Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Σκύβω, σηκώνω φύλλα μόνο


Γραμμένο κάπου στα 1990
Έγραφα για τη ζωή μου, για ολόκληρη τη ζωή μου, αλλά δεν το καταλάβαινα. Για εκείνη που είχα ζήσει μέχρι τότε -τη σχετικά μικρή-, για εκείνη που ζούσα, και για την άλλη -εκείνη που θα ερχόταν στο μέλλον. Κατέγραφα τη ζωή μου καρέ-καρέ, πλάνο-πλάνο.

Tαξίδευα και προσπαθούσα να διαβάσω το βιβλίο του Κέρουακ. Στην πραγματικότητα εκείνα τα χρόνια ο Κέρουακ δεν κατάφερε να με συνεπάρει. Τον διάβαζα προσπαθώντας να με κάνω να μου αρέσει. Αναζητώντας κι εγώ τους ταγούς μου. Μου φαινόταν τόσο βαρετός και επαναλαμβανόμενος. Τότε. Θεωρούσα πως στην ουσία προσπαθούσε να βάζει μόνος του τρικλοποδιές στον εαυτό του για να δημιουργεί άλλοθι για τον εγκλεισμό του μυαλού του και της ψυχής του. Και μετά να πετάει πέτρες. Όχι ακριβώς πέτρες, αλλά αντίδραση. Εντάξει, δεν θα επιχειρηματολογήσω εδώ για την άποψη που είχα ως νέος για τη γενιά των μπιτ -ή, πιο σωστά, για το συγκεκριμένο βιβλίο του Κέρουακ- αλλά αυτοί οι τύποι φάνταζαν περίεργοι στα μάτια μου. Ήταν πολύ διαφορετικά τα δεδομένα τους εκεί στις ΗΠΑ μεταπολεμικά. Οι μπιτ είχαν άλλη άποψη και πρόταση για τη ζωή σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους υπαρξιστές, που κι εκείνοι αντιδρούσαν με τα δικά τους μέσα. Πρόδρομοι -ίσως- αμφότεροι του Woodstock, των χίπις αλλά και του Μάη του '68.  

Η έξοδος από τον πόλεμο βρήκε τις ΗΠΑ με τεράστια κεκτημένη ταχύτητα. Άρχισαν να οικειοποιούνται και να ισοπεδώνουν ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους, χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό μέσο. Σχέδιο Μάρσαλ, ΟΗΕ, ατομικά όπλα, μακαρθισμός, ψυχρός πόλεμος. Η Γιάλτα (στην ουσία η συνάντηση στη Μόσχα) τους είχε δώσει το πράσινο φως για να κινούνται και να επιβάλλονται με κάθε τρόπο στην επικράτεια της σφαίρας επιρροής τους.    

Ανέβαινα λοιπόν σε τρένα και πλοία έχοντας πάντα στο βάθος του σάκου μου το χοντρό γαλάζιο βιβλίο του Κέρουακ, την ιστορία του οποίου ουσιαστικά ζούσα. Προσπαθούσα να ξεχάσω από πού ερχόμουν και πού πήγαινα. Δεν ήθελα να θυμάμαι όσα έβλεπα γύρω μου, που -ως νέο άνθρωπο- με πλήγωναν αφάνταστα στην ορμητική ευαισθησία μου. Δοκίμαζα να ξεχάσω τον ήλιο κάθε φορά που έδυε στην κατακόκκινη, πύρινη δύση του και να τον ξαναγνωρίσω το άλλο πρωί, σαν να τον έβλεπα για πρώτη φορά. Ήταν, βλέπεις, το ζητούμενο και το όνειρο της νεότητας. Να τα ζεις όλα σαν να 'ναι η πρώτη φορά. Για να καταρρίπτεις, έστω και εντός σου, τον κόσμο που άρχιζες να αντικρίζεις σιγά-σιγά και να  γεμίζεις εμπειρίες. Ήταν αυτοσκοπός. Δεν είχα ούτε ρολόι ούτε ημερολόγιο μαζί μου. Ο χρόνος μου καθοριζόταν μόνο από τη μέρα και τη νύχτα. Από τη ζέστη και το κρύο. Τη βροχή και τη λιακάδα. Τότε που δεν σε ένοιαζε πού κοιμόσουν και πού ξύπναγες. Ήταν κι αυτό ζητούμενο. Κάθε βράδυ να κοιμάσαι αλλού και να ξυπνάς αλλού κάθε μέρα. Κι όταν ανοίγεις τα μάτια να μην θυμάσαι σε ποιο σπίτι, δωμάτιο, κρεβάτι, ξενώνα ή αμμουδιά έγειρες να κοιμηθείς. Να κοιτάζεις απέναντι, δίπλα σου, και να αντικρίζεις νέα και άγνωστα πρόσωπα. Γιατί η ζωή έτσι γινόταν και ήταν μεγάλη και ατέλειωτη. Κάθε πρωί να μαθαίνεις νέες συνήθειες ανθρώπων και να ανταλλάσσεις νέες καλημέρες. Να σε περιμένουν οι ατέλειωτοι δρόμοι να τους πατήσεις και να τους κατακτήσεις. Χάραζες διαδρομές στο χάρτη και ήλπιζες να τις υπερβείς.

