Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Οι κιθάρες μου - KUMIKA W285

Ουσιαστικά η πρώτη μου κιθάρα. Ήταν χειμώνας του '81-'82 και πριν από λίγο καιρό είχαν κυκλοφορήσει τα "Μπαράκια" του Βαγγέλη Γερμανού. Είχα ενθουσιαστεί με τη φρεσκάδα του ήχου και -κυρίως- της ακουστικής κιθάρας. Ο ήχος της ήταν γυάλινος και καθαρός. Έτριζε. Πρώτη φορά έδινα τόση προσοχή σε κάποιο συγκεκριμένο όργανο. Πρώτη φορά το ξεχώριζα. Ο δίσκος ήταν γεμάτος ακουστικές κιθάρες. Οι ενορχηστρώσεις ήταν τόσο εμπνευσμένες και πρωτόγνωρες για τα αφτιά μου που καθόμουν με τις ώρες προσπαθώντας να τις ξεδιαλύνω. Ήμουν σίγουρος πια ότι είχε έλθει η ώρα. Η τρίτη φορά που θα έπιανα κιθάρα στα χέρια στη ζωή μου θα ήταν η οριστική. Εκείνη που θα με έφερνε για πάντα κοντά της. 

Δυο μάρκες κυριαρχούσαν στην αγορά της πόλης μου εκείνα τα χρόνια στο χώρο της προσιτής ακουστικής κιθάρας. Η Kumika και η Eko. Η δεύτερη πουλιόταν πολύ, ενώ η πρώτη ήταν σχετικά αδοκίμαστη ακόμα. Πήγα στο ένα από τα δυο μαγαζιά μουσικών οργάνων που υπήρχαν τότε και τις είδα. Αρχικά τις προσέγγισα αισθητικά. Δεν το συζητούσα. Η Eko ήταν μπακατέλα. Άσχημη, χοντροκομμένη, ασύμμετρη. Ενώ η άλλη... κούκλα. Ξύλο ξανθό στο καπάκι μπροστά, μαύρο προστατευτικό για τις γρατζουνιές, υπέροχα σχεδιασμένο σε σύγκριση με της άλλης, σκούρο καφέ ξύλο στο πίσω μέρος του ηχείου και μια πανέμορφη σχεδιαστική συμμετρία σε όλο το όργανο.

Προχώρησα στον ήχο. Τσίγκος η Eko. Απογοήτευση σκέτη. Μόνο η φήμη της την ακολουθούσε. Όταν όμως άγγιξα την Kumika, ένιωσα να ζεσταίνομαι. Ο ήχος της με περιέβαλλε από παντού. Υπήρχαν δυο μοντέλα, μια εξάχορδη και μια δωδεκάχορδη. Η δωδεκάχορδη κελαηδούσε. Ήχος γεμάτος, στρογγυλός και απόλυτος. Σε χάιδευε κι εσύ μαγεμένος βούταγες μέσα στο αντηχείο της. Τουλάχιστον αυτό ενιωσα τότε. Με τις δώδεκα χορδές ίσως υπήρχε ένα θέμα αλλά σκέφτηκα ότι μπορούσα να βγάλω τις έξι και να την έχω εξάχορδη με σώμα δωδεκάχορδης. Βέβαια, αν ήθελα, τη χρησιμοποιούσα και με τις δώδεκα. Αλλά μου άρεσε τόσο πολύ το ηχείο της και το μπράτσο της που δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Θα έκανα το παν να αγοράσω τη δωδεκάχορδη.

Είχε 5.500 δραχμές, αν θυμάμαι καλά. Δεν είχα τόσες οικονομίες εκείνη την περίοδο. Ξεπαραδιαζόμουν στους δίσκους, όλα μου τα χαρτζιλίκια εκεί πήγαιναν. Τα χρήματα ήταν πολλά. Δυστυχώς, έπρεπε να απευθυνθώ στους γονείς μου. Και το μουσικό παρελθόν μου δεν ήταν άμεμπτο. Θα με αμφισβητούσαν -και με το δίκιο τους. Είχα ξαναπροσπαθήσει να συνάψω σχέση με κιθάρα αλλά καταλήξαμε σε...διαζύγιο λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων! Έριξα τα μούτρα μου και παρουσιάστηκα στον πατέρα μου. Όλως παραδόξως, δεν μου έκανε κανένα κήρυγμα. Με κοίταξε και με ρώτησε μόνο, "είσαι σίγουρος;" Φαίνεται ότι εκείνο το "ναι" του το είπα με τέτοια σιγουριά και αυτοπεποίθηση ώστε δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτε άλλο. Μου την αγόρασε.

