξήχθη υπό τας ιαχάς χιλιάδων προσφύγων που φώναζαν "εις θάνατον", όταν η Ελλάδα είναι πεσμένη στα γόνατα, δεν προλαβαίνει να θάβει νεκρούς, να γιατροπορεύει τραυματισμένους και άρρωστους, να ψάχνει μια στέγη για τους άστεγους και από την άλλη, να προσπαθεί να σώσει τις σάρκες της, να μη ματώσει περισσότερο, να μην ορφανέψει κι άλλο, όταν το αίμα των Ελλήνων στρατιωτών άχνιζε στην ενδοχώρα της Ανατολίας και τα χιλιάδες κουφάρια τους σάπιζαν στις χαράδρες και στα μικρασιατικά υψίπεδα, όταν οι άνεμοι της προσφυγιάς σάρωναν τα μικρασιατικά παράλια από τον Πόντο μέχρι κάτω απέναντι στην Κύπρο, όταν το Στρατοδικείο έχει συγκροτηθεί από αδιάλλακτους και φανατικούς Αξιωματικούς οι οποίοι έχουν επιλεγεί με κριτήριο την προσήλωσή τους στους σκοπούς της Επανάστασης και στην ειλημμένη απόφασή τους, να αποπλύνουν με αίμα το άγος της Μικρασιατικής Καταστροφής, όταν σε μία ύστατη προσπάθεια του Πλαστήρα, να αποτρέψει την καταδίκη σε θάνατο των εκτελεσθέντων, έλαβε από τον μετέπειτα Πρόεδρο του Στρατοδικείου και τον Πρόεδρο της Ανακριτικής Επιτροπής την απάντηση "Οι κατηγορούμενοι πρέπει να εκτελεσθούν", όταν κορυφαίες πολιτικές προσωπικότητες του δημοκρατικού κόσμου, όπως ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, διακήρυσσαν, ότι έχομεν ανάγκη πλήρους εξαγνισμού, όταν η Επαναστατική Επιτροπή με διάταγμά της τής 12ης Οκτωβρίου 1922 στέρησε από τους μελλοθάνατους το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Αναθεωρητικού Στρατοδικείου και αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της εκδοθησόμενης απόφασης και τέλος, όταν λίγες ημέρες πριν την έναρξη της δίκης, δημοσιεύεται σε όλες τις εφημερίδες διάγγελμα της Επανάστασης προς το Λαό, υπογραφόμενο από τους Αρχηγούς αυτής Πλαστήρα και Γονατά, σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου επιταχύνονται οι διαδικασίες για τη σκληρή τιμωρία "των εχθρών της Πατρίδος".

Κάτω από αυτές τις συνθήκες διεξήχθη η δίκη, οι οποίες δημιούργησαν στους Στρατοδίκες τέτοια συναισθηματική φόρτιση και ψυχική πίεση, ώστε σε συνδυασμό και με το φανατισμό ο οποίος τους διέκρινε, να εμποδίζεται η διερεύνηση της υποθέσεως αμερολήπτως, ψυχραίμως και νηφαλίως, όπως επιβάλλετο και να προκαλείται σ’ αυτούς συνειδησιακή σύγχυση μεταξύ αθώων και ενόχων. Πρόκειται για απόφαση ντροπής, προειλημμένη και διατεταγμένη, η οποία λήφθηκε παρά τους νόμους, το Σύνταγμα και την ηθική από Δικαστές που συγκρότησαν ένα παράνομο Δικαστήριο και αποφάσισαν, κατά καταπάτηση στοιχειωδών υπερασπιστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των κατηγορούμενων αυθαιρέτως, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν με πρόθεση, δηλαδή με δόλο, στοιχείο απαραίτητο για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της εσχάτης προδοσίας και επομένως, της ενοχής των κατηγορουμένων, για απόφαση που προσβάλλει βάναυσα το δικαστικό μας και εν γένει το νομικό μας πολιτισμό. 

Η αυθαίρετη καταδίκη των κατηγορουμένων αποδεικνύεται και από μόνη την απλή ανάγνωση του σκεπτικού της απόφασης και ειδικότερα, από την παραδοχή αυτού, ότι αποδείχθηκε "ότι άπαντες οι κατηγορούμενοι εκ συστάσεως μετ’ άλλων, εν γνώσει όντες ότι η εις την Ελλάδα επάνοδος του Βασιλέως Κωνσταντίνου, λόγω των κατά την διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου εχθρικών αυτού πράξεων κατά των Δυνάμεων της Συννενοήσεως, ήθελεν είσθαι επιβλαβής εις τα εθνικά δίκαια και ιδία, ότι εκλόνισε την συνθήκη των Σεβρών ήτις, ως προς την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης είχε επικυρωθεί υπό της Ελληνικής Βουλής και είχε αυτή εκτελεσθεί δια της κατοχής υπο της Ελλάδος της Θράκης και προσαρτηθείσης ταύτης, ειργάσθησαν δια διαφόρων μέσων και δια ψευδών δηλώσεων και δια της αποκρύψεως των εντεύθεν κινδύνων εις τα εθνικά συμφέροντα υπέρ της επανόδου του Βασιλέως Κωνσταντίνου, επιτευχθείσης δε ταύτης εξεδηλώθη αμέσως η απειληθείσα δια των γνωστών διακοινώσεων μεγίστη δυσμένεια των Δυνάμεων κατά της Ελλάδος, ου ένεκεν, εξέπεσεν αυτή της Συμμαχίας και εστερήθη ούτω της επικουρίας των Συμμάχων προς επιβολήν της Συνθήκης των Σεβρών. Καίτοι δε η Ελλάς απεμονώθη διπλωματικώς και εστερήθη της βοηθείας των Δυνάμεων, εν τούτοις ούτοι, απεφάσισαν να στηρίξωσιν εις τον θρόνον τον βασιλέα Κωνσταντίνο επί θυσία των εθνικών συμφερόντων, όπως υπό την αιγίδα της σταθεράς βάσεως του θρόνου νέμονται τας διαφόρους εξουσίας του Κράτους".

Δέχεται δηλαδή κοντολογής η απόφαση, ότι οι κατηγορούμενοι ηθέλησαν ή τουλάχιστον αποδέχθηκαν τον εδαφικό ακρωτηριασμό της Ελλάδος και συνακολούθως, τον πολιτικό και ηθικό τους θάνατο και την ποινική τους καταδίκη, δηλαδή τον αυτοχειριασμό τους, χάριν της σωτηρίας του θρόνου και της νομής της πολιτικής εξουσίας από αυτούς υπό την προστασία του Βασιλέως. Αυτή όμως η παραδοχή η οποία αποτελεί το κυρίαρχο και κομβικό σημείο της αιτιολογίας της απόφασης είναι εκδήλως αίολη και εντελώς αυθαίρετη, οι δε υποστηρίζοντες τα αντίθετα στερούνται στοιχειώδους λογικής, την οποία απώλεσαν, είτε λόγω πολιτικού φανατισμού είτε λόγω νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών τους λειτουργιών, είτε λόγω ηθικής παραφροσύνης. Ανεξαρτήτως όμως της ελλείψεως του στοιχείου του δόλου, που ήταν απαραίτητο όπως προαναφέρθηκε, για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων, το αληθές είναι, ότι η έκπτωση της Ελλάδος από την επικουρία των Συμμάχων, δηλαδή από την παροχή της οικονομικής τους βοήθειας, δεν επήλθε εξ αιτίας της επανόδου του Βασιλέως Κωνσταντίνου, απλώς η επάνοδος αυτού αποτέλεσε για τους συντάκτες του κατηγορητηρίου το υπομόχλιο της παραπομπής των κατηγορουμένων σε δίκη και ακολούθως, για τους δικαστές που έκριναν στη συνέχεια με βάση αυτό, τον γωνιόλιθο της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στις επανειλημμένες προσπάθειες του Ελευθερίου Βενιζέλου, ως Πρωθυπουργού προς τους Συμμάχους να εκπληρώσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, οι οποίες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους παρέμεναν ανεξόφλητες και απέρρεαν από τις δανειακές συμβάσεις που είχαν συναφθεί τον Φεβρουάριο του έτους 1918 και το έτος 1919, ελάμβανε στερεοτύπως από αυτούς την απάντηση "κάμετε και σείς εσωτερικήν προσπάθεια να πορισθείτε χρήματα από τον τόπο σας για να σας δώσομε και εμείς" και επιπροσθέτως, από το γεγονός ότι η Κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου αναγκάσθηκε κατά την περίοδο 1919 έως τον Σεπτέμβριο του 1920 να συνάψει δάνειο από την Εθνική Τράπεζα, ύψους 1.000.000.000 δραχμών και μάλιστα, με λίαν επαχθείς όρους, πέραν του λαχειοφόρου δανείου που είχε εκδοθεί στις 11 Μαρτίου 1920.

Για τους λόγους αυτούς, ευλόγως και δικαίως ο διεθνής τύπος, ξένοι διπλωμάτες και πολιτικοί χαρακτήρισαν τη δίκη ως "θεατρική παράσταση και φάρσα", γιατί έγινε προκειμένου να πεισθεί η κοινή γνώμη ότι τηρήθηκαν οι νόμιμοι τύποι προς δικαιολόγηση της θανατικής καταδίκης, τη δε εκτέλεση των Έξι, ως "πράξη μεγίστης βαρβαρότητας, αποτρόπαιο έγκλημα, τερατώδη τραγωδία και δικαστική δολοφονία". Και αυτός ακόμη ο μέγας πολιτικός άνδρας και πολιτικός αντίπαλος των καταδικασθέντων, Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος γνώριζε το παρασκήνιο της δίκης και είχε επίγνωση των γεγονότων της κατάρρευσης του Μικρασιατικού Μετώπου και της διάλυσης του Στρατού, υπό την ιδιότητά του ως πρωθυπουργού, σε αποκαλυπτική δήλωσή του κατά την αγόρευσή του ενώπιον της Βουλής των Ελλήνων στις 31 Μαρτίου 1932, η οποία είχε αποτελέσει και το περιεχόμενο επιστολής, την οποία είχε αποστείλει τον Ιανουάριο του έτους 1929 στον τότε Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και Αρχηγό του Λαϊκού Κόμματος, Παναγή Τσαλδάρη, αναφέρει μεταξύ των άλλων: 

'Δύναμαι να διαβεβαιώσω υμάς κατά τον πλέον κατηγορηματικόν τρόπον, ότι ουδείς των πολιτικών Αρχηγών της Δημοκρατικής παρατάξεως θεωρεί, ότι οι ηγέτες της πολιτικής ήτις ηκολουθήθη μετά το 1920 διέπραξαν προδοσίαν κατά της χώρας ή ότι εν γνώσει οδήγησαν τον τόπον εις την Μικρασιατικήν Καταστροφήν. Αντιθέτως, πιστεύω ακραδέντως, ότι θα ήσαν ευτυχείς, αν η πολιτική των οδήγει την Ελλάδα εις εθνικόν θρίαμβον και ότι αποτελεί ειλικρινή του επιθυμία, να αποκατασταθεί η μνήμη των νεκρών υπέρ των οποίων ήταν έτοιμος να προσέλθει εις μνημόσυνον, όπως δεηθεί μετά των συγγενών και φίλων αυτών, από κοινού υπέρ εκείνων και ακόμη ότι από τους ανθρώπους εκείνους, επί των οποίων εγένετο η εκτέλεσή της αποφάσεως του Στρατοδικείου, ο αδικότερον τυφεκισθείς είναι ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης', 

για τον οποίο δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής, ότι, ως Υπουργός Οικονομικών, λίγο χρόνο πριν αναλάβει Πρωθυπουργός, έκανε εσωτερικό αναγκαστικό δάνειο με τη γνωστή σε όλους μας διχοτόμηση του χαρτονομίσματος, για να στηρίξει με τα αναγκαία οικονομικά μέσα τον αγώνα του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία, αναγνωρίζοντας έτσι ευθέως με τη δήλωσή του αυτή ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ότι και οι υπόλοιποι εκτελέσθηκαν αδίκως. Αλλά και ο Θεόδωρος Πάγκαλος, μετά την πτώση της δικτακτορίας του, διακατεχόμενος προδήλως από τύψεις συνειδήσεως για την εγκληματική διαγωγή που είχε επιδείξει, τόσο κατά το στάδιο της ανακρίσεως, όσο και κατ’ εκείνο της διασκέψεως των Στρατοδικών, κατά το οποίο μάλιστα είχε αποκτήσει και την ιδιότητα του Υπουργού Στρατιωτικών, κατά το χρόνο της κρατήσεώς του στις φυλακές Αβέρωφ προέβη στην εξής δήλωση: "Σήμερον, εξετάζων τις άνευ προκαταλήψεως τα γεγονότα, δεν είναι δυνατόν να αρνηθεί ότι οι άνδρες εκείνοι έπεσαν μοιραία θύματα μιας θυέλλης, εξ εκείνων, αίτινες παράγονται κατ’ απαράβατον νόμον από τας εθνικάς συμφοράς, ως η του 1922. Αν καλώς ή κακώς εγένοντο αι εκτελέσεις εκείναι, δεν είναι βεβαίως δυνατόν να υπάρχει σήμερον ουδείς και μεταξύ ακόμη των Στρατοδικών, όστις να μη θλίβεται δια τον άδικον θάνατον των έξι εντίμων εκείνων πολιτικών ανδρών". 

Ενώ, πολλά χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του έτους 1949, υπό καθεστώς πλήρους ελευθερίας ευρισκόμενος, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα "Έθνος", θα πει για τους εκτελεσθέντες "Δεν παραδέχομαι ότι διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν, αλλά μπορούμε να είπομεν σήμερον, ότι υπήρξαν μάλλον μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της πατρίδος κατά τας κρισίμους εκείνας στιγμάς". Ογδόντα οκτώ χρόνια πέρασαν από τότε για να απονεμηθεί η ανθρώπινη Δικαιοσύνη. Μετά από αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η δολοφονική απόφαση, που υποβλήθηκε από τον εγγονό του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, που δίκασε χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς την πίεση των γεγονότων της εποχής εκείνης, με την υπ’ αριθ. 1533/2009 απόφασή του, όπως συμπληρώθηκε με την υπ’αριθ. 1075/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έκρινε ότι οι καταδικασθέντες ήταν αθώοι και ακύρωσε την επαίσχυντη απόφαση. Με την ιστορική αυτή απόφασή του ο Άρειος Πάγος ήρε τις πλάκες της προδοσίας που είχαν σκεπάσει τους τάφους των Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, Πρωθυπουργού, Δημητρίου Γούναρη πρώην Πρωθυπουργού, Νικολάου Στράτου, Εντολοδόχου Πρωθυπουργού και Προέδρου της Βουλής, Νικολάου Θεοτόκη, Υπουργού, Γεωργίου Μπαλτατζή, Υπουργού, και Γεωργίου Χατζανέστη Αρχιστρατήγου κι έβαλε ταφόπλακα στην αμφισβήτηση της τιμής και του πατριωτισμού τους.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Οι κιθάρες μου - FENDER STRATOCASTER STANDARD


Νομίζω πως είναι η πιο αγαπημένη μου. Αυτή με την οποία μπόρεσα να εκφραστώ καλύτερα. Αν και κατά βάση ακουστικός κιθαρίστας, αυτό το ηλεκτρικό όργανο με μάγεψε με τον ήχο του από τότε που ήμουν παιδί. Δεν μπορώ να αρνηθώ πως από άποψη εντυπωσιασμού, πομπώδους εμφάνισης και μουσικού "εκτοπίσματος", το αντίπαλο δέος της Gibson δέσποζε ακλόνητο στο στερέωμα, αλλά η ψυχή πήγε και κρύφτηκε μέσα στο σώμα της Stratocaster, μπλέχτηκε για τα καλά στις χορδές της και στο tremolo.

Σαν παιχνίδι, σαν παιδικό αστείο φάνταζε και εξακολουθεί να φαντάζει στα χέρια μου. Σαν ψεύτικη. Λες και δεν κρατώ ένα πραγματικά σπουδαίο μουσικό όργανο αλλά ένα αρκουδάκι, ένα μικρό καρουσέλ που το κουρδίζεις κι εκείνο γυρνά γύρω-γύρω τραγουδώντας τις πιο όμορφες, τις πιο γλυκές μελωδίες. Μόνο έτσι μπορώ να την δω. Τέτοια συναισθήματα μου βγάζει. Όταν όμως περνάς το λουρί στην πλάτη σου και αγγίζεις τις χορδές της, βλέπεις πως είναι πολύ πιο σοβαρή από όσο θέλει να δείχνει ο παιχνιδιάρικος χαρακτήρας της. Απλώς δεν είναι "βαριά". Είναι έξυπνη και χαριτωμένη. Δίνει και παίρνει -αν θες και αν έχεις, της δίνεις, δεν σου ζητάει. Είναι ελεύθερη. Είναι η πιο ελεύθερη κιθάρα που έχω παίξει -και έχω παίξει δεκάδες διαφορετικής κατασκευής. Χμ, είναι και όμορφη, θηλυκή. Με εκείνη τη θηλυκότητα του μέτρου και της φυσικής συστολής που αιχμαλωτίζει. Η καμπύλη του ξύλου στην εσωτερική πλευρά της τα λέει όλα. Και όταν την στρέψεις υπό μια συγκεκριμένη γωνία, είναι σαν γυναίκα όμορφη με τις κλασικές αρχαιοελληνικές αναλογίες. Είναι απίστευτο, ακούγεται αλλόκοτο και αλλοπαρμένο, αλλά έτσι είναι. Οι μουσικοί καταλαβαίνουν.

Η θρυλική εσωτερική καμάρα της
Πολλοί κατασκευαστές προσπάθησαν και κατάφεραν να δημιουργήσουν τον χαρακτηριστικό ήχο της τέταρτης θέσης του πενταθέσιου διακόπτη της Stratocaster. Ήταν απλά θέμα των πηνίων και των περιελίξεών τους -δεν ήταν κανένας μυστικός κώδικας. Αλλά εκείνη ήταν η πρώτη που κατέκλυσε τα βινύλια από την εποχή του Buddy Holly. Η σημειολογία είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι άλλο να κρατάς μια απευθείας απόγονο του πρωτότυπου. Ακόμη και ο Mark Knopfler, ένας από τους πιο άξιους υπηρέτες της, όταν πρόκειται να δώσει "βαθύτερες" και πιο εσωτερικές ερμηνείες των τραγουδιών του, αφήνει στην άκρη την χειροποίητη Pensa του και πιάνει την Stratocaster. Το κοντσέρτο στη Βασιλεία της Ελβετίας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και όλοι θυμόμαστε το Highway Star του Ritchie Blackmore, την καταιγιστική δουλειά του David Gilmour στους Pink Floyd και, φυσικά, την εμβληματική μορφή του Jimi Hendrix.

Η πρώτη μου επαφή μαζί της ήταν πίσω στις αρχές του '80, στο σχολείο, όταν ένας φίλος μου δάνεισε για λίγες μέρες τη δική του και την πήρα στο σπίτι για να παίξω. Να είναι καλά ο Γιώργος ο Μέκρας, όπου κι αν βρίσκεται. Βέβαια, ήταν δεξιόχειρη αλλά δεν πτοήθηκα καθόλου. Έβαλα τις χορδές ανάποδα και έπαιξα. Μου είχε δώσει και τον ενισχυτή του. Χάζεψα κυριολεκτικά με τους ήχους της. Ήταν μια ασημί ANNIVERSARY του 1979 με μαύρη διακόσμηση. Ίσως γι' αυτό κι εγώ τελικά, μετά από σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια, της φόρεσα τα μαύρα. 