Έτσι κάνουν αρκετές φορές οι νέοι. Προσπαθούν να ταυτιστούν με κάτι, με έναν τρόπο ζωής, μια ιδεολογία. Στήνουν μέσα τους ήρωες και ανδριάντες. Έχουν ανάγκη από πρότυπα. Μεγαλοπρεπή, εντυπωσιακά, πομπώδη. Για να εμπνέονται και να προχωρούν με μεγάλες δρασκελιές προς το μέλλον. Η ζωή δεν θα προχωρούσε αλλιώς. Όταν βέβαια τα χρόνια περνάνε (χωρίς τραγικά απρόοπτα και γεγονότα), τα πράγματα αλλάζουν και η πορεία συνήθως οδηγεί σε λόφους και βουνά. Σε κορφές που δεσπόζουν ψηλά, πάνω από τις πεδιάδες και τα δάση όπου έτρεχες νέος. Πάνω από εκεί όπου αναζητούσες τους οδηγούς και τους εμπνευστές σου. Τις ιδεολογίες για να ασπαστείς και να πολεμήσεις γι' αυτές. Και -αν παρίστατο ανάγκη- να θυσιαστείς για χάρη τους. Είπαμε, έτσι είναι οι νέοι. 

Έτσι είναι και ο κόσμος ολόκληρος, η ανθρωπότητα, όταν δεν καταφέρνει να ξεπεράσει την νεότητά της και να ενηλικιωθεί. Όταν παραμένει με τα πόδια τσιμεντωμένα στο παλιό παρελθόν του κόσμου και δεν μπορεί να κάνει την υπέρβαση. Συνεχίζοντας να αναζητά μεσσία και λυτρωτή ή ηγέτη και αρχηγό που "ξέρει πάντα να διατάζει". Για να "τρέχει ξοπίσω του".  Περιμένοντας να μετακινήσει το βράχο για να αναστηθεί και να τον αναστήσει κι αυτόν.

Το χειμώνα είχα δουλέψει καλά και είχα βάλει στην άκρη κάποια χρήματα για το καλοκαίρι -στην περίπτωση που δεν προέκυπτε δουλειά. Σπάνια δεν δούλευα τα καλοκαίρια αλλά ποτέ δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος για τίποτα. Εξάλλου, νέος ήμουν, τι ανάγκες έχει ο νέος; Ξενοδοχείο τ' αστέρια και, όσο για φαγητό, τη βγάζει και με σάντουιτς. Ο καφές στο καμινέτο, η κατασκήνωση ελεύθερη και οι κονσέρβες, τα φρούτα και τα φρέσκα λαχανικά να 'ναι καλά. Το απόγευμα μαζεύαμε ξύλα όσο είχε ακόμη φως και το βράδυ η φωτιά γινόταν εστία, συντροφιά και κουζίνα.

Εκεί γύρω στα εικοσιπέντε μου σκάρωσα ένα τραγούδι, από αυτά τα δικά μου, τα πολύ προσωπικά. Στο τέλος κατέληγε με τη φράση "Σκύβω, σηκώνω φύλλα μόνο". Μια εικόνα που νομίζω πως έγινε κάτι σαν όραμα μπροστά μου, για το μέλλον μου. Έδειχνε την απόλυτη περιέργεια με την οποία προσέγγισα τη ζωή από τη στιγμή που γεννήθηκα και η οποία με ακολούθησε ακατάπαυστα. Από απεικονιστική άποψη ήταν ο τρόπος με τον οποίο υποσυνείδητα ήθελα να διαμορφώσω τη ζωή μου -αυτό που ήθελα να κάνω, τον τρόπο με τον οποίο ήθελα να ζήσω στο μέλλον. Το τραγούδι είχε ένα ρυθμό και μια διάθεση road, έτσι αργόσυρτο που γινόταν προς το τέλος του με εκείνη την κιθάρα να επαναλαμβάνει σχεδόν τα ίδια θέματα. Ένα από εκείνα τα τραγούδια που -όπως λέγαμε με τον Μιχαιρινάκο μου- θα μπορούσες να παίζεις για μέρες ολόκληρες χωρίς να βαριέσαι ή να κουράζεσαι. Συνεχώς και χωρίς σταματημό. Τα ίδια μέτρα. Σε λουπ, μέρα-νύχτα. Τα τελευταία χρόνια το τραγούδι έχει επανέλθει στη ζωή μου. Από άλλη πόρτα όμως, με άλλες διαστάσεις, άλλη φορεσιά. Τώρα πια η αναζήτηση και η εμπειρία του Κέρουακ δεν βρίσκονται στον κυριολεκτικό δρόμο, αλλά στον άλλο, στον μεγαλύτερο και Τρομερό Μεγάλο Δρόμο. Στο δρόμο του Νου και της Ψυχής.

