Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις - Για την Ελένη


Έργο 38 (1977-1980) του Μ.Χ.
Κύκλος τραγουδιών σε στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη. Εξώφυλλο Γιώργου Σταθόπουλου. Τραγουδά ο Στέλιος Μαρκετάκης.


Ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει ότι τα τραγούδια αυτά "αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο που δημιουργεί μια φορτισμένη ατμόσφαιρα λαϊκού ερωτισμού με λεπτές αποχρώσεις παραλόγου και μυστηρίου. Κάτι σαν θρίλερ πάθους κι ερωτικής αναζήτησης, μέσα από μελαγχολικές τοποθεσίες διαφορετικών κάθε φορά πόλεων, όπως η Αγορά, του Μακρυγιάννη, η Ακροκόρινθος και η Αγια-Σοφιά, που αποτελούν συγχρόνως και τόπους αναζήτησης κάποιας Ελένης. Η Ελένη είναι ο μύθος για ένα κορίτσι του καιρού μας που έχει χαθεί. Η Ελένη είναι ένα φάντασμα με τη μορφή ενός κοριτσιού, που κάθε τόσο φανερώνεται και χάνεται μέσα από τις βροχές, μέσα από τα σύννεφα και μέσα από τον ήλιο. Η Ελένη, όπως η Μελισσάνθη, η Μάγδα και η Μαριάνθη των Ανέμων, ανήκει στην πολύ προσωπική μου μυθολογία. Τα τελευταία χρόνια πολλές φορές σαν είμαι μόνος σκέπτομαι την έννοια κορίτσι να μπλέκεται παράξενα στον μύθο μου και στη ζωή μου. Ίσως γιατί η ηλικία μ’ εμποδίζει να δοκιμάσω την απειρία μου σε απομακρυσμένες ή καινούργιες εμπειρίες. Κι έτσι θα μείνω μ’ ό,τι θυμάμαι από τον έρωτα, συγκεχυμένα και μισά. Με μιαν Ελένη που κάπου στη γη ή μες στην απέραντη οικουμένη έχει ταφεί".

Το έργο:

1. Θέμα νυχτερινού αγγέλου (ορχηστρικό)
2. Για την Ελένη
3. Στην πύλη τ' Αδριανού
4. Τραγούδια στο ηλεκτρόφωνο
5. Από το βράδυ ως το πρωί
6. Μυρίζει ο κόσμος γιασεμί
7. Νυχτερινός άγγελος
8. Το παλιό σπίτι
9. Καημός στη χαραυγή
10. Όταν θα βγάλω το χακί
11. Ψηλά στην Ακροκόρινθο
12. Ο μάγκας
13. Θάνατος στη λαχαναγορά


Άκουσα τα τραγούδια με τον Στέλιο Μαρκετάκη στις αρχές της δεκαετίας του '80. Τον δίσκο κυριολεκτικά τον κατάπια ολόκληρο και μονοκόμματα. Αυτή η άγουρη, ακατέργαστη φωνή και ερμηνεία του Μαρκετάκη "έγδαρε" και "ξεφλούδισε" τους στίχους και τις μουσικές. Το τοπίο έγινε ανάγλυφο και ταξίδευα πολύ εύκολα πάνω από λόφους, βουνά και ποτάμια σε όλη την Ελλάδα, αναζητώντας μιαν Ελένη που δεν ήξερα καν αν υπήρχε. Οι εποχές άλλαζαν και διαδέχονταν η μια την άλλη, ενώ ο άνεμος βούιζε στα αφτιά μου καθώς πετούσα πάνω από τον ανάγλυφο χάρτη. Οι ανάσες των ανθρώπων ανέβαιναν μέχρι επάνω. Τις ένιωθα ζεστές και κουρασμένες από τη δουλειά στ' αμπέλια και στις ελιές. Οι μέρες και οι νύχτες τους έγιναν και δικές μου καθώς έμπαινα στα σπίτια τους και αφουγκραζόμουν τους καημούς τους. Υπήρχε πολύ χώμα μέσα στους στίχους. Και σκόνη πολλή. 

Κάποια στιγμή κατέβηκα και είπα να περπατήσω. Παίρνοντας την ανηφόρα για την Ακροκόρινθο μές στο κατακαλόκαιρο, ίδρωνα και το πουκάμισο κόλλαγε πάνω μου. Το καπέλο με δυσκολία κατάφερνε να κρατήσει μακριά τις καυτές ακτίνες του ήλιου. Εγώ όμως προχωρούσα. Έπρεπε να είμαι εκεί την ώρα που βραδιάζει για να ακούσω το πουλί που θα στέναζε. Κάτω χαμηλά, στα πόδια μου, έβλεπα το στρατόπεδο, τυλιγμένο στα σύρματα και στους φράχτες. Κάπου εκεί μέσα κάποτε βάδισαν και τα δικά μου χνάρια. Τόσα χρόνια όμως πια μετά, θα πρέπει να σβήστηκαν.  

3 σχόλια:

Nikolas Manesis είπε...

μπραβο Γιωργη οταν θελω κατι για το Μανο θαρχομ'εδω

Giorgos Velentzas είπε...

Γεια σου, Νικόλα!
Να ΄σαι καλά και σε ευχαριστώ!

Laura Tattoo είπε...

i love it, efharisto. xoxoxo