Αγοράσθηκε στα λευκά
Την αγόρασα ασημένια με λευκή διακόσμηση και ξανθή ταστιέρα γύρω στα Χριστούγεννα του 1991. Θυμάμαι πως τότε δεν υπήρχαν παρά ελάχιστες αριστερές ηλεκτρικές κιθάρες στα αθηναϊκά μουσικά καταστήματα -για να μην πω πως δεν υπήρχε σχεδόν καμία. Μόνο μια και μοναδική αριστερή Stratocaster είχα δει κάποτε σε ένα μικρό μαγαζάκι κάπου ψηλά στην Χαριλάου Τρικούπη -ή στη Μαυρομιχάλη;- στη Νεάπολη, στο δεξί πεζοδρόμιο ανεβαίνοντας προς τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας -το θυμάμαι σαν τώρα. Φυσικά μπήκα μέσα και την έπιασα στα χέρια μου γεμάτος ταραχή. Αυτά γίνονταν γύρω στα 1984, πολύ πίσω. Ήταν η πρώτη μου επαφή με αριστερή Fender. Η συγκεκριμένη κόστιζε 77.000 δραχμές, το θυμάμαι πολύ καλά. Ακόμη απορώ πώς βρέθηκε εκείνη η κιθάρα σε εκείνη τη βιτρίνα -χωρίς να είναι μεταχειρισμένη για να υποθέσει κανείς ότι κάποιος την έδινε.

Το μαγαζί από όπου αγόρασα τη δική μου είχε μόλις ανοίξει και το είχε κάποιο παιδί που παλιότερα εργαζόταν ως υπάλληλος σε άλλο, παρόμοιο, μουσικό κατάστημα. Τον ήξερα λοιπόν και με ήξερε. Μπήκα και ρώτησα δειλά αν μπορεί να μου φέρει μια αμερικάνικη αριστερή Fender Stratocaster. Μου είπε ναι, μόνο που η ποικιλία των χρωμάτων εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ περιορισμένη. Εμένα αυτό που με ενδιέφερε πρωτίστως ήταν η ανοιχτόχρωμη ταστιέρα. Έτσι την φανταζόμουν, έτσι την ήθελα. Το μαύρο με περιόριζε, με στένευε. Ένιωθα πως τα δάχτυλά μου δεν θα κυλούσαν το ίδιο γρήγορα και γλυκά-μελωδικά πάνω σε μαύρη ταστιέρα. Θα βούλιαζαν. Πως το παίξιμό μου δεν θα ήταν ευχάριστο. Ακόμη το πιστεύω και το νιώθω. Είχα να επιλέξω ανάμεσα σε ελάχιστα χρώματα για το κυρίως σώμα της. Δεν τα θυμάμαι, αλλά πρέπει να ήταν κίτρινο, φιστικί και...το ασημί-γκρίζο. Δεν καθυστέρησα καθόλου. Μου άρεσε πολύ η ασημένια, μου πήγαινε. Εξάλλου, την ήξερα. Την παρήγγειλα. Μαζί με έναν ενισχυτή της ίδιας εταιρείας. Αν θυμάμαι καλά, μόνο η κιθάρα πρέπει να κόστισε γύρω στις 150.000 δραχμές.

Μαζί ταξιδέψαμε μέχρι την άκρη της Ελλάδας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποια φορά να παίζω με πυρετό 38,5 και ψιλόβροχο σε ένα υπαίθριο θεατράκι λίγο έξω από την Καστοριά. Ήταν φθινόπωρο προχωρημένο μάλιστα. Έτρεμα ολόκληρος, αν και είχα πάρει γερή δόση αντιπυρετικών. Τη νύχτα στο ξενοδοχείο σχεδόν είχα παραισθήσεις από τον πυρετό. Κακήν κακώς ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα και στο ταξίδι της επιστροφής ο πυρετός άρχισε να πέφτει.

Είναι η κιθάρα πάνω στην οποία ανακάλυψα και έμαθα κάποια από τα μυστικά και τις μεθόδους παιξίματος της ηλεκτρικής κιθάρας. Ώρες ατελείωτες. Κάποια περίοδο στα μαγαζιά έπαιζα μόνο ηλεκτρική κιθάρα. Ακόμη και κάποιες μπαλάντες τις έπαιζα με αυτή. Στο υπόλοιπο πρόγραμμα, στο οποίο έπαιζα συνήθως με κάποιον άλλο μουσικό, πειραματιζόμουν και απογειωνόμουν με την Stratocaster. Μόνο δοξάρι δεν χρησιμοποίησα -από όσο θυμάμαι τουλάχιστον. Σλάιντ, μικροφωνισμούς με τον ενισχυτή που κατέληγαν σε στριγγλίσματα, πολλούς και διάφορους παραμορφωτές. Συφοριασμένη νεανική ορμή. 

Μαγαζιά μικρά, μεγάλα, γήπεδα ποδοσφαίρου, συναυλίες, γήπεδα μπάσκετ, πρόβες, πρόβες, πρόβες. Μέσα στη βαλίτσα της και στο άλλο χέρι ο ενισχυτής. Στην πλάτη ο σάκος με τα παρελκόμενα: καλώδια, καλωδιάκια, κουρδιστήρι, πένες, χορδές, λουριά, παραμορφωτές, ντοσιέ, το σλάιντ, το μανιβελάκι για την αλλαγή χορδής, ίσως κάποια φυσαρμόνικα με τη βάση της για το λαιμό. Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ή στο πορτ-μπαγκάζ. Η μοναδική μέρα που δεν έπαιρνα αυτοκίνητο ήταν την παραμονή του Πολυτεχνείου. Πήγαινα με ταξί. Δεν ήξερες τι θα σου ξημέρωνε. Το κέντρο της Αθήνας ήταν έκθετο και τις περισσότερες φορές αποκλεισμένο -ακόμη και να ήθελα να κατέβω με το αυτοκίνητο, δεν θα μπορούσα να προσεγγίσω.

Στα τέλη Αυγούστου του 2013, στα πλαίσια μιας γενικότερης ανακατάταξης και επαναπροσδιορισμού της ζωής μου, αποφάσισα να αλλάξω, να βελτιώσω και να επιδιορθώσω τις κιθάρες μου. Για την Stratocaster ονειρεύτηκα τα μαύρα ρούχα. Ήταν καιρός πια. Τόσα χρόνια ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό η αλλαγή αυτή. Βέβαια, καθοριστικό ρόλο έπαιξε το διαδίκτυο και οι αγορές που μπορούσαν να γίνουν πια μέσα από εκεί. Είχα τη δυνατότητα να βρω κάθε εξάρτημα και δεν είχα επίσης κανένα πρακτικό ή τεχνικό πρόβλημα να τη μετατρέψω εγώ ο ίδιος. Έψαξα φωτογραφίες ασημένιας κιθάρας με μαύρα εξαρτήματα για να δω αν εξακολουθούσε να μου αρέσει. Μου άρεσε και πολύ μάλιστα. Ανατρίχιασα σχεδόν από την ομορφιά και την αρμονία των δυο χρωμάτων. Το αποφάσισα και άρχισα να ψάχνω για όλα τα εξαρτήματα. Ένα-ένα.

Ήταν και μια πολύ καλή ευκαιρία να καθαριστεί εσωτερικά. Τόσα χρόνια δεν την είχα ανοίξει ποτέ και -όπως και να το κάνεις- ήταν πολύς ο καιρός. Ανακάλυψα επίσης τις εργοστασιακές σφραγίδες με την ημερομηνία κατασκευής της, στο εσωτερικό του σημείου όπου το μπράτσο βιδώνεται στο σώμα. Χρόνια κρυμμένες εκεί, αόρατες. Τα εξαρτήματα άρχισαν να έρχονται -κυρίως από την Αγγλία- και να συγκεντρώνονται. Όταν πια είχαν έλθει όλα, είχε σημάνει η ώρα της μεταμόρφωσης. Γαλλικά-γερμανικά κλειδιά, κατσαβίδια, λίμες, πανιά, καθαριστικά της ταστιέρας -όλα πάνω στο τραπέζι. Όλα τέλειωσαν μέσα σε λίγη ώρα και το νέο όργανο ήταν έτοιμο! Δεν χόρταινα να την κοιτάζω. Αρμονία χρωμάτων. Όνειρο. 

Έχω κι άλλες ηλεκτρικές κιθάρες. Όταν όμως περνάω αυτή πάνω από τους ώμους μου νιώθω ένα μαζί της. Κολλάει πάνω στο στήθος και στην κοιλιά μου με έναν τρόπο που δεν συμβαίνει με καμιά άλλη. Ίσως είναι αυτή η εσωτερική καμπύλη του ξύλου. Ίσως είναι ο απόλυτος σχεδιασμός της. Και ό,τι και να παίξω ακούγεται γλυκό και αρμονικό. Τώρα πια που οι μουσικές μου προτιμήσεις έχουν διαφοροποιηθεί τόσο πολύ σε σύγκριση με την περίοδο της ενεργής μουσικής μου παρουσίας, ο ήχος αυτής της κιθάρας με καλύπτει πάντα. Νιώθω πως από μόνη της με οδηγεί στη μελωδία. Με τον ίδιο πάντα τρόπο, μετά από τόσα χρόνια, όπως την πρώτη φορά.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Γιατί κατέβηκα από τη σκηνή


"ΤΣΑΪ ΣΤΗ ΣΑΧΑΡΑ" - Απρίλιος 2009
Πολλοί φίλοι από τα παλιά και αρκετοί μεταγενέστεροι αναρωτήθηκαν πριν από χρόνια -ή αναρωτιούνται ακόμη, ίσως σε αυτές τις εποχές περισσότερο- γιατί κατέβηκα από τη σκηνή μετά από τόσα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας*, χωρίς να έχω καμιά διάθεση να επιστρέψω, παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που έχω δεχθεί και εξακολουθώ να δέχομαι. 

Δεν είμαι κανένας διάσημος και επώνυμος, ούτε υπήρξα ποτέ. Δεν θέλησα να γίνω** ή δεν είχα τις ικανότητες ή τις προϋποθέσεις. Αλλά, στο βαθμό που αυτό εξαρτιόταν από εμένα, η διασημότητα δεν επήλθε από προσωπική θέση και άποψη. Παρ' όλα αυτά, υπηρέτησα την τέχνη μου όσο μπορούσα πιο ευσυνείδητα και ασυμβίβαστα. Γι' αυτό νομίζω πως την εγκατέλειψα -δεν με εγκατέλειψε. Γράφει κάπου ο Διονύσης Σαββόπουλος: "Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ' την τρέλα, όχι για να σωθεί, αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς". 

Οφείλω να κάνω ένα διαχωρισμό από την αρχή. Όσα θα πω αφορούν στη χώρα που ζούμε και επίσης δεν θα αναφερθώ στη μουσική που ενδείκνυται για διασκέδαση -που είναι τόσο, μα τόσο αναγκαία στον άνθρωπο για να εκτονώνεται, να διασκεδάζει, να φτιάχνει παρέες και να βιώνει την ελαφρότητα της ζωής. Θα μιλήσω για ψυχαγωγία και για τον τρόπο που εγώ επέλεξα προκειμένου να προφυλάξω και να διατηρήσω την τέχνη μου. Δεν έχω προσωπική άποψη για το τι γίνεται και πώς λειτουργούν αυτά που θα θίξω στο εξωτερικό. Εκεί όπου οι ακροατές είναι διαφορετικοί και τα κράτη διαθέτουν άλλες δομές, άλλη παιδεία, και διέτρεξαν άλλες διαδρομές στους αιώνες. Δεν γνωρίζω πώς βιώνει και πώς ασκεί την τέχνη του ο καλλιτέχνης-μουσικός εκτός Ελλάδας. Έχοντας διαβεί μέσα από τα χρόνια της Αναγέννησης, της γαλλικής επανάστασης, του Διαφωτισμού, της βιομηχανικής επανάστασης, του Μάη του '68 και τόσων άλλων πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών. 

Ακόμη και τα τελευταία χρόνια που εμφανιζόμουν, ζητούσα πολύ συχνά να μου σβήνουν τα φώτα της σκηνής. Δεν τα ήθελα. Ιδιαίτερα όταν το ακροατήριο άρχιζε να χαλαρώνει πραγματικά και να μετέχει σχεδόν απόλυτα στην πορεία και διαδικασία του τραγουδιού, προχωρώντας μόνο του, χωρίς την ανάγκη της δικής μου ύπαρξης-καθοδήγησης. Εκείνη τη στιγμή ήταν επικίνδυνο να συνεχίσω να φωτίζομαι και η παρουσία μου να μεγεθύνεται. Όχι, δεν είναι αυτός ο σκοπός της τέχνης. Αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης στον άκρατο και τυφλό καπιταλισμό, που την αλλοίωσε και την έκανε άλλο ένα επικερδές παιχνίδι στα χέρια του, δημιουργώντας είδωλα, πρότυπα, μοντέλα. 

Αμφιθέατρο ΕΜΠ, Ζωγράφου - Άνοιξη 1989
Η ανάγκη για χειροκρότημα και αποδοχή είχε παρέλθει. Χορτάστηκε γρήγορα. Φυσικά και όταν πρωτοήλθαν τα δέχτηκα με χαρά. Τόνωσαν και ενίσχυσαν την αυτοπεποίθησή μου. Αλλά σε λίγο κατάλαβα πως εκεί βρισκόταν η παγίδα. Με έτρωγαν τα πόδια μου, ήθελα να προχωρήσω. Εκεί ένιωθα πως βούλιαζα σε κάτι ύποπτο που με αποκοίμιζε. Δεν ήθελα να βλέπουν οι άνθρωποι μπροστά τους ένα φως, μια αυθεντία. Δεν ήμουν ο καθοδηγητής τους. Δεν ήμουν ο ηγέτης τους. Δεν ήμουν ο μέντοράς τους. Δεν ήμουν ο ινστρούκτοράς τους. Δεν ήμουν το είδωλό τους. Δεν ήμουν ο Μεσσίας τους. Δεν ήθελα να είμαι τίποτα από όλα αυτά. Δεν ήθελα να γίνω. Όχι μόνο δεν τα πίστευα αλλά τα αντιμαχόμουν κιόλας. Ήταν επικίνδυνο τόσο για εκείνους όσο και για μένα. Για εκείνους γιατί αυτό θα τους αποκοίμιζε και θα έπαυαν να ακούνε και να θέλουν να αρθρώσουν και τη δική τους φωνή -δειλά ίσως στην αρχή, αλλά μετά από λίγη ώρα με θάρρος και αυτοπεποίθηση, που ενισχυόταν και γινόταν αποδεκτή μέσα στην ομάδα που φτιάχναμε. Κάποιες στιγμές, σε κάποια τραγούδια, κάποια φωνή ξεχώριζε και "οδηγούσε". Οι υπόλοιποι την αφήναμε και της δίναμε το χώρο της. Στο επόμενο τραγούδι ξεχώριζε κάποια άλλη. Και την αφήναμε κι εκείνη. Αυθόρμητα και ελεύθερα. Εγώ είχα από ώρα κατέβει από το πάλκο και καθόμουν σε κάποιο τραπέζι ή στο σκαλοπάτι της σκηνής, έχοντας χαμηλώσει πολύ την ένταση της κιθάρας μου για να ακούγονται οι φωνές. Φυσικά και δεν υποστηρίζω πως δεν υπάρχει ανάγκη ύπαρξης του καλλιτέχνη -αρκεί αυτός να λειτουργεί κάπως ως "δίσκος" σε κάποια τραγούδια και ως συντονιστής σε άλλα, όπως αυτά που περιγράφω παραπάνω. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, το επαναλαμβάνω. Δεν χρειάζεται παραπάνω, είμαι απόλυτα πεπεισμένος μετά από τόσα χρόνια στη σκηνή. Μετά από τους τόσους και τόσους ανθρώπους που συναναστράφηκα και γνώρισα. Που σχεδόν σε όλους -για να μην είμαι και απόλυτος- διέκρινε κανείς ένα ιδιάζον Εγώ, σε διάφορες παραλλαγές. Ο Μάνος Χατζιδάκις το είχε χαρακτηρίσει "ατροφικό" και είχε πολύ δίκιο για άλλη μια φορά. Όσο πέρναγαν τα χρόνια, η απόσταση της σκηνής από το ακροατήριο μεγάλωνε και η σκηνή γινόταν ολοένα και περισσότερο μεγαλοπρεπής και φαντασμαγορική. Ενδεικτικό της αγεφύρωτης πλέον απόστασης που αποκτούσε υπόσταση.

Εγώ ήξερα πως δεν έπρεπε να παίζω κανένα άλλο ρόλο γι' αυτούς παρά εκείνο της "αλογόμυγας", της αφορμής. Τίποτε περισσότερο. Κάθε άλλος ρόλος οδηγεί μαθηματικά στην καταστροφή. Και στον διασυρμό της Τέχνης και της λειτουργίας της. Όλα τα άλλα είναι εκ του πονηρού. Είναι υποπροϊόντα του καπιταλισμού, ο οποίος τις τελευταίες δεκαετίες -μάλλον αιώνες- έχει ξεσπαθώσει παντού και προτάσσει είδωλα. Απόλυτα, τεράστια, ανυπέρβλητα, απρόσιτα -και τελικά απάνθρωπα. Οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουμε γιατί το δηλητήριο εισχώρησε αργά-αργά και ύπουλα, με επιφάσεις και ενδύσεις προκλητικές, ερεθιστικές, που ενεργοποιούσαν την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Οι μουσικοί θα έπρεπε να ερμηνεύουν στο σκοτάδι, απενδεδυμένοι της κοσμικής και φθαρτής τους υπόστασης. Για να συμβαδίζουν με την τέχνη τους. Ποτέ δεν κατάλαβα ποια διαφορά έχει η μουσική από τη ζωγραφική και τη γλυπτική, όπου δεν μας είναι απαραίτητο να βλέπουμε και τον ίδιο τον καλλιτέχνη δίπλα στο έργο του. Για μένα δεν έχει καμιά σημασία που το έργο στη μουσική "αναδημιουργείται" εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στο τρέχον παρόν, ενώ στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στη γλυπτική, στην ποίηση, στη φωτογραφία και στον κινηματογράφο το έργο είναι ήδη ολοκληρωμένο και κατατεθειμένο στην αποταμίευση της αιωνιότητας. Θεωρώ πως είναι τρομακτικά επικίνδυνο αυτό που γίνεται στη μουσική, η δυνατότητα δηλαδή της "ζωντανής" αναπαραγωγής της, διότι σε απογειώνει από την πραγματικότητα και σε εκσφενδονίζει σε σφαίρες ανείπωτου ναρκισσισμού. Η μουσική είναι "ενδιάμεση" τέχνη. Στη μια πλευρά βρίσκονται οι προηγούμενες, ενώ στην άλλη βρίσκονται το θέατρο και ο χορός. Αυτές όμως είναι άλλες τέχνες, πολύ πιο σύνθετες. Λειτουργούν διαφορετικά. Η αλληλεπίδραση με τον θεατή στηρίζεται σε άλλες βάσεις και αρχές. Και -πάνω απ' όλα- είναι ΑΥΣΤΗΡΕΣ. Δεν έχουν κανένα, μα κανένα, περιθώριο παρέκκλισης από τους νόμους και κανόνες που επιβάλλουν ο σκηνοθέτης και ο χορογράφος.

Κάποιος φίλος υπογράμμισε και την τεράστια ευθύνη του καλλιτέχνη που, μέσω της επιβολής της προσωπικότητάς του και της φυσικής του παρουσίας, μετατρέπεται σε μύστη και αναλαμβάνει την τεράστια ευθύνη της καθοδήγησης του κόσμου-κοινού. Που μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε χειραγώγηση. Φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί τους ακροατές του -πού; Στην πορεία της ατέρμονης -και κάποιες φορές αδιεξοδικής, λόγω των παραπάνω κινδύνων που ελλοχεύουν- διαδρομής του.

"dellarte art cafe", Κουκάκι - 20 Μαρτίου 2010
Για να γυρίσω πάλι λίγο πίσω στο χρόνο, τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ πια. Δεν έβλεπα να γεννιούνται καινούργια πράγματα πια. Και όλη εκείνη τη "νέα γενιά" δημιουργών την αντιλαμβανόμουν σαν σκουλήκια που έγλυφαν τ' άντερά μου από μέσα και μου έφερναν μεγάλη λιγούρα. Με εκείνη την τεράστια αυτολύπηση, ηττοπάθεια και μοιρολατρεία τους. Λες και όλες οι νότες και οι συλλαβές τους έβγαιναν μέσα από μια θάλασσα σκοτεινών παραισθήσεων. Οι μουσικές τους ήταν σχεδόν παρόμοιες, υπνωτιστικές και ανέμπνευστες. Χωρίς καμιά διάθεση συκοφαντίας, αλλά γιατί έχω ανάγκη να φωτίσω και κάποιες άλλες, άγνωστες ίσως, πλευρές, θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα γεγονότα -χωρίς όμως να αναφέρω ονόματα. Θυμάμαι να χάνω κάθε ιδέα για κάποιον "μέγιστο μύστη" της νεολαίας ένα μεσημέρι του '88, στο υπόγειο μουσικό εργαστήρι του Λάζαρου-ΖΟΖΕΦ στον Πειραιά. Είχα πάει μια κιθάρα μου για επισκευή. Ήταν κι εκείνος εκεί. Ο Λάζαρος με παρακάλεσε να του παίζω τραγούδια δικά μου ενόσω επιδιόρθωνε την κιθάρα μου. Έπαιξα. Και είδα στα μάτια του εν λόγω κυρίου τη δίψα του όρνεου. "Δώσε μου, ρε μεγάλε, κανένα τραγουδάκι να συμπληρώσω το δίσκο μου!", μου είπε. "Μπααα", του απαντώ, "να 'σαι καλά, σ' ευχαριστώ". Είχα δει την ανάγκη να "συμπληρώσει το δίσκο" της εταιρείας και του συμβολαίου και όχι αυτό το κάτι άλλο που θα με έκανε να παίξω κι άλλα τραγούδια σε εκείνο το υπόγειο εκείνο το μεσημέρι... Δεν υπήρχε περίπτωση. Σταμάτησα κι εκείνο που έπαιζα. Μέχρι τότε τον είχα παρακολουθήσει αρκετές φορές ζωντανά να χαριεντίζεται με τους προβολείς και την τεράστια ανάγκη του για χειροκρότημα, αλλά είχα πάψει από καιρό να του προσφέρω τον οβολό μου.

Είχα αρχίσει να μην ξέρω τι να παίξω πια. Μερικά σκόρπια ελληνικά τραγούδια και λίγα ξένα; Η αλήθεια είναι πως δεν άντεχα πια να παίζω τα ίδια και τα ίδια. Και είναι σίγουρο πως υπήρξα από εκείνους που έψαχναν καθημερινά και ατελείωτα για νέους ανθρώπους, νέους καλλιτέχνες. Και που, όταν τους παρουσίαζα στο ακροατήριο, στην αρχή εισέπραττα την επιφύλαξη, αλλά σε λίγο καιρό ο κόσμος δίψαγε για τη νέα ανακάλυψή μου, αφού τα ραδιόφωνα κατακλύζονταν πλέον από αυτούς.

Όταν πρωτοήλθε στην Αθήνα κάποιος νέος τότε καλλιτέχνης, που μετέπειτα μεγαλούργησε, και έπαιξε στο τότε Ραβάναστρο της οδού Δημητσάνας, στο ακροατήριο ήμασταν επτά-οκτώ άτομα -οι τέσσερις ήταν η παρέα του- και το μαγαζί άδειο εντελώς... Καθόμουν στο μπαρ με την Ράνια από μέσα να σερβίρει. Τότε ήταν πολύ φρέσκος ο ήχος και όμορφα τα τραγούδια του. Αργότερα μπερδεύτηκε και χάθηκε μέσα στο λαβύρινθό του... Όταν πρωτοέπαιξε στην Αθήνα κάποιος άλλος, πολύ φέρελπις, συνάδελφός του, στο Άλλοθι των Εξαρχείων, ήμασταν καμιά δεκαριά -το πολύ- άτομα μέσα στο μαγαζί... Στη συνέχεια εκείνος έδειξε περισσότερη σύνεση από τον προηγούμενο και δεν αποτρελάθηκε. 

Έφτασε όμως κάποια στιγμή που δεν μπορούσα να ανακαλύψω πια τίποτα. Και αυτοί που είχα ανακαλύψει είτε άρχισαν να χάνονται αποπροσανατολισμένοι μέσα σε μια χαοτική πορεία, είτε καβάλησαν το καλάμι και τραβούσαν για το άγνωστο μέσα σε "μουσικές σκηνές" -το αντίπαλο δέος των σκυλάδικων, που έπρεπε οπωσδήποτε να αντιτάξει η "κουλτούρα" (όπως μεγαλοφυώς την περιγράφει ο Θοδωρής Τρύφωνας σε εκείνο τον υπέροχο πρώτο δίσκο των Αγάπανθος). Και όσα λέω δεν είχαν να κάνουν με δικές μου, προσωπικές διαδρομές και τυχόν προβληματισμούς ή αδιέξοδά μου. Όταν έχεις απέναντί σου ένα κενό κοινό, χωρίς πολιτισμικό υπόβαθρο και γνώση της ιστορίας, χωρίς γνώση της μουσικότητας της μουσικής, δεν έχεις πολλά περιθώρια. Επίσης δεν έχεις πολλά περιθώρια όταν ο βιοπορισμός σου εξαρτάται αποκλειστικά από την τέχνη σου. Γίνεται θηλιά στο λαιμό και σε πνίγει. Κακά τα ψέματα. Η τέχνη για να ανθίσει και να δώσει καρπούς χρειάζεται ένα συνδυασμό ταλέντου, έμπνευσης, ικανοτήτων, μελέτης και μιας κάποιας σχετικής οικονομικής άνεσης. Η γνωστή ιστορία της αστικής τάξης από την οποία ξεπήδησαν τα μεγάλα κινήματα...

Έβλεπα ήδη από το 1993 την αλλαγή στα μάτια του κόσμου, του ακροατηρίου. Ήταν θολά πια. Η ελληνική κοινωνία μεταλλασσόταν, άλλαζε γενιά. Και η πραγματική έμπνευση στέρευε. Το είχε νιώσει και επισημάνει ο Μάνος Χατζιδάκις ήδη από το 1982 στην Κέρκυρα, μετά τους δεύτερους Αγώνες, και το είχε επιβεβαιώσει οικτρά το 1991 στην Καλαμάτα. Έβλεπα αυτό που ερχόταν. Αυτό ακριβώς που ζούμε σήμερα. 'Ηταν μαθηματικά βέβαιο. Η πληροφορική άρχισε να διεισδύει αργά, υπόγεια και "ύπουλα" αφού δεν υπήρχε καμιά παιδεία και ιστορική γνώση για να προβάλει αντίσταση και να επιβάλει το μέτρο. Και η παγκοσμιοποίηση επίσης. Όλοι μέτοχοι και κοινωνοί σε όλα. Όλοι νόμισαν πως θα γίνονταν άρχοντες και εξουσία. Πως είχαν πλέον δικαίωμα, άποψη και λόγο επί παντός επιστητού. Εμ, δεν είναι έτσι -και πολύ περισσότερο όταν δεν υπάρχει παιδεία από κάτω. Παιδεία, όχι εκπαίδευση. Γιατί τίποτα δεν είχε αλλάξει. 

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο καπιταλισμός ήταν πάντα εκεί, παρών. Και πιο άγριος από κάθε άλλη φορά, μετά την πτώση του "υπαρκτού". Ήταν σαν ένα παιδί χωρίς όρια και φραγμούς, που είχε στα χέρια του ένα παιχνίδι άγνωστο και γι' αυτό πολύ επικίνδυνο -το Διαδίκτυο και την παγκοσμιοποίηση. Γιατί αυτά τα δύο από μόνα τους δεν είναι αναγκαστικά επικίνδυνα. Με ένα μαχαίρι μπορείς να κόψεις ψωμί αλλά και να σκοτώσεις... Στα χρόνια που ακολούθησαν και στην οικονομική "κρίση" που ζούμε (που μόνο κρίση δεν είναι για τον καπιταλισμό αλλά γιορτή κέρδους και εκμετάλλευσης των αδυνάτων), η ανθρωπότητα μάλλον διέρχεται μια από τις σκοτεινότερες περιόδους της.

Η νέα ελληνική πραγματικότητα μετά το 1993 είναι πραγματικά δύσκολη. Μόνο την ψήφο του διαθέτει πλέον ο καθένας. Ας την διαχειριστεί όπως νομίζει. Εκεί κρίνονται και αποδεικνύονται όλα. Σε καμιά αφύπνιση. Δύσκολο, έως αδύνατο, να φτάσει η πραγματικότητα στο ευρύ κοινό με δεδομένη τη δράση των ΜΜΕ. Εκτός και αν η ανάγκη και οι πραγματικά τρομακτικές συνθήκες που βιώνουμε -αλλά και όσες θα 'ρθουν ακόμα- καταφέρουν να προκαλέσουν την ανακλαστική αντίδραση της κοινωνίας.

Σε κάποια υπόγεια, σε κάποια δωμάτια στενά, κάποιοι μουσικοί συνεχίζουν να προσπαθούν να δημιουργήσουν. Δεν ξέρω αν και τι καταφέρνουν, πάντως αντιστέκονται και προσπαθούν. Αυτό έχει σημασία. Και στη συνέχεια θα έλθει ο πανδαμάτωρ χρόνος για να κοιτάξει πάνω τους και πάνω στα δημιουργήματά τους.

Ο Χρόνης Μίσσιος είχε πει "Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι να μην με αλλάξει αυτό. Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα".

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι συγκεκριμένες απόψεις ίσως ακούγονται αρκετά ανατρεπτικές και αιρετικές. Μπορούν όμως να αποτελέσουν αφορμή για περαιτέρω σκέψη. Κάποτε ο Μάνος Χατζιδάκις, ορμώμενος από μια παρόμοια συλλογιστική, είχε ορίσει υπέρογκο εισιτήριο στη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά. Αργότερα παραδέχθηκε πως μάλλον είχε κάνει λάθος αφού ούτε κι εκείνο ήταν αρκετό για να τον "προφυλάξει".

Στο σχολείο, παίζοντας το Get Back των Beatles
*Πρώτη φορά έπαιξα μπροστά σε μεγάλο κοινό στις 30 Οκτωβρίου 1982, στην ανοιχτή, υπαίθρια συναυλία της τάξης μου, στην τελευταία τάξη του σχολείου, για να συγκεντρώσουμε τμήμα των εξόδων της πολυήμερης εκδρομής. Εκατοντάδες θεατές. Η πρώτη αμειβόμενη εμφάνισή μου έγινε το καλοκαίρι του 1983, σε μια ταβέρνα που διατηρούσαν δυο αδέλφια δάσκαλοι στην παραλία του Νέου Παντελεήμονα Πιερίας. Τραγουδούσαμε Σαββόπουλο και η αμοιβή μας ήταν το φαγητό μας και τα ναύλα της επιστροφής στο χωριό τη νύχτα. Φτάναμε από νωρίς για να κάνουμε και μπάνιο στη θάλασσα. Η πρώτη επαγγελματική μου εμφάνιση στην Αθήνα έγινε στη Φυγόκεντρο, στου Ζωγράφου, που είχε ο φίλος μου ο Αδάμ, την άνοιξη του 1986. Η τελευταία φορά που έπαιξα ζωντανά σε δημόσιο χώρο ήταν στις 20 Μαρτίου 2010, στο dellarte art cafe, στο Κουκάκι, με το φίλο μου Χρήστο Γιαννόπουλο και τον συχωρεμένο Παύλο Αλεξίου. Είχα όμως σταματήσει τις συχνές εμφανίσεις ήδη από την άνοιξη του 2002. Ενδιάμεσα (2002-2010) οι φορές που έπαιξα ήταν τρεις -μετρημένες, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας. Τα χρόνια 1984-2002 έπαιζα συνεχώς, χειμώνα-καλοκαίρι, κι έτσι η μουσική κατάφερε να με στηρίξει οικονομικά από νωρίς και για πολλά χρόνια.  

**Και ένα μικρό "μυστικό". Ο Στέλιος ο Ρόκκος, όταν, άγνωστος ακόμη, έπαιζε στον γνωστό Κάβουρα των Εξαρχείων, με παρακαλούσε "να γράψω τραγουδάκια" για να "βγάλουμε πολλά φράγκα". Είχε ακούσει κάποιες μελωδίες που σκάρωνα τότε και φαίνεται πως του άρεσαν. Εκείνα τα χρόνια ήμασταν γείτονες στου Γκύζη και βλεπόμασταν κάποιες φορές, ενώ με τραβολόγαγε και σε κάτι στούντιο για να παίζουμε και να "χωθούμε στο κύκλωμα". Αργότερα, μετά από χρόνια, πέρναγε από τους στενούς δρόμους των Εξαρχείων με ένα 4Χ4 μεγάλο σαν καράβι και απέστρεφε το βλέμμα του για να μην αναγκαστεί να με χαιρετήσει. Ο καθένας γράφει μόνος του την ιστορία του.