Το βιβλίο που με έμαθε τις συγχορδίες
Μέσα σε λίγους μήνες έπαιζα ήδη πολλά τραγούδια και στις έξι χορδές αυτή τη φορά. Η μοναδική μου βοήθεια ήταν ένα βιβλίο με φωτογραφίες συγχορδιών. Και πολλή -πάρα πολλή- αγάπη και επιμονή. Μετά από ένα χρόνο και κάτι έπαιξα στην πρώτη μου μεγάλη συναυλία. Ο δρόμος ήταν πια ορθάνοιχτος. Θα τον έτρεχα μέχρι το τέλος. Στα χρόνια που ακολούθησαν έπαιξα χιλιάδες ώρες με την Kumika. Εκεί επάνω ανακάλυψα τα πάντα στη μουσική. Πολλές φορές αποκοιμήθηκα μαζί της ή, άλλες φορές, τη χρησιμοποίησα για μαξιλάρι μου -αυτό συνήθως στη σκηνή ή στο καράβι- ή ακόμα και για τραπέζι μου για να φάω -γυρνώντας την ανάποδα. Επίσης διάβασα επάνω της -πάντα στην πίσω, επίπεδη πλευρά. Ταυτόχρονα όμως στάθηκε το μεγάλο μου ψυχολογικό στήριγμα στις δύσκολες εποχές. Σε πάρκα, σε λιμάνια, σε σταθμούς. Θυμάμαι πολύ Jim Croce στο πάρκο της Βίλας Ζωγράφου, θυμάμαι πολύ Μάνο Λοΐζο και το Θα κλείσω το παράθυρο στο λιμάνι του Πειραιά, και θυμάμαι κι εμένα καθισμένο στο πάτωμα της τεράστιας αίθουσας ενός βρώμικου σιδηροδρομικού σταθμού -χαράματα, άυπνος και τρομαγμένος για άλλη μια φορά. Θυμάμαι τα πάντα. 

Θυμάμαι ότι τα πρώτα της κλειδιά δεν άντεξαν για πολύ και άρχισαν να διαλύονται. Έτσι, όταν αγόρασα την επόμενη ακουστική κιθάρα μου και της έβαλα αμέσως καινούργια κλειδιά, κράτησα τα προηγούμενα και τα έβαλα στην Kumika. Βέβαια ήταν έξι και όχι δώδεκα, αλλά, ούτως ή άλλως, την χρησιμοποιούσα μόνο με έξι χορδές. Παρέμεινε με τα έξι κλειδιά για εικοσιοκτώ χρόνια -σε όλες τις φωτογραφίες, εκτός από εκείνες των πρώτων χρόνων, είναι με έξι κλειδιά και έξι τρύπες.   

Την θυμάμαι να σπάει δυο φορές κυριολεκτικά στα δυο, σε διπλανά σημεία κάτω από τα κλειδιά, και να επισκευάζεται. Την πρώτη φορά το 1985 από μια απροσεξία κάποιου φίλου, που την παρέσυρε ενώ βρισκόταν στη βάση της. Η κιθάρα έφερε τούμπα, έπεσε μπρούμυτα, και...έσπασε. Ο φίλος μου έμεινε άφωνος και σήκωσε τα μάτια του να με κοιτάξει. Το πρόσωπό του είχε κυριολεκτικά κερώσει. Δεν αντέδρασα. Θυμάμαι ότι κούνησα απλώς το κεφάλι ίσως λέγοντας κάτι σαν τώρα...πάει, τελείωσε -έγινε. Και τίποτε άλλο. Χωρίς να στενοχωρηθώ, χωρίς να εκραγώ ή να εκφραστώ με κάποιον άλλο έντονο και συναισθηματικό τρόπο. Αφού όλα είχαν τελειώσει, δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάνω κάτι. Ήταν αδιαπραγμάτευτο -η κιθάρα είχε σπάσει. Εκείνος, βλέποντας και την ψυχραιμία μου, μου είπε πως θα τη φτιάξει αμέσως και δεν θα φαίνεται τίποτα. Η αλήθεια είναι πως του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη σε τέτοια θέματα. Ήμουν σίγουρος ότι έτσι θα γινόταν. Απλώς για λίγο διάστημα δεν θα είχα ακουστική κιθάρα. Την πήρε και σε λίγες μέρες μου την επέστρεψε έτοιμη. Τη δεύτερη φορά έσπασε από την υψηλή θερμοκρασία. Ήταν το 1994. Υπηρετούσα στο στρατό και ήταν μέσα στη θήκη της. Είχα κάνει το λάθος και την είχα αφήσει κουρδισμένη. Ήταν καλοκαίρι και δεν άντεξε. Σε μια άδεια κατά την οποία βρέθηκα στην Αθήνα, τη βρήκα δυο κομμάτια. Έσπασε από μόνη της δίπλα από το προηγούμενο σπάσιμο. Το πρώτο είχε αντέξει! Η κιθάρα έγινε
Με έξι κλειδιά, έξι τρύπες

