Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Η κιθάρα κι εγώ


Τα όργανα δονούνται στους δικούς μας ρυθμούς, στις δικές μας συχνότητες. Συντονίζονται με τους παλμούς της καρδιάς του κατόχου τους αλλά και με το είδος της μουσικής που παράγουν. Χρόνια το πίστευα αυτό. Από τότε που έπιασα κιθάρα στα χέρια μου. Και αυτό έπρεπε να συμβαίνει ιδιαίτερα έντονα στο ξύλο, που είναι ζωντανός οργανισμός. Ας είναι κομμένο πριν από χρόνια. Ας έχει υποστεί κατεργασίες, λαδώματα, τορναρίσματα, πλανίσματα και βερνικώματα. Το ξύλο δεν παύει να στεγνώνει συνεχώς, μέχρι το τέλος της ζωής του -δηλαδή μέχρι να καεί. Αυτή η ακατάπαυστη διαδικασία είναι από μόνη της μια διαρκής κινητικότητα και μετάβαση από τη μια φύση -"κατάσταση", όπως λέει η Φυσική- της ύλης σε μια άλλη. Είναι εξάτμιση μορίων νερού στον αέρα. Είναι μετακίνηση των μορίων του ξύλου μέσα στο όργανο, με σκοπό την κάλυψη των κενών που δημιουργούνται από την εξάτμιση. Αυτό δεν σταματά, δεν τελειώνει ποτέ. Όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε φυσική διαδικασία. Όλα κινούνται διαρκώς μέσα σε ένα κομμάτι ξύλου. Σαν μικρά πλασματάκια που χορεύουν ακατάπαυστα. Το ξύλο είναι ζωντανό, το ήξερα, το ένιωθα. Μέχρι που κάποια μέρα, πολύ πρόσφατα, βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ για κιθάρες όπου μιλούσε ένα στέλεχος κάποιας πολύ μεγάλης μουσικής κατασκευαστικής εταιρείας, άκουσα πως, σύμφωνα με τις έρευνές τους, διαπίστωσαν ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει. Τα μόρια του κάθε διαφορετικού ξύλου συντονίζονται σε διαφορετικές συχνότητες, ανάλογα με τον μουσικό και το είδος της μουσικής του. Και τοποθετούνται σε συνάρτηση με τους παλμούς που δέχονται από τον μουσικό τους. Τώρα πια οι μεγάλοι κατασκευαστές, συνέχιζε ο ειδικός επιστήμονας, λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους αυτόν τον τόσο σημαντικό παράγοντα προκειμένου να δημιουργήσουν όργανα που προορίζονται να αποδώσουν διαφορετικά μουσικά είδη. Βέβαια αυτά όλα μέχρι τη στιγμή που το όργανο θα έλθει στην κατοχή ενός ανθρώπου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά αναλαμβάνουν ο ψυχισμός, οι μουσικές προτιμήσεις, η δεξιοτεχνία, ο τρόπος παιξίματος και τα τόσα άλλα χαρακτηριστικά του ανθρώπου μουσικού. Και το όργανο αρχίζει να αποκτά κι αυτό "ψυχή". Οι μουσικοί το ήξεραν αυτό διαισθητικά και κάπως μεταφυσικά. Ήλθαν όμως η επιστήμη και η τεχνολογία να το επιβεβαιώσουν. Δικαίωση.

Η πρώτη μου συνάντηση με την κιθάρα έγινε όταν ήμουν περίπου 4-5 χρονών. Δεν θυμάμαι πώς έφτασε στα χέρια μου -προφανώς ήταν δώρο- μια μικρή ξυλινη κιθαρίτσα. Ήταν κανονικό όργανο, με έξι συρμάτινες χορδές, κανονικά τάστα και αντηχείο. "Μετρημένη", όπως λένε οι μουσικοί. Εκεί επάνω με θυμάμαι να ταλαιπωρούμαι χτυπώντας συνεχώς -και χωρίς να βαριέμαι- τις τέσσερις πρώτες εισαγωγικές νότες ενός μεγάλου ελληνικού σουξέ της εποχής! Επειδή μετά δεν μπορούσα να παίξω τη συνέχεια, άρχιζα να τραγουδάω το τραγούδι. Μικροί-μεγάλοι με κορόιδευαν, επαναλαμβάνοντας με το στόμα τους τις τέσσερις νότες κάθε φορά που ήθελαν να μου απευθυνθούν. Έγινα συνώνυμος με την περίφημη εισαγωγή της κυρα-Γιώργαινας! Τέτοια ρεζιλίκια και γέλια. Αλλά σταμάτησα εκεί. Ποτέ δεν έδειξα διάθεση για κάτι παραπάνω. Έτσι σχόλασα ως κιθαρίστας νωρίς-νωρίς.

Η δεύτερη συνάντηση έγινε πέντε-έξι χρόνια αργότερα. Πήγαινα πια σε προχωρημένη τάξη του δημοτικού, όταν κάποια μέρα, γυρνώντας από το σχολείο, εμφανίζεται η μάνα μου στο δωμάτιο κρατώντας μια κιθάρα στα χέρια της. Την  κρατούσε κάνοντας πως παίζει και τραγουδούσε γελώντας και κοιτάζοντάς με. Ήταν για μένα! Χοροπήδησα από τη χαρά μου. Με εκείνη την κιθάρα, που ήταν μεγαλύτερη από την προηγούμενη αλλά όχι ακόμη "κανονική" -ήταν κάτι σαν τις παλιές κιθάρες που είχαν οι ρεμπέτες-, άρχισα να προχωρώ, πάντα μόνος μου, και πέρα από την εισαγωγή των τραγουδιών. Έφτανα στη μελωδία, αλλά όλα εξελίσσονταν σε μια, άντε το πολύ σε δύο χορδές. Αφού θυμάμαι χαρακτηριστικά τον θείο μου το Χρήστο να μου λέει, κάποια φορά που μας επισκέφθηκε, "την επόμενη φορά που θα έλθω, να παίζεις όμως σε όλες τις χορδές". Αυτή η φράση του μπάρμπα μου εντυπώθηκε βαθιά μέσα μου. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως κάπου χώλαινα. Σταματούσα σε ένα σημείο και δεν προχωρούσα παρακάτω. Άρα έπρεπε να μάθω να παίζω σε όλες τις χορδές για να νιώσω ολοκληρωμένος. Πώς γινόταν αυτό; Και, αφού μια χαρά βγαίνει το τραγούδι έτσι όπως παίζω με τη μια χορδή, γιατί να μπλέξω; Μα, τότε γιατί υπάρχουν και οι άλλες χορδές, ερχόταν ο άλλος μου εαυτός να ρωτήσει και να με αμφισβητήσει. Σ' αυτό το ερώτημα δεν είχα απάντηση. Ψέλλιζα κάτι ψευτοδικαιολογίες όπως "για να τραγουδάμε πιο ψηλά" και τα τοιαύτα. Ήξερα όμως μέσα μου ότι δεν έχω δίκιο. Ότι ο δρόμος προς την εκμάθηση περνούσε πάνω από όλες τις χορδές της κιθάρας. Αλλά και πάλι τον απέφευγα. Ήταν η δεύτερη φορά και δεν είχε έλθει φαίνεται ακόμα η Ώρα.


Η οποία ήλθε στις τελευταίες τάξεις του σχολείου. Η ορμή μέσα μου ήταν πια ακατάσχετη και όλοι οι δρόμοι ήταν πλέον ανοιχτοί. Δεν υπήρξε ούτε στιγμή καμιά αναστολή μου, καμιά ολιγωρία στην εξάσκηση και καμιά έκπτωση στην αφιέρωση. Αφιερώθηκα ολοκληρωτικά -ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια. Ατέλειωτες ώρες μέσα στη μέρα, κάθε μέρα. Η κιθάρα έμελλε τελικά να γίνει για μένα η έκφραση, το στήριγμα, το βιβλίο, η συντροφιά, το παράθυρο στον κόσμο και στη ζωή. Μέσα από εκεί κατάφερα να εξωτερικεύσω όλα όσα δεν μπορούσα αλλιώς -ή δεν εύρισκα τρόπο. Έμαθα πράγματα για τον εαυτό μου γιατί με εξέθετε ανεπανόρθωτα στους γύρω μου, αλλά ταυτόχρονα μου προσέφερε και μια ασπίδα προστασίας -κάτι σαν κέλυφος. Έτσι κατάφερνα να ανοίγομαι στους άλλους και την ίδια στιγμή να φορώ το προσωπείο του καλλιτέχνη, που σε δικαιολογεί, σε σώζει και σε απαλλάσσει από ένα σωρό κακοτοπιές. Θα θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου καθισμένο καλοκαιριάτικα στο δάπεδο ενός σιδηροδρομικού σταθμού. Πάνω στα απίστευτα βρώμικα πλακάκια. Χωρίς να προλάβω καν να το σκεφτώ. Μόλις ένιωσα μια ακόμη κρίση πανικού να πλησιάζει, πρόλαβα και κάθισα κάτω και έβγαλα την κιθάρα από τη θήκη της. Για το επόμενο δίωρο έπαιζα κυριολεκτικά κολλημένος επάνω της. Οι άνθρωποι περνούσαν δίπλα μου και με κοίταζαν με απορία και περιέργεια. Κάποιοι μάλιστα αποπειράθηκαν να μου αφήσουν μερικά κέρματα. Δεν θυμάμαι αν τελικά τα άφησαν. Έτσι κι αλλιώς δεν έδινα καμιά σημασία σε τίποτα στην κατάσταση που βρισκόμουν. Δεν με ένοιαζε τίποτα. Ήξερα όμως πολύ καλά ότι αυτό που έκανα θα με γιάτρευε. Κρεμασμένος από το στήριγμά μου, αναζητούσα απεγνωσμένα ανακούφιση. Εκείνα τα πρώτα χρόνια των πανικών η κιθάρα ήταν το απόλυτο γιατρικό μου. Αργότερα, όταν δεν επαρκούσε ούτε κι αυτή, τα πράγματα πήραν δύσκολη τροπή. Η διαδρομή σκοτείνιασε και η ορατότητα μειώθηκε στο ελάχιστο. Ευτυχώς όμως κάποια στιγμή όλα αυτά ξεπεράστηκαν και η κιθάρα απόμεινε ο γνήσιος δρόμος προς την ευδαιμονία της ψυχής. Έγινε η σκέτη, καθαρή χαρά που με φέρνει σε επαφή με το βαθύτερο είναι μου. 

Εδώ και χρόνια είναι η πρώτη και απαραίτητη κίνησή μου κάθε πρωί. Με μάτια κλειστά από τον ύπνο που αφήνω πίσω μου και μια γουλιά καφέ στο στόμα χτυπάω τις πρώτες πρωινές νότες στις χορδές. Συνήθως κάποια ώρα που σχεδόν δεν έχει ακόμη ξημερώσει. Είναι ακόμη νύχτα. Και νιώθω να ανοίγω αρμονικά άλλη μια πόρτα -αλλη μια μέρα που με βρίσκει να ζω.

2 σχόλια:

Lila Lilak είπε...

Το θυμάμαι εκείνο το κέλυφος.. Το είχες απόλυτη ανάγκη νομίζω, μα όχι πιά.. Πανέμορφο κείμενο, απ όλες τις απόψεις..

Giorgos Velentzas είπε...

Να 'σαι καλά, Βασούλα. Ναι, πάει το κέλυφος.
Τώρα πια εξελίχθηκα -μπήκα στη γυάλα!