Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Καταιγίδα...


Πήρα λοιπόν πάλι το δρόμο για το βουνό. Ο καιρός είχε χειροτερέψει αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Έπρεπε να φύγω. Τα ρούχα μου δεν είχαν ακόμα καλά-καλά στεγνώσει. Είχα φτάσει μόλις πριν από λίγο, μετά από μακριά πορεία, προσπαθώντας να βρω ένα προσωρινό καταφύγιο από τη βροχή και τον αέρα που λυσσομανούσαν έξω. Δεν είχε καμιά σημασία όμως -έπρεπε να φύγω πάλι. Δεν έπρεπε να λογαριάσω ούτε την κούραση που είχε αρχίσει να με καταβάλλει, ούτε τη βροχή, ούτε τίποτα. Αν έμενα κι άλλο εκεί μέσα, σίγουρα τα πράγματα θα είχαν δυσάρεστη εξέλιξη. Και επειδή δεν με απασχολούσαν οι όποιες τυχόν εξελίξεις, καλές ή κακές, θα έφευγα.

Τυλίχτηκα γερά με το αδιάβροχο, άνοιξα την πόρτα και -χωρίς να κοιτάξω πίσω μου- βγήκα. Είχα πια προχωρήσει και είχα ανέβει αρκετά ψηλότερα στην πλαγιά, όταν στην πλάτη μου άκουσα φωνές και ουρλιαχτά. Εκεί μέσα γινόταν χαλασμός. Κάποια στιγμή ο αέρας γέμισε παραπονεμένα κλάματα. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ένιωσα τα γόνατά μου να κόβονται και την ανάσα μου να κονταίνει. Έκανα να σταματήσω προς στιγμή αλλά συνήλθα γρήγορα από την αδυναμία του θυμικού μου. Δεν θα έβγαζε πουθενά. Ίσα-ίσα, αν γυρνούσα πίσω, τα πράγματα θα περιπλέκονταν περισσότερο και θα γίνονταν ακόμη χειρότερα. Τα γοερά κλάματα συνεχίζονταν και τώρα ήταν ανακατεμένα με ξεκομμένες φράσεις απελπισίας, που καλούσαν σαν Σειρήνες τους ξένους και -αφού τους τραβούσαν κοντά τους- τους έδιωχναν πάλι μακριά με τρομακτικές κραυγές και άναρθρα επιφωνήματα λύσσας. Η καταιγίδα είχε ξεσπάσει και ήταν πολύ άγρια και απότομη. Το ήξερα ότι θα γινόταν έτσι. Μετά από τόση πορεία και τόσες βροχές είχα μάθει πια να διαβάζω καθαρά τα σημάδια του καιρού. Είχα μάθει να αποφεύγω τις κακοτοπιές όταν μπορούσα να τις παρακάμψω και -το σπουδαιότερο- όταν δεν είχα τη δυνατότητα να κάνω κάτι για να τις βοηθήσω, να τους παρασταθώ. Είναι κάποιες φορές που η βροχή είναι τόσο δυνατή ώστε το μόνο που σου απομένει είναι να ψάξεις να βρεις κάποιο υπόστεγο για να φυλαχτείς μέχρι να περάσει η μπόρα. Δεν είσαι εσύ ο Κυβερνήτης των αιθέρων και των ουρανών. Δεν είσαι.

Το σκοτάδι του ουρανού κατέβαινε μέχρι πολύ χαμηλά και σχεδόν άγγιζε τις κορυφές των θάμνων μπροστά μου. Γκρίζα, πηχτά σύννεφα που φούσκωναν και ξεφούσκωναν κάθε τόσο, ανάλογα με τη φορά του αέρα. Ο δρόμος μου περνούσε από μέσα τους. Κανένας ήλιος δεν ήταν εκεί για να με προϋπαντήσει και να με καλωσορίσει. Εξάλλου, αυτή ήταν η "συμφωνία". Με κόπο να προχωράω, με πόνο να δημιουργώ.

Δεν μ' άφησες να ζήσω αλλιώς. Τώρα δεν θα είχα ξεμείνει εδώ πάνω, σ' αυτά τα βραχώδη κι απρόσιτα βουνά στέρφας γης, εδώ όπου το μόνο που μπορείς να καταφέρεις είναι να απαντήσεις ένα αγριογούρουνο ή κάποιο αγριοκάτσικο, ξεχασμένο να περιπλανιέται μόνο του μέσα σε κάποιο φαράγγι. Αν δεν είχα ξεμείνει εδώ πάνω, θα ήμουν απέναντι. Εκεί όπου το μάτι δεν μπορεί να διακρίνει ούτε της θάλασσας την άκρη ούτε του κάμπου το τέλος. Εκεί όπου άλλοτε όλα έμοιαζαν παράδεισος. Αλλά, είπαμε. Αυτή ήταν η "συμφωνία". Θα ζήσεις αλλά όχι με τους δικούς σου όρους. Θα είσαι κάτι σαν μετανάστης στον ίδιο σου τον τόπο. Ακόμη χειρότερα -εξόριστος μέσα στην ίδια σου την ύπαρξη. Και ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνεις όταν βγαίνεις σ' αυτήν την ξέρα είναι ότι θα ζεις με "συμφωνίες". Στην αρχή είναι δύσκολα, άβολα και -θεωρείς- ανελεύθερα. Εκεί ακριβώς όμως έγκειται και το μυστικό. Η ουσία δεν βρίσκεται, δεν είναι κρυμμένη, στην ελευθερία, αλλά στην "προίκα". Στην προίκα σου. Στις πρώτες ύλες σου, που θα σε βοηθήσουν να πραγματώσεις την όποια ελευθερία σου. Εκεί οφείλεις να σκύψεις, αυτές να δεις. Από εκεί να ξεκινήσεις και αυτές να κρατάς γερά κάτω από τη μασχάλη σου. Γιατί μόνο την προίκα σου έχεις.

Απόψε ο καιρός είναι πάλι αγριεμένος. Δεν με φοβίζει πια. Συνήθισα, εξοικειώθηκα με τα στοιχειά. Μόνο που κάποιες φορές με κουράζει. Έτσι απλά, μηχανικά κι αυθόρμητα. Θα επιθυμούσα έναν ήλιο στρογγυλό και τεράστιο να αδειάζει πάνω μου το εκτυφλωτικό του φως και την αφόρητη ζέστη του. Θα είναι εδώ το καλοκαίρι. Άλλη άσκηση αυτή -να περιμένεις.

Προχώρησα στο σκοτάδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: