Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Στη Σπηλιά του Χρόνου

Ωδή προς την ελληνική αριστερά

Τι αρρώστια ήταν αυτή τόσα χρόνια... Όταν βέβαια βλέπεις έναν ολόκληρο κόσμο να καταρρέει γύρω σου, δεν έχεις πολλά περιθώρια άμυνας και αντίδρασης. Ψάχνεις να βρεις σπηλιά να χωθείς βιαστικά προκειμένου να γλυτώσεις από τα θηρία και τη μάνητα του καιρού. Όρμησα λοιπόν στο πρώτο άνοιγμα που βρήκα μπροστά μου και, εκ πρώτης όψεως, ενέπνεε κάποια εμπιστοσύνη και ασφάλεια. Το στόμιο ήταν σκοτεινό αλλά η σπηλιά έδειχνε μεγάλη. Από το βάθος ακουγόταν ένας απροσδιόριστος βόμβος και -ίσως- κάποιες στιγμές κάτι σαν μπλεγμένες μελωδίες. Είπα να προχωρήσω αφού δεν μπορούσα πια να κάνω πίσω -το ορμητικό ποτάμι με τα θολά και βρώμικα νερά και τα θηρία που κολυμπούσαν μέσα του άγαρμπα και πρωτόγονα ακουγόταν έξω απ' τη σπηλιά να βογγάει και να ξεχειλίζει, παφλάζοντας και παρασύροντας τα πάντα στο πέρασμά του. Η κατάρρευση έμοιαζε απόλυτη. Και ήταν πολλά τα θεριά και η θύελλα λυσσομανούσε. Δεν είχα ούτε καιρό ούτε άλλη επιλογή εκείνη τη στιγμή.

Μόλις που πρόλαβα να καλυφθώ πίσω από μια εσοχή του βράχου και να σταθώ ακίνητος, κρατώντας την ανάσα μου για να μη γίνω αντιληπτός από τον ορυμαγδό που κατρακυλούσε απ' έξω. Προσπαθούσα να συνηθίσω τα μάτια μου στο σκοτάδι για να καταφέρω να προχωρήσω πιο μέσα. Πήρα τις πρώτες βαθιές ανάσες και άφησα τον αναστεναγμό να φύγει από το στόμα μου σχηματίζοντας σύννεφα ατμού μέσα στον κρύο αέρα. Άρχισα να ανασαίνω καλύτερα και πιο ήρεμα. Τα δύσκολα μάλλον είχαν περάσει. Τώρα έπρεπε να ασχοληθώ με την επιβίωσή μου στη νέα κατάσταση και στα νέα σκηνικά. Προχώρησα στο σκοτάδι ψηλαφώντας με τα χέρια μου στα τυφλά.

Ο καιρός πέρασε, εγώ σιγά-σιγά προσαρμόστηκα στα νέα δεδομένα και βρήκα ή επινόησα τρόπους να ζω. Η Σπηλιά τελικά αποδείχθηκε μικρή και στενή. Και είχε μέσα κάτι μικροσκοπικά και φοβισμένα όντα, χωρίς Χρώμα, χωρίς Λόγο, χωρίς Ανάσα. Είχαν μπει όπως-όπως, παρασυρμένα από κάποια ασυνείδητη ορμή και κάποια ξεφτισμένη τρέλα. Ένα παραποιημένο γονίδιο, αλλοιωμένο, μολυσμένο και κατακερματισμένο -που όμως έδειχνε να αντέχει. Ούτε ήξεραν, ούτε κατάλαβαν ποτέ τι έψαχναν. Στα χρόνια που θα 'ρχονταν, κάθε φορά που το έμπα της Σπηλιάς θα σκοτείνιαζε από κάποιο απρόσμενο θεριό που μύριζε κρέας, εκείνα θα αντιδρούσαν συνήθως σπασμωδικά και παρορμητικά. Με φωνές και υστερίες, με κινήσεις απελπισίας και εξαλλοσύνες. Με ψευτο-επαναστάσεις και διασπαστικές κινήσεις συνεχώς. Το ζητούμενο ήταν -και θα παρέμενε στους κατοπινούς καιρούς- ποιος ήταν ο μοναδικός φορέας της αλήθειας. Εκείνος που θα τους έσωζε από τα θεριά. Εκείνος που θα άρθρωνε λόγο στιβαρό και αληθινό. Λες και η αλήθεια είναι μόνο μια. Αυτά κάνανε για χρόνια ατέλειωτα που έμειναν κλεισμένα εκεί μέσα. Οι γενιές περνούσαν από μπροστά τους κι εκείνα δεν μπορούσαν να ξεδιαλύνουν ούτε τα πιο απλά διλήμματα.

Θα μου πεις, ίσως αναπόφευκτα η ιστορική πορεία οδηγούσε εκεί -στην ανάλυση των θεωριών, των γεγονότων και τελικά της ίδιας της ζωής. Και η ανάλυση, μαζί με τις δημοκρατικές διαδικασίες, έφεραν θέσεις και αντιθέσεις. Έφεραν διάλογο, αντίλογο και διαφωνία. Η σύνθεση άργησε όμως χαρακτηριστικά πολύ. Και ίσως δεν ήλθε ποτέ αφού επικρατούσε διαρκώς μια εικόνα διάλυσης και κατακερματισμού. Η βάση άρχισε να υποφέρει και να αγανακτεί. Επιθυμούσε την ενότητα, τη σύμπνοια, τη συμπόρευση. Οι κεφαλές όμως, χαμένες μέσα σε δαιδάλους διαλεκτικής, σκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Άρπαξε ο καθένας από ένα λάβαρο και προχώρησαν μονάχοι και ανένδοτοι σαν άλλοι Δον Κιχώτες. Χάθηκαν μέσα σε προσωπικές ομίχλες και αξεδιάλυτα νέφη, που τους έκρυβαν διαρκώς τους ορίζοντες και εξακολούθησαν να νομίζουν πως δεν είχαν ορατότητα προς το παρόν και το μέλλον. Αδυνατούσαν να τα διακρίνουν. Από φόβο; Από αμέλεια; Από υπερφίαλη συμπεριφορά; Μόνο για το παρελθόν φάνταζαν σίγουροι, αλλά ήταν τόσο διαφορετικές οι ερμηνείες που έδινε ο καθένας τους ώστε έκαναν πολύ κακό στις νέες γενιές, αφού τις αποπροσανατόλισαν εντελώς και τις οδήγησαν στην πρόσληψη πολλαπλών ταυτόχρονα μηνυμάτων, με αποτέλεσμα την άγνοια και τελικα την αδιαφορία και την αδράνεια.  

Στην πραγματικότητα όλοι αυτοί οι τύποι ήταν εντελώς ακίνδυνοι. Δειλοί και άβουλοι. Το έδειξε εξάλλου η ίδια η ιστορία. Αυτό ακριβώς καταλάβαινε και το θηρίο και το μόνο που είχε στο μυαλό του ήταν να τους τρομοκρατήσει μην τυχόν και τολμήσουν ποτέ να ανηφορίσουν κατά την έξοδο. Παλιότερα είχαν προκαλέσει ταραχές στον έξω κόσμο, με επαναστάσεις, αντιρρήσεις και λογής-λογής παρορμητικές αντιδράσεις, που πάντοτε κατέληγαν σε κάποια κουλτουριάρικη γωνιά της Σπηλιάς, με ατέλειωτες συζητήσεις και φανφαρονικές διαθέσεις διαλεκτικής επιδειξιομανίας. 

Αρκετές φορές τους πήρα από πίσω, ξεγελασμένος από την ετερόφωτη πραγματικότητά τους και τη γλώσσα της Κίρκης που μιλούσαν. Άλλοτε ακουμπισμένος σε μια γωνία και άλλοτε τραγουδώντας καταμεσίς μιας αίθουσας -εν είδη διαλείμματος ή ψυχαγωγίας-, κατάφερνα πάντα να οσμίζομαι την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και να βρίσκομαι στο κέντρο των εξελίξεων χωρίς να μου ζητείται η άμεση συμμετοχή. Ούτως ή άλλως δεν επρόκειτο να την προσφέρω. Δεν θα συνεισέφερα με κανέναν άλλον τρόπο πέρα από εκείνον της τέχνης μου -ήμουν αποφασισμένος.

Φυσικά είδα κι άλλους σαν κι εμένα εκεί μεσα. Αναγνωριζόμαστε με το βλέμμα, χωρίς μεγάλη προσπάθεια και χωρίς να ανταλλάξουμε λόγια. Εξάλλου, τέτοιες στιγμές δεν έχει και πολύ νόημα να μιλάς. Ξέρεις, εκτός του ότι μπορεί να είναι κάπως επικίνδυνο, υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι που μου έμαθε κάποια στιγμή ένας μεγαλύτερός μου εκεί μέσα. Αυτός ήταν πολύ παλιότερος στη Σπηλιά και είχε βρει τους τρόπους να επιβιώνει αλλά και να ακούγεται. Μου είπε λοιπόν, κάποιο τεμπέλικο μεσημέρι που επικρατούσε ανάπαυλα και οι ακτίνες του ήλιου έφταναν μέχρι τα βάθη της Σπηλιάς, ότι εμείς που επικοινωνούμε με τον Κόσμο μέσω της τέχνης δεν πρέπει να παρεμβαίνουμε ο ένας στην πορεία του άλλου σε βαθιά θέματα, σε θέματα ψυχής. Είναι τόσο μοναχικές -συνέχισε- οι διαδρομές αυτές του καθενός που οφείλουμε να τις σεβόμαστε. Και όταν η κάθε μοναχική ψυχή αποφασίζει να μοιραστεί τις διεργασίες της με τις άλλες ψυχές, τότε ανοίγουμε τα αφτιά και τα μάτια για να κατανοήσουμε τη δική της πορεία. Ποιος ξέρει; Μπορεί να κινητοποιήσει πράγματα εντός μας. Και να τα επεξεργαστούμε. Και να προχωρήσουμε. Και ο καθένας συνεχίζει το δρόμο του πάλι. Οι ψυχές είναι ευαίσθητες και δεν είναι μαθημένες στις διαδικασίες και στις αντιδράσεις του κόσμου των διαστάσεων που ονομάζουμε "ορατές". Και τρομάζουν κατά κάποιον τρόπο -αφού σε εκείνες τις διαστάσεις δεν ορίζονται τέτοιου είδους αισθήματα. Όταν μου είπε αυτά τα λόγια, δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτα, όντας βουτηγμένος στις ορατές διαστάσεις. Αργότερα, χρόνια μετά, έτσι καθώς άρχισα να εισέρχομαι σε νέες σφαίρες και νέες τροχιές, άρχισα να βλέπω και να κατανοώ όλα όσα μου είχε πει.

Κάποιοι από αυτούς τους ακροβολισμένους μοναχικούς της Σπηλιάς με τα χρόνια μαράζωσαν, παραμένοντας στην ίδια πάντα γωνιά -ανένδοτοι να επεξεργαστούν τη θέση τους. Έμειναν εκεί και κυριολεκτικά έλιωσαν σαν το κερί. Κατέρρευσαν, σωριάστηκαν εκεί όπου έστεκαν. Χάθηκαν. Άλλοι πάλι είχαν μέσα τους μια τόσο δυνατή φωτιά που κάποια στιγμή τους κατέκαψε. Έγιναν παρανάλωμα μέσα στα ίδια τους τα χέρια. Φεύγοντας άφησαν πίσω τους τεράστια λάμψη, η οποία συνέχισε να φωτίζει τα σκοτάδια της Σπηλιάς. Κάποιες από αυτές τις φωτιές συνεχίζουν να καίνε ακόμα, έχοντας πολύ δρόμο μπροστά τους μέχρι να σβήσουν -αν σβήσουν ποτέ.    

Εκείνα τα χρόνια στη Σπηλιά ήκμασε μια πολύ σκληρή και ωμή μορφή ένοπλης βίας, που, μέσα από ανεξάρτητους πυρήνες δράσης, έκανε εξορμήσεις στη γύρω περιοχή, με επιθέσεις εναντίον κέντρων εξουσίας του θηρίου που διαφέντευε τον έξω κόσμο. Ακραίες αντιδράσεις που δημιουργούσαν τεράστιο αντίκτυπο στα σκοτεινά πλάσματα της μεγάλης τρύπας. Μια αίσθηση ευφορίας και εκδίκησης γεννιόταν στη Σπηλιά μέσα από τα χτυπήματα της ομάδας, που έπληττε ανθρώπους, κτήρια και εγκαταστάσεις του Κτήνους, με τρομακτικά αποτελέσματα τις περισσότερες φορές. Έφτασα μέχρι το χείλος της επαφής με την πιο στυγνή ομάδα αλλά ευτυχώς η μουσική με απέτρεψε. Ασυνείδητα φυσικά. Ένιωσα τα καρφιά της βίας να με τρυπάνε ανελέητα και αδικαιολόγητα και δεν το άντεχα. Όσο κι αν ζητούσα εξηγήσεις και τεκμηρίωση, κανείς δεν μπορούσε να με καλύψει έτσι ώστε να συναινέσω. Από τη στιγμή που γεννήθηκα σε αυτόν τον κόσμο, η γλώσσα μου ήταν η μουσική. Η μουσική δεν συμβιβάζεται με τη βία. Μέχρι εκείνη την εποχή μέσα μου ενείχα αρκετή βία ως προσωπική ψυχική προίκα -τόσο εξαιτίας τραυματικών εμπειριών όσο και εξαιτίας της έπαρσης και του θράσους της ψυχοσύνθεσης και της ηλικίας- αλλά η μουσική με προστάτεψε χωρίς να το καταλάβω. Η ακραία βία δεν οδηγούσε και δεν οδηγεί ποτέ πουθενά στον κόσμο των ανθρώπων. Δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση εφαρμογή του δεύτερου Θερμοδυναμικού Νόμου (ΔS>=0), όπως ίσως να ισχυρίζονταν κάποιοι, αφού δεν οδηγεί σε καμιά στατιστική ισορροπία, που ορίζει ο νόμος. Μάλλον ελαττώνεται η εντροπία του απομονωμένου συστήματος (που, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι πράγματι είναι απομονωμένο, ορίζοντας τις συγκεκριμένες συνεταγμένες του). Η βία αποτελεί λοιπόν παρερμηνεία του νόμου -και αυτό το γνώριζα πολύ καλά, τόσο διαισθητικά, μέσω της τέχνης μου, όσο και στην εφαρμογή του, χάρη της επιστήμης μου. 

Ούτε σε άλλου τύπου οργανωμένες ομάδες θέλησα να μετέχω. Θυμάμαι όταν ήμουν γύρω στα δέκα-δώδεκα, με αφορμή και έμπνευση την Οδύσσεια του Ομήρου, είχα δημιουργήσει μια δική μου ομάδα αναζητήσεων, περιπλανήσεων, συζητήσεων και διαφόρων άλλων εκδηλώσεων -όχι όμως παιχνιδιού. Μαζευόμασταν συγκεκριμένες μέρες και ώρες σε σημεία που ορίζαμε από την προηγούμενη συνάντηση -διαφορετικά κάθε φορά- και ανταλλάσσαμε απόψεις. Άνοιγα συζητήσεις με θέματα καθημερινά, παρακτικά, φυσικά, μεταφυσικά και οτιδήποτε άλλο απασχολούσε την ηλικία μας και ήταν κατανοητό και προσβάσιμο σε εμάς. Πολλές φορές διαβάζαμε αποσπάσματα από το ομηρικό έπος και ενδυόμασταν τα χαρακτηριστικά των ηρώων -δεν αναπαριστούσαμε φυσικά την δεκάχρονη ταλαιπωρία, αλλά κάναμε διαρκείς παραλληλισμούς του έπους με το τότε παρόν. Προσπάθησα αρκετά να εμπνεύσω, να ενώσω, ίσως και να "καθοδηγήσω" κατά κάποιον τρόπο (εξαιρετικά ευαίσθητη λέξη στην ερμηνεία της) την ομήγυρη. Διαπίστωσα όμως πως ο καλύτερος τρόπος για να συμπλεύσουν οι άνθρωποι είναι να μην ανήκουν απολύτως πουθενά και, μέσα από μια ευρύτερη και βαθύτερη συνειδητοποίηση, να οδηγηθεί ο καθένας μόνος του στη γνώση. Η ομάδα με τις αναπόφευκτες αρχές και γραμμές της καταργούσε τη διαφορετικότητα. Και αυτό δεν μου άρεσε. Ούτε για μένα ούτε για τους φίλους μου. Χρειαζόταν κάτι πιο χαλαρό και πιο αυτόνομο, που εκείνα τα χρόνια όμως δεν μπορούσα ούτε να φανταστώ ούτε να ορίσω. Άρχισα να νιώθω άβολα προσπαθώντας να κρατήσω ισορροπίες. Σιγά-σιγά η ομάδα άρχισε να εμφανίζει βίαιες αποσχιστικές τάσεις και τελικά διαλύθηκε.

Η Σπηλιά υπάρχει πάντα. Τα τελευταία χρόνια εμφανίζει έντονες κατολισθήσεις στο εσωτερικό της και ήδη πολλοί ένοικοι έχουν αποχωρήσει για άλλους τόπους. Φύγανε τρέχοντας απελπισμένοι, μέσα σε σύννεφα σκόνης και φασαρίας. Άμα δεν φροντίσεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει. Έφυγαν προς κάθε κατεύθυνση. Δεν ξέρω αν πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους τα υπάρχοντά τους. Δεν ξέρω τι κατάφεραν να πάρουν. Ίσως μόνο τα κουρέλια που φόραγαν -πολύχρωμες σημαίες που είχαν σκιστεί από τα χρόνια, την υγρασία και την έλλειψη φωτός. Τις είχαν κάνει ρούχα πια και τις έδεναν γύρω απ' τη μέση τους. Ήταν από γερό πανί και άντεχαν. Τουλάχιστον περισσότερο από τα ρούχα τους.  Ερείπια και ενθύμια άλλων καιρών.

Και κάτι ακόμα. Η Σπηλιά τον τελευταίο καιρό είχε γεμίσει ρουφιάνους, που τρύπωναν από παντού -από την είσοδο, από κρυφά λαγούμια, από μυστικές διόδους που τις ήξεραν μόνο οι παλιοί κάτοικοι. Το τραγικό ήταν πως πολλοί από τους κατοίκους της μετατράπηκαν οι ίδιοι σε ρουφιάνους, συνειδητά ή ασυνείδητα, νομίζοντας πως έτσι θα μεταπηδούσαν ανώδυνα στη νέα κατάσταση ή, ακόμη χειρότερα, πως θα αποκόμιζαν κέρδη. Γελάστηκαν οικτρά. Ήταν εκείνοι που πλήρωσαν το βαρύτερο τίμημα, αφού καμιά από τις δυο πλευρές δεν τους είχε πλέον εμπιστοσύνη κι εκείνοι σέρνονταν πια, μόνιμα στιγματισμένοι στο πέρασμα των χρόνων. Η κατάσταση ήταν άθλια, είχε φτάσει η σήψη. Τα μικρά, ανύποπτα όντα της Σπηλιάς είχαν πραγματώσει εκείνο που πολύ συχνά διατείνονταν πως επεδίωκαν: είχαν "ρίξει" το σύστημα από μέσα. Μόνο που είχε καταρρεύσει το λάθος σύστημα -το δικό τους.