πακέτο μαζί με τη θήκη της και στάλθηκε στον γνωστό μάστορα, που είχε αλλάξει πλέον πόλη. Ταξίδεψε και παρέμεινε κοντά
του αρκετόν καιρό αυτή τη φορά. Επανήλθε όμως πλήρως. Απίστευτο κι όμως αληθινό. Κουρδίζεται το ίδιο καλά όπως και τότε που την αγόρασα. Σίγουρα ήταν θέμα του μάστορα, που ήταν πολύ μεγάλος τεχνίτης, αλλά κι αυτή...βγήκε πέρα παλληκάρι! Δεν της ξανάβαλα όμως ποτέ δώδεκα χορδές γιατί φοβήθηκα μήπως ξανασπάσει από την έλλειψη αντοχής πια και την καταπόνηση που είχε ήδη υποστεί. Κάποια στιγμή αποφάσισα να τη βάψω με μαύρη κάσια στο μπροστινό μέρος των κλειδιών επειδή από τα σπασίματα και τις επακόλουθες κόλλες είχε ξυθεί σχεδόν εντελώς. Αναγκαστικά θα έσβηνα και το λογότυπό της. Την έβαψα λοιπόν μαύρη, ενώ με χρυσή μπογιά έγραψα το όνομά της, τον τύπο της, και ζωγράφισα ένα λουλουδάτο μοτίβο.

Σκληρή θήκη -κάσα ή βαλίτσα, όπως επίσης είναι γνωστή- δεν είχε από την αρχή. Αρχικά τη μετέφερα σε μια καφέ πλαστική θήκη με φερμουάρ. Κάπου εκεί όμως στα 1983-4, στην Αθήνα πια, αγόρασα μια μαύρη σκληρή θήκη, πάνω στην οποία κόλλησα στα χρόνια που ακολούθησαν ένα σωρό αυτοκόλλητα. Μάζευα από όπου έβρισκα. Από χώρες που επισκέφθηκα, από κάμπινγκ, από μαγαζιά όπου δούλεψα, από ναυτιλιακές εταιρείες με τις οποίες ταξίδευα. Αυτή η κιθάρα έχει ταξιδέψει πολύ. Έχει γυρίσει όλη την Ελλάδα μαζί με πάμπολλα νησιά της αλλά έχει πάει και στο εξωτερικό. Μοιάζει με τσίρκο.

Αν και αγόρασα κι άλλες κιθάρες, δεν έπαψα ποτέ να παίζω μαζί της. Είναι πάντα στα δυο μέτρα από το γραφείο μου και είναι η μοναδική κιθάρα που δεν ξεκουράστηκε ποτέ στη θήκη της στο σπίτι. Γιατί την χρησιμοποιούσα και την χρησιμοποιώ συνεχώς -καθημερινά. Μ' αυτή έκανα όλες τις ακουστικές πρόβες στη μουσική μου καριέρα. Βρεθήκαμε σε μαγαζιά, σπίτια, πάρκα και πλατείες, παίζοντας μαζί με άλλους μουσικούς και ετοιμάζοντας προγράμματα για μαγαζιά. Κατά καιρούς κύλισαν επάνω της όλα τα ποτά της μέρας και της νύχτας. Αναψυκτικά, κονιάκ, κρασί, ούζο, τσίπουρο, βότκα, τζιν, πολλή-πολλή μπίρα και φυσικά...άπειρο ουίσκι. Έσταξαν και πολλά κεριά που φώτισαν πρόσωπα θαμώνων, συνεργατών, φίλων ή ερωμένων. Μια ολόκληρη ζωή. Πρόσφατα αποφάσισα να φροντίσω όλες τις κιθάρες μου. Καθεμιά τους θα αποκτούσε ό,τι είχε απωλέσει με τα χρόνια ή κάποια βελτίωση. Για την Kumika είχε έλθει η ώρα να ξαναφορέσει δώδεκα καινούργια κλειδιά, να καθαρίσω και να γυαλίσω τα τάστα της, να της βάλω δεύτερη βίδα στη βάση του μπράτσου για να στηρίζεται
επιτέλους το λουρί της κανονικά, ενώ έχω ήδη παραγγείλει ένα πανέμορφο αριστερό προστατευτικό για τις γρατζουνιές -με σχέδια και ένα κολιμπρί. Είναι ήδη τριανταενός ετών και προχωράει στα τριανταδύο. Ίσως τελικά να έχει αρκετό δρόμο ακόμα μπροστά της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: