Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις - Ελλάς, η Χώρα των Ονείρων

Μουσική και τραγούδια για το ομώνυμο γερμανικό ντοκιμαντέρ του Wolfgang Mueller-Sehn (1960-61).
Στίχοι: Νίκου Γκάτσου & Μάνου Χατζιδάκι.
Τραγουδά η Νάνα Μούσχουρη.


Τελική μορφή του έργου, αναθεωρημένη από τον συνθέτη (βασισμένη στο ποίημα
Αμοργός του Νίκου Γκάτσου) γιατί το συνολικό μουσικό αποτέλεσμα της ταινίας δεν τον είχε ικανοποιήσει. Σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις στο οπισθόφυλλο της έκδοσης: "Ευτύχημα είναι ότι η FONTANA κατενόησε την ιδιαίτερη σημασία της μουσικής μου και μου ΄δωσε τελευταία την ευκαιρία να ξανασυνδέσω τα μέρη της σε μια οριστική και διάφορη σειρά απ΄ αυτή που είχε στην ταινία, έτσι που να δημιουργηθεί μια ανεξάρτητη κι ολοκληρωμένη μορφή μουσικού έργου".

Ηχογράφηση: Οκτώβριος-Νοέμβριος 1960.
Δεύτερη έκδοση (1972): Δίσκος 33 στροφών (Fontana: 6484 001-PolyGram).
Τρίτη έκδοση (1988): CD (Fontana: 836 536-PolyGram).


Μια πανέμορφη δουλειά του Μάνου Χατζιδάκι, με συμπυκνωμένη όλη τη συνθετική μεγαλοφυία του, όπως αποδεικνύεται περίτρανα από τα αμέτρητα μουσικά θέματα τα οποία την πλαισιώνουν. Από το γνωστό, παλιό μουσικό σήμα του Τρίτου Προγράμματος μέχρι την διάσημη Αθήνα αλλά και από το εκπληκτικά μελοποιημένο απόσπασμα από την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου μέχρι το λυρικότατο Το πέλαγο είναι βαθύ σε στίχους του ίδιου του συνθέτη.

Το έργο:

1.   Αθήνα
2.   Ήταν του Μάη το πρόσωπο (ποίηση: Νίκος Γκάτσος)
3.   Πελοπόννησος-Μυστράς
4.   Πύλος-Μεθώνη-Μάνη
5.   Στην αγορά
6.   Ποτάμια και γέφυρες
7.   Σαν σφυρίξεις τρεις φορές (στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις)
8.   Μετέωρα
9.   Δωδώνη και Πέλλα
10. Αθήνα (στίχοι Νίκος Γκάτσος)
11. Σούνιο-Αιγαίον Πέλαγος
12. Θέμα Αιγαίου
13. Καλυμνιώτικο (στίχοι: Νίκος Γκάτσος)
14. Σκύρος-Σκόπελος
15. Ρόδος-Μιραμάρε
16. Μύκονος-Ανεμόμυλοι
17. Ικαρία-Κάμειρος-Λίνδος
18. Το πέλαγο είναι βαθύ (στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις) 

"Στον κινηματογράφον Αττικόν η Σκούρας Φιλμ επρόβαλε σε πανηγυρική παράσταση το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ Ελλάς, η χώρα των ονείρων". Με την γνώριμη δωρική φωνή ο εκφωνητής των επικαίρων, τον Ιανουάριο του 1962, προλόγιζε την ενότητα των επικαίρων με τα καλλιτεχνικά νέα. Πολιτικοί, ξένοι επίσημοι, δημοσιογράφοι και απλός κόσμος στην κατάμεστη αίθουσα του Αττικόν υποδέχονται την επίσημη πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ με μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, που φιλοδοξούσε να κάνει γνωστή την ανερχόμενη τότε τουριστικά Ελλάδα.

Μια άλλη Ελλάδα, μια άλλη Αθήνα, ένα τόσο διαφορετικό σήμερα κι ένα αύριο γεμάτο ελπίδες και όνειρα χρωματιστά, βγαλμένα μέσα από τις παλέτες του Τσαρούχη και του Μόραλη αλλά και τα σκίτσα του Μποστ. Μια χώρα κυριολεκτικά βουτηγμένη στην ποίηση και στις μουσικές, στον αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον -που έδειχνε να έρχεται αναπόφευκτα. Η Ελλάδα του δεύτερου ρυθμού ανάπτυξης στον κόσμο ολόκληρο. Το Νόμπελ ταξίδεψε μέχρι τις ακτές του Αιγαίου και χάιδεψε -μετά από σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια σκότους και έλλειψης αναγνώρισης και παραδοχής, από την εποχή των μεγάλων τραγωδών και κωμικών- τον τόπο όπου γεννήθηκαν ο Λόγος, η Ποίηση, το Δράμα και η Δημοκρατία. Τα ανήμπορα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου έμοιαζαν πολύ μακρινά πια. Το κατεστημένο έτριζε από τα θεμέλια και σε λίγο θα σωριαζόταν πια οριστικά μπροστά στα πόδια ενός λαού που με την πρώτη ευκαιρία ξεχυνόταν στους δρόμους προκειμένου να υπερασπιστεί τα τόσο πολύτιμα και ευλαβικά φυλαγμένα ιδανικά του. 

"Αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων". Εκείνη η χώρα των ονείρων σε λίγα χρόνια επρόκειτο να ζήσει έναν μεγάλο εφιάλτη, ένα πολύ κακό όνειρο από το οποίο ουσιαστικά δεν ξύπνησε ποτέ. Ήλθε εκείνη η "Χαμένη Άνοιξη" του Στρατή Τσίρκα και πέρασε από πάνω της σαν λαίλαπα, ισοπεδώνοντας τα πάντα στο πέρασμά της. Για άλλη μια φορά οι άνθρωποι που κατοικούσαν αυτόν τον τόπο δεν κατάφεραν να κλείσουν με τα χέρια τους τον κύκλο του χορού. Και κάπου δημιουργήθηκε ένας αδύναμος κρίκος από όπου χύμηξε ξανά το τέρας της διχόνοιας και σκόρπισε τους πάντες. Για να ξαναρχίσει "το πανάρχαιο δράμα". 

Η Χώρα των Ονείρων χάθηκε από την έμπνευση και τα ενύπνια των παιδιών της. Είχε κάνει πάλι φτερά για άλλες εποχές, άλλες διαστάσεις. Η αυγή θα αργούσε για άλλη μια φορά.
  

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σκύβω, σηκώνω φύλλα μόνο


Γραμμένο κάπου στα 1990
Έγραφα για τη ζωή μου, για ολόκληρη τη ζωή μου, αλλά δεν το καταλάβαινα. Για εκείνη που είχα ζήσει μέχρι τότε -τη σχετικά μικρή-, για εκείνη που ζούσα, και για την άλλη -εκείνη που θα ερχόταν στο μέλλον. Κατέγραφα τη ζωή μου καρέ-καρέ, πλάνο-πλάνο.

Tαξίδευα και προσπαθούσα να διαβάσω το βιβλίο του Κέρουακ. Στην πραγματικότητα εκείνα τα χρόνια ο Κέρουακ δεν κατάφερε να με συνεπάρει. Τον διάβαζα προσπαθώντας να με κάνω να μου αρέσει. Αναζητώντας κι εγώ τους ταγούς μου. Μου φαινόταν τόσο βαρετός και επαναλαμβανόμενος. Τότε. Θεωρούσα πως στην ουσία προσπαθούσε να βάζει μόνος του τρικλοποδιές στον εαυτό του για να δημιουργεί άλλοθι για τον εγκλεισμό του μυαλού του και της ψυχής του. Και μετά να πετάει πέτρες. Όχι ακριβώς πέτρες, αλλά αντίδραση. Εντάξει, δεν θα επιχειρηματολογήσω εδώ για την άποψη που είχα ως νέος για τη γενιά των μπιτ -ή, πιο σωστά, για το συγκεκριμένο βιβλίο του Κέρουακ- αλλά αυτοί οι τύποι φάνταζαν περίεργοι στα μάτια μου. Ήταν πολύ διαφορετικά τα δεδομένα τους εκεί στις ΗΠΑ μεταπολεμικά. Οι μπιτ είχαν άλλη άποψη και πρόταση για τη ζωή σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους υπαρξιστές, που κι εκείνοι αντιδρούσαν με τα δικά τους μέσα. Πρόδρομοι -ίσως- αμφότεροι του Woodstock, των χίπις αλλά και του Μάη του '68.  

Η έξοδος από τον πόλεμο βρήκε τις ΗΠΑ με τεράστια κεκτημένη ταχύτητα. Άρχισαν να οικειοποιούνται και να ισοπεδώνουν ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό μέσο. Σχέδιο Μάρσαλ, ΟΗΕ, ατομικά όπλα, μακαρθισμός, ψυχρός πόλεμος. Η Γιάλτα (στην ουσία η συνάντηση στη Μόσχα) τους είχε δώσει το πράσινο φως για να κινούνται και να επιβάλλονται με κάθε τρόπο στην επικράτεια της σφαίρας επιρροής τους.    

Ανέβαινα λοιπόν σε τρένα και πλοία έχοντας πάντα στο βάθος του σάκου μου το χοντρό γαλάζιο βιβλίο του Κέρουακ, την ιστορία του οποίου ουσιαστικά ζούσα. Προσπαθούσα να ξεχάσω από πού ερχόμουν και πού πήγαινα. Δεν ήθελα να θυμάμαι όσα έβλεπα γύρω μου, που -ως νέο άνθρωπο- με πλήγωναν αφάνταστα στην ορμητική ευαισθησία μου. Δοκίμαζα να ξεχάσω τον ήλιο κάθε φορά που έδυε στην κατακόκκινη, πύρινη δύση του και να τον ξαναγνωρίσω το άλλο πρωί, σαν να τον έβλεπα για πρώτη φορά. Ήταν, βλέπεις, το ζητούμενο και το όνειρο της νεότητας. Να τα ζεις όλα σαν να 'ναι η πρώτη φορά. Για να καταρρίπτεις, έστω και εντός σου, τον κόσμο που άρχιζες να αντικρίζεις σιγά-σιγά και να  γεμίζεις εμπειρίες. Ήταν αυτοσκοπός. Δεν είχα ούτε ρολόι ούτε ημερολόγιο μαζί μου. Ο χρόνος μου καθοριζόταν μόνο από τη μέρα και τη νύχτα. Από τη ζέστη και το κρύο. Τη βροχή και τη λιακάδα. Τότε που δεν σε ένοιαζε πού κοιμόσουν και πού ξύπναγες. Ήταν κι αυτό ζητούμενο. Κάθε βράδυ να κοιμάσαι αλλού και να ξυπνάς αλλού κάθε μέρα. Κι όταν ανοίγεις τα μάτια να μην θυμάσαι σε ποιο σπίτι, δωμάτιο, κρεβάτι, ξενώνα ή αμμουδιά έγειρες να κοιμηθείς. Να κοιτάζεις απέναντι, δίπλα σου, και να αντικρίζεις νέα και άγνωστα πρόσωπα. Γιατί η ζωή έτσι γινόταν και ήταν μεγάλη και ατέλειωτη. Κάθε πρωί να μαθαίνεις νέες συνήθειες ανθρώπων και να ανταλλάσσεις νέες καλημέρες. Να σε περιμένουν οι ατέλειωτοι δρόμοι να τους πατήσεις και να τους κατακτήσεις. Χάραζες διαδρομές στο χάρτη και ήλπιζες να τις υπερβείς.

Έτσι κάνουν αρκετές φορές οι νέοι. Προσπαθούν να ταυτιστούν με κάτι, με έναν τρόπο ζωής, μια ιδεολογία. Στήνουν μέσα τους ήρωες και ανδριάντες. Έχουν ανάγκη από πρότυπα. Μεγαλοπρεπή, εντυπωσιακά, πομπώδη. Για να εμπνέονται και να προχωρούν με μεγάλες δρασκελιές προς το μέλλον. Η ζωή δεν θα προχωρούσε αλλιώς. Όταν βέβαια τα χρόνια περνάνε (χωρίς τραγικά απρόοπτα και γεγονότα), τα πράγματα αλλάζουν και η πορεία συνήθως οδηγεί σε λόφους και βουνά. Σε κορφές που δεσπόζουν ψηλά, πάνω από τις πεδιάδες και τα δάση όπου έτρεχες νέος. Πάνω από εκεί όπου αναζητούσες τους οδηγούς και τους εμπνευστές σου. Τις ιδεολογίες για να ασπαστείς και να πολεμήσεις γι' αυτές. Και -αν παρίστατο ανάγκη- να θυσιαστείς για χάρη τους. Είπαμε, έτσι είναι οι νέοι. 

Έτσι είναι και ο κόσμος ολόκληρος, η ανθρωπότητα, όταν δεν καταφέρνει να ξεπεράσει την νεότητά της και να ενηλικιωθεί. Όταν παραμένει με τα πόδια τσιμεντωμένα στο παλιό παρελθόν του κόσμου και δεν μπορεί να κάνει την υπέρβαση. Συνεχίζοντας να αναζητά μεσσία και λυτρωτή ή ηγέτη και αρχηγό που "ξέρει πάντα να διατάζει". Για να "τρέχει ξοπίσω του".  Περιμένοντας να μετακινήσει το βράχο για να αναστηθεί και να τον αναστήσει κι αυτόν.

Το χειμώνα είχα δουλέψει καλά και είχα βάλει στην άκρη κάποια χρήματα για το καλοκαίρι -στην περίπτωση που δεν προέκυπτε δουλειά. Σπάνια δεν δούλευα τα καλοκαίρια αλλά ποτέ δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος για τίποτα. Εξάλλου, νέος ήμουν, τι ανάγκες έχει ο νέος; Ξενοδοχείο τ' αστέρια και, όσο για φαγητό, τη βγάζει και με σάντουιτς. Ο καφές στο καμινέτο, η κατασκήνωση ελεύθερη και οι κονσέρβες, τα φρούτα και τα φρέσκα λαχανικά να 'ναι καλά. Το απόγευμα μαζεύαμε ξύλα όσο είχε ακόμη φως και το βράδυ η φωτιά γινόταν εστία, συντροφιά και κουζίνα.

Εκεί γύρω στα εικοσιπέντε μου σκάρωσα ένα τραγούδι, από αυτά τα δικά μου, τα πολύ προσωπικά. Στο τέλος κατέληγε με τη φράση "Σκύβω, σηκώνω φύλλα μόνο". Μια εικόνα που νομίζω πως έγινε κάτι σαν όραμα μπροστά μου, για το μέλλον μου. Έδειχνε την απόλυτη περιέργεια με την οποία προσέγγισα τη ζωή από τη στιγμή που γεννήθηκα και η οποία με ακολούθησε ακατάπαυστα. Από απεικονιστική άποψη ήταν ο τρόπος με τον οποίο υποσυνείδητα ήθελα να διαμορφώσω τη ζωή μου -αυτό που ήθελα να κάνω, τον τρόπο με τον οποίο ήθελα να ζήσω στο μέλλον. Το τραγούδι είχε ένα ρυθμό και μια διάθεση road, έτσι αργόσυρτο που γινόταν προς το τέλος του με εκείνη την κιθάρα να επαναλαμβάνει σχεδόν τα ίδια θέματα. Ένα από εκείνα τα τραγούδια που -όπως λέγαμε με τον Μιχαιρινάκο μου- θα μπορούσες να παίζεις για μέρες ολόκληρες χωρίς να βαριέσαι ή να κουράζεσαι. Συνεχώς και χωρίς σταματημό. Τα ίδια μέτρα. Σε λουπ, μέρα-νύχτα. Τα τελευταία χρόνια το τραγούδι έχει επανέλθει στη ζωή μου. Από άλλη πόρτα όμως, με άλλες διαστάσεις, άλλη φορεσιά. Τώρα πια η αναζήτηση και η εμπειρία του Κέρουακ δεν βρίσκονται στον κυριολεκτικό δρόμο, αλλά στον άλλο, στον μεγαλύτερο και Τρομερό Μεγάλο Δρόμο. Στο δρόμο του Νου και της Ψυχής.

Πολλές φορές με στοίχειωσε η φράση στη ζωή μου. Σε διάφορες φάσεις και σε διάφορες εποχές. Κάθε φορά με διαφορετικό τονισμό και βαρύτητα. Άλλες φορές στο "σκύβω", άλλες στο "σηκώνω φύλλα" και πολλές φορές στο "μόνο". Οι πρώτες είχαν βάρος στην πλάτη και κούραση στην πορεία. Πολλή κούραση. Η ζωή φάνταζε και γινόταν αβάσταχτη. Τα πόδια βάραιναν και δεν στήριζαν, ενώ τα χέρια δεν άντεχαν να κρατάνε τίποτα μέσα τους. Όλα γλιστρούσαν και κύλαγαν σαν την άμμο. Έβλεπα τη ζωή να πέφτει σαν βροχή γύρω μου. Μια βροχή μάταιας άμμου, που δεν προλάβαινα να πιάσω -που δεν ήξερα κιόλας αν ήθελα να πιάσω. Χωρίς ορίζοντα, χωρίς οπτικό πεδίο. Όταν είσαι σκυφτός, δεν βλέπεις και πολλά πράγματα. Αλλά και όταν καταφέρεις να δεις, με μεγάλη προσπάθεια είναι η αλήθεια, το πρόσωπό σου κοκκινίζει και πρήζεται, τα αφτιά σου σχεδόν ματώνουν από την υπεραιμία και ένας ξαφνικός και πνιγηρός βήχας σου φράζει το λαιμό. Τα μάτια θολώνουν από υποψίες δακρύων και από την άμμο, ενώ η εικόνα γίνεται αρχίζει και τρέμει και γίνεται αβέβαιη. Υποφέρεις. Ναι. Ο νέος έχει μέσα του τόση ορμή, τόση αλόγιστη και ακατέργαστη δύναμη ώστε πολλές φορές νιώθει πως η ζωή τρέχει, φεύγει δίπλα του και τον προσπερνάει χωρίς εκείνος να προλαβαίνει να αρπάξει με το χέρι του ένα κομμάτι. Τρέχει για να την ξεπεράσει. Και όσο δεν την προλαβαίνει -γιατί είναι αδύνατο να την προλάβεις- τόσο στενοχωριέται και καταθλίβεται. Στρέφεται στην απαισιοδοξία και καμιά φορά στο μηδενισμό, όταν δεν έχει μεταλλαχθεί για να μετατραπεί σε θύμα του συστήματος, που αμοίβει πλουσιοπάροχα με υλικά βραβεία τους ευσυνείδητους υποτελείς του.

Όταν στο μυαλό μου καρφωνόταν η φράση "σηκώνω φύλλα" -και γινόταν δεύτερη φύση μου και τρόπος ζωής-, γέμιζα από έναν περίεργο τυχοδιωκτισμό, που όμως είχε μέσα του πολλή αδιαφορία και ουδετερότητα απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους. Όλα γίνονταν ράθυμα και μακρόσυρτα. Στα γεγονότα διέκρινες καθαρά την αρχή, το ξεκίνημα, έπειτα την έκρηξη ή τη δημιουργία τους, στη συνέχεια την εξέλιξη και τέλος την εκπνοή τους, την ολοκλήρωσή τους -άλλοτε βίαιη και απότομη και άλλοτε προαναγγελθείσα, σαν έτοιμη από καιρό. Καμιά διαφοροποίηση ανάμεσα στα συμβάντα. Η πρόσληψή τους γινόταν με τον ίδιο πάντα τρόπο. Σχεδόν ισοπεδωτικά και μονότονα, χωρίς όμως καμιά άρνησή τους. Χωρίς να σε κουράζει αυτή η επανάληψη. Όλα γίνονταν νομοτελειακά. Και φάνταζαν τόσο ίδια. Σαν τα πεσμένα φύλλα, που όλα μοιάζουν μεταξύ τους σε γενικές γραμμές. Καφετιά, τσαλακωμένα, με εκείνο το χαρακτηριστικό τρίξιμο της απουσίας χυμών όταν τα αγγίξεις ή τα πατήσεις. Άνευρα και στεγνά. Χωρίς ζωή. Χωρίς χυμούς, χωρίς αίμα. Και ελαφρά, πολύ ελαφρά. Ένα ανεπαίσθητο φύσημα του ανέμου, ένα παιδί που τρέχει γρήγορα ανάμεσά τους, και τα φύλλα αρχίζουν τρελό χορό λίγο πάνω απ' το έδαφος. Στροβιλίζονται χορεύοντας ένα ακόμη βαλς, συνευρίσκονται για λίγο στον αέρα ανταλλάσσοντας ματιές και στη συνέχεια πέφτουν αιωρούμενα στο έδαφος. Το τεράστιο καφετί σεντόνι της φύσης, που σκεπάζει τα πάντα το φθινόπωρο. Που αναταράζεται σαν κύμα, σαν θάλασσα, όταν ο καιρός αγριεύει. Που όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούγεται σαν φωτιά που καίει και φλογίζει τον κόσμο. Περίεργο πράγμα τα ξερά, πεσμένα φύλλα. Σείονται σαν θάλασσα και ηχούν σαν φωτιά. 

Τέλος, το "μόνο". Εκείνη η μοναχική λέξη της μοναδικότητας στο τέλος της πρότασης. Στο τέλος του νοήματος. Στο τέλος του νήματος. Στο τέλος όλων. Δεν υπήρχε πια τίποτε καινούργιο και διαφορετικό. Είχαν γίνει όλα πολύ βαρετά. Η μονοτονία με κούραζε και με αποκοίμιζε. Τίποτα δεν άλλαζε αλλά ούτε υπήρχε κάποια ένδειξη αλλαγής ή έκπληξης. Είχα πια αρνηθεί και την επανάληψη. Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Αν η ψυχή σου διψούσε για άλλα, για καινούργια πράγματα, έξω από τα μέτρα και τα δεδομένα, έπρεπε να γίνεις πέστροφα και σολομός. Να πας κόντρα στο ρεύμα και να ανέβεις πάλι στις πηγές. Για να βρεις την αρχή. Όταν όμως σε ισοπεδώνει αυτό το "μόνο", δεν είναι εύκολο να πας κόντρα στο ρέμα. Γιατί δεν θυμάσαι πια. Δεν έχεις μνήμη της ζωής. Δεν μπορείς ούτε καν να την αναγνωρίσεις. Πόσο περισσότερο να τη δημιουργήσεις, να την τραβήξεις από μέσα σου για να βγει να περπατήσει και να ζήσει. Δεν υπήρχε καμιά τέτοια δυνατότητα. Τότε πια αφηνόσουν. Είναι το τετέλεσται που είπε και κάποιος άλλος κάποτε μετά από μια πορεία -ή ιστορία- τόσο σοφά επιλεγμένη ή επινοημένη. 

Στο Δρόμο, λοιπόν. Όπως πάρα πολλοί νέοι άλλωστε πριν και μετά από μένα. Ο καθένας έπλαθε τη δική του εικόνα και διαδρομή, το δικό του ταξίδι, αναζητώντας το δικό του Δρόμο. Χάραζε το δικό του χάρτη πάνω στις μέρες. Η ζωή επαναλαμβάνεται μέσα από το ρομαντισμό της. Είναι δηλαδή αυτές οι ίδιες και ίδιες πανάρχαιες εκδηλώσεις και μορφές ζωής που επιφέρουν την αναπαραγωγή και διαιώνιση της ζωής. Που κατασκευάζουν τα πρότυπα -κάθε λογής, ιδεολογίας, άποψης, χρώματος και επιπέδου- και τα μέτρα για να ζήσει και να διανύσει την εποχή της η κάθε νέα γενιά. Η καρδιά ήταν πάντα το σύμβολο της αγάπης, ο ήλιος του φωτός, της ζωής και της λαμπρότητας, το νερό της δύναμης και της αλλαγής αλλά και το λουλούδι της τρυφερότητας και της ευγένειας. Η προσέγγιση των δυο φύλων ζητούσε λίγο απ' όλα στις σωστές, παλιές-καλές αναλογίες, έτσι ώστε να προκύψει ζωή. Μια ατέλειωτη σπείρα στο χρόνο, που, όταν την ανακαλύπτει και τη διαγράφει (με την μαθηματική έννοια του όρου) κάθε γενιά, εκπληρώνει το υπαρξιακό της καθήκον πλημυρισμένη από έκπληξη και συγκλονισμένη από τα παρθενικά αισθήματα που βιώνει. Η ζωή επαναλαμβάνεται μέσα από το ρομαντισμό της.

Μια αέναη επανάληψη στα ίδια σκηνικά, με τα ίδια ονόματα. Τα παιδιά που γεννιούνται κοντά σε θάλασσα θα μάθουν νωρίς να ψαρεύουν, ενώ όσα γεννιούνται στο χωριό θα μάθουν νωρίς το χωράφι και το ζώο. Και κάποια μέρα θα συναντηθούν στην πλατεία του κόσμου. Θα συστηθούν, θα γνωριστούν. Εκείνος θα λέγεται Α κι εκείνη Β. Οι διαδρομές τους θα μπλέξουν, θα αναμιχθούν. Και μαζί τους και οι εμπειρίες και οι ζωές τους. Θα ανταλλάξουν πληροφορίες και δεδομένα, τραγούδια και συνταγές, θα εμπλουτίσουν τις αποθήκες τους και θα συνεργαστούν στη δημιουργία της επόμενης γενιάς των ανθρώπων. Τα σύννεφα θα γυρνάνε πάντα με την ίδια ορμή γύρω απ' τη γη και οι θάλασσες θα φουσκώνουν άγρια όταν φυσάει. Οι δάσκαλοι στις αίθουσες θα διδάσκουν τα καινούργια επιτεύγματα κάθε νέας γενιάς και οι μαθητές θα ανακαλύπτουν τον Α και την Β ξανά από την αρχή.

Πόσο αλλάζουν τα πράγματα με τα χρόνια... Στο ξεκίνημα λειτουργούμε σαν το καινούργιο μελίσσι που εξορμά στις εξοχές για να συλλέξει νέκταρ. Όσο περισσότερο μπορεί. Κι έπειτα, φορτωμένοι με εμπειρίες και γνώσεις, κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από το ταξίδι, τον ήλιο, τη βροχή και τον άνεμο, επιστρέφουμε στην κυψέλη μας για να επεξεργαστούμε το νέκταρ και να αρχίσουμε να παράγουμε το μέλι μας. Ωριμότητα. 

Αλλά και συντήρηση. Ο φόβος για το άγνωστο, το νέο, το διαφορετικό είναι πάντα εκεί -παραμονεύει με το μανδύα κάποιας περιουσίας, κάποιας εξουσίας, κάποιας θρησκείας. Ευτυχώς στον δυτικό κόσμο -που είναι και ο περισσότερο ταλαιπωρημένος από την άποψη των στεγανών της ζωής- υπήρξαν και κάποιοι διαφορετικοί άνθρωποι. Γενναίες ψυχές που την κρίσιμη στιγμή της μετάβασης, της υπέρβασης, αντίκρισαν θαρραλέα το πεπρωμένο. Που διέρρηξαν τα σύνορα και τα όρια που έθεταν η κοινωνία, το σύστημα, το κατεστημένο, η "συντήρηση" -και ξανοίχτηκαν. Ανέβηκαν στους λόφους και αγκάλιασαν με τα μάτια τους το σύνολο στη συνέχειά του. Για όσα είδε και κατάλαβε, μίλησε και ο John Lennon στα τελευταία δημόσια λόγια του, τον Ιανουάριο του 1980, σε μια συνέντευξη-ποταμό στο αμερικανικό Playboy:


Η μουσική που ακολουθεί είναι του Μίκη Θεοδωράκη, γραμμένη το 1973 για την ταινία Serpico του Sidney Lumet.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεν πρόκειται για κείμενο εμμονής στη νεότητα, ούτε νοσταλγίας της. Πρόκειται για την άφιξη σε ένα σημείο από όπου μπορείς πλέον να ατενίζεις ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος αλλά και να ελπίζεις πως θα προλάβεις και αρκετό κομμάτι του μέλλοντος. Λογιστική ζωής.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Η Σπείρα του Αρχιμήδη


Ο μινιμαλισμός μου άρεσε πάντα -σε όλες τις εκφάνσεις του. Στην τέχνη γενικά, στη διακόσμηση, στον τρόπο ζωής. Είναι υπνωτιστικός. Επειδή δεν αφήνει περιθώρια για ανάπτυξη πολλών διαστάσεων και ίσκιων -αφού λείπει η πληθώρα-, προσελκύει τα υποκείμενά του αδίστακτα και τελικά τα καθιστά θύματά του. Αρχίζεις να επικοινωνείς με το ασυνείδητο και να αυτο-αποκαλύπτεσαι.  Γι' αυτό ακριβώς μου άρεσε και μου αρέσει.

Αν καταφέρεις και ξεπεράσεις τα όρια του έξω κόσμου, που σε σφυροκοπά με τις εντάσεις του, και αφεθείς σε αυτό το ιδιότυπο τραγούδι των Σειρήνων, θα αρχίσεις να ανοίγεις σαν τριαντάφυλλο.

Δύσκολη και οδυνηρή διαδικασία, αυτό είναι σίγουρο. Αλλά είναι και η μοναδική, νομίζω, για να φτάσεις να επικοινωνήσεις βαθιά και αληθινά με τον εαυτό σου και τις άλλες ψυχές γύρω σου.

Η σπείρα μοιάζει με την ίδια τη ζωή. Προχωρά διαρκώς χωρίς να φτάνει πουθενά -τουλάχιστον στο αντιληπτικό επίπεδο που κατέχουμε μέχρι σήμερα ως είδος. Αλλά προχωρά. Δεν γνωρίζουμε αν "εξελίσσεται" -τι θα πει αυτό εξάλλου;- αλλά γνωρίζουμε ότι δεν μένει στατική. Και αυτή είναι η ουσία της ζωής. Η διαρκής κίνηση.  

Η ατέρμων σπείρα του Αρχιμήδη εξασφαλίζει την πρόσβαση στο Αέναο.

Απόσπασμα από το έργο του Philip Glass Music in Twelve Parts:

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

............

Αέναο

Τα κομμάτια συνεχίζουν να ξεκολλάνε από πάνω μας
και να μας υπενθυμίζουν τη Μεγάλη Έξοδο.
Προαυλιζόμαστε μονότονα σε έναν μαντρωμένο αυλόγυρο,
περπατώντας στο ρυθμό των ίδιων μας των βημάτων.
Περνάμε πάνω από τα πεσμένα φύλλα,
που κάθε φορά τρίζουν ολοένα και λιγότερο
μέχρι να τριφτούν εντελώς
και να σκορπίσουν στον άνεμο
-σαν σκόνη του χρόνου-
μαζί μας.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Οι κιθάρες μου - KUMIKA W285

Ουσιαστικά η πρώτη μου κιθάρα. Ήταν χειμώνας του '81-'82 και πριν από λίγο καιρό είχαν κυκλοφορήσει τα "Μπαράκια" του Βαγγέλη Γερμανού. Είχα ενθουσιαστεί με τη φρεσκάδα του ήχου και -κυρίως- της ακουστικής κιθάρας. Ο ήχος της ήταν γυάλινος και καθαρός. Έτριζε. Πρώτη φορά έδινα τόση προσοχή σε κάποιο συγκεκριμένο όργανο. Πρώτη φορά το ξεχώριζα. Ο δίσκος ήταν γεμάτος ακουστικές κιθάρες. Οι ενορχηστρώσεις ήταν τόσο εμπνευσμένες και πρωτόγνωρες για τα αφτιά μου που καθόμουν με τις ώρες προσπαθώντας να τις ξεδιαλύνω. Ήμουν σίγουρος πια ότι είχε έλθει η ώρα. Η τρίτη φορά που θα έπιανα κιθάρα στα χέρια στη ζωή μου θα ήταν η οριστική. Εκείνη που θα με έφερνε για πάντα κοντά της. 

Δυο μάρκες κυριαρχούσαν στην αγορά της πόλης μου εκείνα τα χρόνια στο χώρο της προσιτής ακουστικής κιθάρας. Η Kumika και η Eko. Η δεύτερη πουλιόταν πολύ, ενώ η πρώτη ήταν σχετικά αδοκίμαστη ακόμα. Πήγα στο ένα από τα δυο μαγαζιά μουσικών οργάνων που υπήρχαν τότε και τις είδα. Αρχικά τις προσέγγισα αισθητικά. Δεν το συζητούσα. Η Eko ήταν μπακατέλα. Άσχημη, χοντροκομμένη, ασύμμετρη. Ενώ η άλλη... κούκλα. Ξύλο ξανθό στο καπάκι μπροστά, μαύρο προστατευτικό για τις γρατζουνιές, υπέροχα σχεδιασμένο σε σύγκριση με της άλλης, σκούρο καφέ ξύλο στο πίσω μέρος του ηχείου και μια πανέμορφη σχεδιαστική συμμετρία σε όλο το όργανο.

Προχώρησα στον ήχο. Τσίγκος η Eko. Απογοήτευση σκέτη. Μόνο η φήμη της την ακολουθούσε. Όταν όμως άγγιξα την Kumika, ένιωσα να ζεσταίνομαι. Ο ήχος της με περιέβαλλε από παντού. Υπήρχαν δυο μοντέλα, μια εξάχορδη και μια δωδεκάχορδη. Η δωδεκάχορδη κελαηδούσε. Ήχος γεμάτος, στρογγυλός και απόλυτος. Σε χάιδευε κι εσύ μαγεμένος βούταγες μέσα στο αντηχείο της. Τουλάχιστον αυτό ενιωσα τότε. Με τις δώδεκα χορδές ίσως υπήρχε ένα θέμα αλλά σκέφτηκα ότι μπορούσα να βγάλω τις έξι και να την έχω εξάχορδη με σώμα δωδεκάχορδης. Βέβαια, αν ήθελα, τη χρησιμοποιούσα και με τις δώδεκα. Αλλά μου άρεσε τόσο πολύ το ηχείο της και το μπράτσο της που δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Θα έκανα το παν να αγοράσω τη δωδεκάχορδη.

Είχε 5.500 δραχμές, αν θυμάμαι καλά. Δεν είχα τόσες οικονομίες εκείνη την περίοδο. Ξεπαραδιαζόμουν στους δίσκους, όλα μου τα χαρτζιλίκια εκεί πήγαιναν. Τα χρήματα ήταν πολλά. Δυστυχώς, έπρεπε να απευθυνθώ στους γονείς μου. Και το μουσικό παρελθόν μου δεν ήταν άμεμπτο. Θα με αμφισβητούσαν -και με το δίκιο τους. Είχα ξαναπροσπαθήσει να συνάψω σχέση με κιθάρα αλλά καταλήξαμε σε...διαζύγιο λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων! Έριξα τα μούτρα μου και παρουσιάστηκα στον πατέρα μου. Όλως παραδόξως, δεν μου έκανε κανένα κήρυγμα. Με κοίταξε και με ρώτησε μόνο, "είσαι σίγουρος;" Φαίνεται ότι εκείνο το "ναι" του το είπα με τέτοια σιγουριά και αυτοπεποίθηση ώστε δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτε άλλο. Μου την αγόρασε.

Το βιβλίο που με έμαθε τις συγχορδίες
Μέσα σε λίγους μήνες έπαιζα ήδη πολλά τραγούδια και στις έξι χορδές αυτή τη φορά. Η μοναδική μου βοήθεια ήταν ένα βιβλίο με φωτογραφίες συγχορδιών. Και πολλή -πάρα πολλή- αγάπη και επιμονή. Μετά από ένα χρόνο και κάτι έπαιξα στην πρώτη μου μεγάλη συναυλία. Ο δρόμος ήταν πια ορθάνοιχτος. Θα τον έτρεχα μέχρι το τέλος. Στα χρόνια που ακολούθησαν έπαιξα χιλιάδες ώρες με την Kumika. Εκεί επάνω ανακάλυψα τα πάντα στη μουσική. Πολλές φορές αποκοιμήθηκα μαζί της ή, άλλες φορές, τη χρησιμοποίησα για μαξιλάρι μου -αυτό συνήθως στη σκηνή ή στο καράβι- ή ακόμα και για τραπέζι μου για να φάω -γυρνώντας την ανάποδα. Επίσης διάβασα επάνω της -πάντα στην πίσω, επίπεδη πλευρά. Ταυτόχρονα όμως στάθηκε το μεγάλο μου ψυχολογικό στήριγμα στις δύσκολες εποχές. Σε πάρκα, σε λιμάνια, σε σταθμούς. Θυμάμαι πολύ Jim Croce στο πάρκο της Βίλας Ζωγράφου, θυμάμαι πολύ Μάνο Λοΐζο και το Θα κλείσω το παράθυρο στο λιμάνι του Πειραιά, και θυμάμαι κι εμένα καθισμένο στο πάτωμα της τεράστιας αίθουσας ενός βρώμικου σιδηροδρομικού σταθμού -χαράματα, άυπνος και τρομαγμένος για άλλη μια φορά. Θυμάμαι τα πάντα. 

Θυμάμαι ότι τα πρώτα της κλειδιά δεν άντεξαν για πολύ και άρχισαν να διαλύονται. Έτσι, όταν αγόρασα την επόμενη ακουστική κιθάρα μου και της έβαλα αμέσως καινούργια κλειδιά, κράτησα τα προηγούμενα και τα έβαλα στην Kumika. Βέβαια ήταν έξι και όχι δώδεκα, αλλά, ούτως ή άλλως, την χρησιμοποιούσα μόνο με έξι χορδές. Παρέμεινε με τα έξι κλειδιά για εικοσιοκτώ χρόνια -σε όλες τις φωτογραφίες, εκτός από εκείνες των πρώτων χρόνων, είναι με έξι κλειδιά και έξι τρύπες.   

Την θυμάμαι να σπάει δυο φορές κυριολεκτικά στα δυο, σε διπλανά σημεία κάτω από τα κλειδιά, και να επισκευάζεται. Την πρώτη φορά το 1985 από μια απροσεξία κάποιου φίλου, που την παρέσυρε ενώ βρισκόταν στη βάση της. Η κιθάρα έφερε τούμπα, έπεσε μπρούμυτα, και...έσπασε. Ο φίλος μου έμεινε άφωνος και σήκωσε τα μάτια του να με κοιτάξει. Το πρόσωπό του είχε κυριολεκτικά κερώσει. Δεν αντέδρασα. Θυμάμαι ότι κούνησα απλώς το κεφάλι ίσως λέγοντας κάτι σαν τώρα...πάει, τελείωσε -έγινε. Και τίποτε άλλο. Χωρίς να στενοχωρηθώ, χωρίς να εκραγώ ή να εκφραστώ με κάποιον άλλο έντονο και συναισθηματικό τρόπο. Αφού όλα είχαν τελειώσει, δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάνω κάτι. Ήταν αδιαπραγμάτευτο -η κιθάρα είχε σπάσει. Εκείνος, βλέποντας και την ψυχραιμία μου, μου είπε πως θα τη φτιάξει αμέσως και δεν θα φαίνεται τίποτα. Η αλήθεια είναι πως του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη σε τέτοια θέματα. Ήμουν σίγουρος ότι έτσι θα γινόταν. Απλώς για λίγο διάστημα δεν θα είχα ακουστική κιθάρα. Την πήρε και σε λίγες μέρες μου την επέστρεψε έτοιμη. Τη δεύτερη φορά έσπασε από την υψηλή θερμοκρασία. Ήταν το 1994. Υπηρετούσα στο στρατό και ήταν μέσα στη θήκη της. Είχα κάνει το λάθος και την είχα αφήσει κουρδισμένη. Ήταν καλοκαίρι και δεν άντεξε. Σε μια άδεια κατά την οποία βρέθηκα στην Αθήνα, τη βρήκα δυο κομμάτια. Έσπασε από μόνη της δίπλα από το προηγούμενο σπάσιμο. Το πρώτο είχε αντέξει! Η κιθάρα έγινε
Με έξι κλειδιά, έξι τρύπες

πακέτο μαζί με τη θήκη της και στάλθηκε στον γνωστό μάστορα, που είχε αλλάξει πλέον πόλη. Ταξίδεψε και παρέμεινε κοντά
του αρκετόν καιρό αυτή τη φορά. Επανήλθε όμως πλήρως. Απίστευτο κι όμως αληθινό. Κουρδίζεται το ίδιο καλά όπως και τότε που την αγόρασα. Σίγουρα ήταν θέμα του μάστορα, που ήταν πολύ μεγάλος τεχνίτης, αλλά κι αυτή...βγήκε πέρα παλληκάρι! Δεν της ξανάβαλα όμως ποτέ δώδεκα χορδές γιατί φοβήθηκα μήπως ξανασπάσει από την έλλειψη αντοχής πια και την καταπόνηση που είχε ήδη υποστεί. Κάποια στιγμή αποφάσισα να τη βάψω με μαύρη κάσια στο μπροστινό μέρος των κλειδιών επειδή από τα σπασίματα και τις επακόλουθες κόλλες είχε ξυθεί σχεδόν εντελώς. Αναγκαστικά θα έσβηνα και το λογότυπό της. Την έβαψα λοιπόν μαύρη, ενώ με χρυσή μπογιά έγραψα το όνομά της, τον τύπο της, και ζωγράφισα ένα λουλουδάτο μοτίβο.

Σκληρή θήκη -κάσα ή βαλίτσα, όπως επίσης είναι γνωστή- δεν είχε από την αρχή. Αρχικά τη μετέφερα σε μια καφέ πλαστική θήκη με φερμουάρ. Κάπου εκεί όμως στα 1983-4, στην Αθήνα πια, αγόρασα μια μαύρη σκληρή θήκη, πάνω στην οποία κόλλησα στα χρόνια που ακολούθησαν ένα σωρό αυτοκόλλητα. Μάζευα από όπου έβρισκα. Από χώρες που επισκέφθηκα, από κάμπινγκ, από μαγαζιά όπου δούλεψα, από ναυτιλιακές εταιρείες με τις οποίες ταξίδευα. Αυτή η κιθάρα έχει ταξιδέψει πολύ. Έχει γυρίσει όλη την Ελλάδα μαζί με πάμπολλα νησιά της αλλά έχει πάει και στο εξωτερικό. Μοιάζει με τσίρκο.

Αν και αγόρασα κι άλλες κιθάρες, δεν έπαψα ποτέ να παίζω μαζί της. Είναι πάντα στα δυο μέτρα από το γραφείο μου και είναι η μοναδική κιθάρα που δεν ξεκουράστηκε ποτέ στη θήκη της στο σπίτι. Γιατί την χρησιμοποιούσα και την χρησιμοποιώ συνεχώς -καθημερινά. Μ' αυτή έκανα όλες τις ακουστικές πρόβες στη μουσική μου καριέρα. Βρεθήκαμε σε μαγαζιά, σπίτια, πάρκα και πλατείες, παίζοντας μαζί με άλλους μουσικούς και ετοιμάζοντας προγράμματα για μαγαζιά. Κατά καιρούς κύλισαν επάνω της όλα τα ποτά της μέρας και της νύχτας. Αναψυκτικά, κονιάκ, κρασί, ούζο, τσίπουρο, βότκα, τζιν, πολλή-πολλή μπίρα και φυσικά...άπειρο ουίσκι. Έσταξαν και πολλά κεριά που φώτισαν πρόσωπα θαμώνων, συνεργατών, φίλων ή ερωμένων. Μια ολόκληρη ζωή. Πρόσφατα αποφάσισα να φροντίσω όλες τις κιθάρες μου. Καθεμιά τους θα αποκτούσε ό,τι είχε απωλέσει με τα χρόνια ή κάποια βελτίωση. Για την Kumika είχε έλθει η ώρα να ξαναφορέσει δώδεκα καινούργια κλειδιά, να καθαρίσω και να γυαλίσω τα τάστα της, να της βάλω δεύτερη βίδα στη βάση του μπράτσου για να στηρίζεται
επιτέλους το λουρί της κανονικά, ενώ έχω ήδη παραγγείλει ένα πανέμορφο αριστερό προστατευτικό για τις γρατζουνιές -με σχέδια και ένα κολιμπρί. Είναι ήδη τριανταενός ετών και προχωράει στα τριανταδύο. Ίσως τελικά να έχει αρκετό δρόμο ακόμα μπροστά της.

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Η κιθάρα κι εγώ


Τα όργανα δονούνται στους δικούς μας ρυθμούς, στις δικές μας συχνότητες. Συντονίζονται με τους παλμούς της καρδιάς του κατόχου τους αλλά και με το είδος της μουσικής που παράγουν. Χρόνια το πίστευα αυτό. Από τότε που έπιασα κιθάρα στα χέρια μου. Και αυτό έπρεπε να συμβαίνει ιδιαίτερα έντονα στο ξύλο, που είναι ζωντανός οργανισμός. Ας είναι κομμένο πριν από χρόνια. Ας έχει υποστεί κατεργασίες, λαδώματα, τορναρίσματα, πλανίσματα και βερνικώματα. Το ξύλο δεν παύει να στεγνώνει συνεχώς, μέχρι το τέλος της ζωής του -δηλαδή μέχρι να καεί. Αυτή η ακατάπαυστη διαδικασία είναι από μόνη της μια διαρκής κινητικότητα και μετάβαση από τη μια φύση -"κατάσταση", όπως λέει η Φυσική- της ύλης σε μια άλλη. Είναι εξάτμιση μορίων νερού στον αέρα. Είναι μετακίνηση των μορίων του ξύλου μέσα στο όργανο, με σκοπό την κάλυψη των κενών που δημιουργούνται από την εξάτμιση. Αυτό δεν σταματά, δεν τελειώνει ποτέ. Όπως ακριβώς συμβαίνει με κάθε φυσική διαδικασία. Όλα κινούνται διαρκώς μέσα σε ένα κομμάτι ξύλου. Σαν μικρά πλασματάκια που χορεύουν ακατάπαυστα. Το ξύλο είναι ζωντανό, το ήξερα, το ένιωθα. Μέχρι που κάποια μέρα, πολύ πρόσφατα, βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ για κιθάρες όπου μιλούσε ένα στέλεχος κάποιας πολύ μεγάλης μουσικής κατασκευαστικής εταιρείας, άκουσα πως, σύμφωνα με τις έρευνές τους, διαπίστωσαν ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει. Τα μόρια του κάθε διαφορετικού ξύλου συντονίζονται σε διαφορετικές συχνότητες, ανάλογα με τον μουσικό και το είδος της μουσικής του. Και τοποθετούνται σε συνάρτηση με τους παλμούς που δέχονται από τον μουσικό τους. Τώρα πια οι μεγάλοι κατασκευαστές, συνέχιζε ο ειδικός επιστήμονας, λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους αυτόν τον τόσο σημαντικό παράγοντα προκειμένου να δημιουργήσουν όργανα που προορίζονται να αποδώσουν διαφορετικά μουσικά είδη. Βέβαια αυτά όλα μέχρι τη στιγμή που το όργανο θα έλθει στην κατοχή ενός ανθρώπου. Από εκείνη τη στιγμή και μετά αναλαμβάνουν ο ψυχισμός, οι μουσικές προτιμήσεις, η δεξιοτεχνία, ο τρόπος παιξίματος και τα τόσα άλλα χαρακτηριστικά του ανθρώπου μουσικού. Και το όργανο αρχίζει να αποκτά κι αυτό "ψυχή". Οι μουσικοί το ήξεραν αυτό διαισθητικά και κάπως μεταφυσικά. Ήλθαν όμως η επιστήμη και η τεχνολογία να το επιβεβαιώσουν. Δικαίωση.

Η πρώτη μου συνάντηση με την κιθάρα έγινε όταν ήμουν περίπου 4-5 χρονών. Δεν θυμάμαι πώς έφτασε στα χέρια μου -προφανώς ήταν δώρο- μια μικρή ξυλινη κιθαρίτσα. Ήταν κανονικό όργανο, με έξι συρμάτινες χορδές, κανονικά τάστα και αντηχείο. "Μετρημένη", όπως λένε οι μουσικοί. Εκεί επάνω με θυμάμαι να ταλαιπωρούμαι χτυπώντας συνεχώς -και χωρίς να βαριέμαι- τις τέσσερις πρώτες εισαγωγικές νότες ενός μεγάλου ελληνικού σουξέ της εποχής! Επειδή μετά δεν μπορούσα να παίξω τη συνέχεια, άρχιζα να τραγουδάω το τραγούδι. Μικροί-μεγάλοι με κορόιδευαν, επαναλαμβάνοντας με το στόμα τους τις τέσσερις νότες κάθε φορά που ήθελαν να μου απευθυνθούν. Έγινα συνώνυμος με την περίφημη εισαγωγή της κυρα-Γιώργαινας! Τέτοια ρεζιλίκια και γέλια. Αλλά σταμάτησα εκεί. Ποτέ δεν έδειξα διάθεση για κάτι παραπάνω. Έτσι σχόλασα ως κιθαρίστας νωρίς-νωρίς.

Η δεύτερη συνάντηση έγινε πέντε-έξι χρόνια αργότερα. Πήγαινα πια σε προχωρημένη τάξη του δημοτικού, όταν κάποια μέρα, γυρνώντας από το σχολείο, εμφανίζεται η μάνα μου στο δωμάτιο κρατώντας μια κιθάρα στα χέρια της. Την  κρατούσε κάνοντας πως παίζει και τραγουδούσε γελώντας και κοιτάζοντάς με. Ήταν για μένα! Χοροπήδησα από τη χαρά μου. Με εκείνη την κιθάρα, που ήταν μεγαλύτερη από την προηγούμενη αλλά όχι ακόμη "κανονική" -ήταν κάτι σαν τις παλιές κιθάρες που είχαν οι ρεμπέτες-, άρχισα να προχωρώ, πάντα μόνος μου, και πέρα από την εισαγωγή των τραγουδιών. Έφτανα στη μελωδία, αλλά όλα εξελίσσονταν σε μια, άντε το πολύ σε δύο χορδές. Αφού θυμάμαι χαρακτηριστικά τον θείο μου το Χρήστο να μου λέει, κάποια φορά που μας επισκέφθηκε, "την επόμενη φορά που θα έλθω, να παίζεις όμως σε όλες τις χορδές". Αυτή η φράση του μπάρμπα μου εντυπώθηκε βαθιά μέσα μου. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως κάπου χώλαινα. Σταματούσα σε ένα σημείο και δεν προχωρούσα παρακάτω. Άρα έπρεπε να μάθω να παίζω σε όλες τις χορδές για να νιώσω ολοκληρωμένος. Πώς γινόταν αυτό; Και, αφού μια χαρά βγαίνει το τραγούδι έτσι όπως παίζω με τη μια χορδή, γιατί να μπλέξω; Μα, τότε γιατί υπάρχουν και οι άλλες χορδές, ερχόταν ο άλλος μου εαυτός να ρωτήσει και να με αμφισβητήσει. Σ' αυτό το ερώτημα δεν είχα απάντηση. Ψέλλιζα κάτι ψευτοδικαιολογίες όπως "για να τραγουδάμε πιο ψηλά" και τα τοιαύτα. Ήξερα όμως μέσα μου ότι δεν έχω δίκιο. Ότι ο δρόμος προς την εκμάθηση περνούσε πάνω από όλες τις χορδές της κιθάρας. Αλλά και πάλι τον απέφευγα. Ήταν η δεύτερη φορά και δεν είχε έλθει φαίνεται ακόμα η Ώρα.


Η οποία ήλθε στις τελευταίες τάξεις του σχολείου. Η ορμή μέσα μου ήταν πια ακατάσχετη και όλοι οι δρόμοι ήταν πλέον ανοιχτοί. Δεν υπήρξε ούτε στιγμή καμιά αναστολή μου, καμιά ολιγωρία στην εξάσκηση και καμιά έκπτωση στην αφιέρωση. Αφιερώθηκα ολοκληρωτικά -ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια. Ατέλειωτες ώρες μέσα στη μέρα, κάθε μέρα. Η κιθάρα έμελλε τελικά να γίνει για μένα η έκφραση, το στήριγμα, το βιβλίο, η συντροφιά, το παράθυρο στον κόσμο και στη ζωή. Μέσα από εκεί κατάφερα να εξωτερικεύσω όλα όσα δεν μπορούσα αλλιώς -ή δεν εύρισκα τρόπο. Έμαθα πράγματα για τον εαυτό μου γιατί με εξέθετε ανεπανόρθωτα στους γύρω μου, αλλά ταυτόχρονα μου προσέφερε και μια ασπίδα προστασίας -κάτι σαν κέλυφος. Έτσι κατάφερνα να ανοίγομαι στους άλλους και την ίδια στιγμή να φορώ το προσωπείο του καλλιτέχνη, που σε δικαιολογεί, σε σώζει και σε απαλλάσσει από ένα σωρό κακοτοπιές. Θα θυμάμαι πάντα τον εαυτό μου καθισμένο καλοκαιριάτικα στο δάπεδο ενός σιδηροδρομικού σταθμού. Πάνω στα απίστευτα βρώμικα πλακάκια. Χωρίς να προλάβω καν να το σκεφτώ. Μόλις ένιωσα μια ακόμη κρίση πανικού να πλησιάζει, πρόλαβα και κάθισα κάτω και έβγαλα την κιθάρα από τη θήκη της. Για το επόμενο δίωρο έπαιζα κυριολεκτικά κολλημένος επάνω της. Οι άνθρωποι περνούσαν δίπλα μου και με κοίταζαν με απορία και περιέργεια. Κάποιοι μάλιστα αποπειράθηκαν να μου αφήσουν μερικά κέρματα. Δεν θυμάμαι αν τελικά τα άφησαν. Έτσι κι αλλιώς δεν έδινα καμιά σημασία σε τίποτα στην κατάσταση που βρισκόμουν. Δεν με ένοιαζε τίποτα. Ήξερα όμως πολύ καλά ότι αυτό που έκανα θα με γιάτρευε. Κρεμασμένος από το στήριγμά μου, αναζητούσα απεγνωσμένα ανακούφιση. Εκείνα τα πρώτα χρόνια των πανικών η κιθάρα ήταν το απόλυτο γιατρικό μου. Αργότερα, όταν δεν επαρκούσε ούτε κι αυτή, τα πράγματα πήραν δύσκολη τροπή. Η διαδρομή σκοτείνιασε και η ορατότητα μειώθηκε στο ελάχιστο. Ευτυχώς όμως κάποια στιγμή όλα αυτά ξεπεράστηκαν και η κιθάρα απόμεινε ο γνήσιος δρόμος προς την ευδαιμονία της ψυχής. Έγινε η σκέτη, καθαρή χαρά που με φέρνει σε επαφή με το βαθύτερο είναι μου. 

Εδώ και χρόνια είναι η πρώτη και απαραίτητη κίνησή μου κάθε πρωί. Με μάτια κλειστά από τον ύπνο που αφήνω πίσω μου και μια γουλιά καφέ στο στόμα χτυπάω τις πρώτες πρωινές νότες στις χορδές. Συνήθως κάποια ώρα που σχεδόν δεν έχει ακόμη ξημερώσει. Είναι ακόμη νύχτα. Και νιώθω να ανοίγω αρμονικά άλλη μια πόρτα -αλλη μια μέρα που με βρίσκει να ζω.