Πολλές φορές με στοίχειωσε η φράση στη ζωή μου. Σε διάφορες φάσεις και σε διάφορες εποχές. Κάθε φορά με διαφορετικό τονισμό και βαρύτητα. Άλλες φορές στο "σκύβω", άλλες στο "σηκώνω φύλλα" και πολλές φορές στο "μόνο". Οι πρώτες είχαν βάρος στην πλάτη και κούραση στην πορεία. Πολλή κούραση. Η ζωή φάνταζε και γινόταν αβάσταχτη. Τα πόδια βάραιναν και δεν στήριζαν, ενώ τα χέρια δεν άντεχαν να κρατάνε τίποτα μέσα τους. Όλα γλιστρούσαν και κύλαγαν σαν την άμμο. Έβλεπα τη ζωή να πέφτει σαν βροχή γύρω μου. Μια βροχή μάταιας άμμου, που δεν προλάβαινα να πιάσω -που δεν ήξερα κιόλας αν ήθελα να πιάσω. Χωρίς ορίζοντα, χωρίς οπτικό πεδίο. Όταν είσαι σκυφτός, δεν βλέπεις και πολλά πράγματα. Αλλά και όταν καταφέρεις να δεις, με μεγάλη προσπάθεια είναι η αλήθεια, το πρόσωπό σου κοκκινίζει και πρήζεται, τα αφτιά σου σχεδόν ματώνουν από την υπεραιμία και ένας ξαφνικός και πνιγηρός βήχας σου φράζει το λαιμό. Τα μάτια θολώνουν από υποψίες δακρύων και από την άμμο, ενώ η εικόνα γίνεται αρχίζει και τρέμει και γίνεται αβέβαιη. Υποφέρεις. Ναι. Ο νέος έχει μέσα του τόση ορμή, τόση αλόγιστη και ακατέργαστη δύναμη ώστε πολλές φορές νιώθει πως η ζωή τρέχει, φεύγει δίπλα του και τον προσπερνάει χωρίς εκείνος να προλαβαίνει να αρπάξει με το χέρι του ένα κομμάτι. Τρέχει για να την ξεπεράσει. Και όσο δεν την προλαβαίνει -γιατί είναι αδύνατο να την προλάβεις- τόσο στενοχωριέται και καταθλίβεται. Στρέφεται στην απαισιοδοξία και καμιά φορά στο μηδενισμό, όταν δεν έχει μεταλλαχθεί για να μετατραπεί σε θύμα του συστήματος, που αμοίβει πλουσιοπάροχα με υλικά βραβεία τους ευσυνείδητους υποτελείς του.

Όταν στο μυαλό μου καρφωνόταν η φράση "σηκώνω φύλλα" -και γινόταν δεύτερη φύση μου και τρόπος ζωής-, γέμιζα από έναν περίεργο τυχοδιωκτισμό, που όμως είχε μέσα του πολλή αδιαφορία και ουδετερότητα απέναντι στη ζωή και τους ανθρώπους. Όλα γίνονταν ράθυμα και μακρόσυρτα. Στα γεγονότα διέκρινες καθαρά την αρχή, το ξεκίνημα, έπειτα την έκρηξη ή τη δημιουργία τους, στη συνέχεια την εξέλιξη και τέλος την εκπνοή τους, την ολοκλήρωσή τους -άλλοτε βίαιη και απότομη και άλλοτε προαναγγελθείσα, σαν έτοιμη από καιρό. Καμιά διαφοροποίηση ανάμεσα στα συμβάντα. Η πρόσληψή τους γινόταν με τον ίδιο πάντα τρόπο. Σχεδόν ισοπεδωτικά και μονότονα, χωρίς όμως καμιά άρνησή τους. Χωρίς να σε κουράζει αυτή η επανάληψη. Όλα γίνονταν νομοτελειακά. Και φάνταζαν τόσο ίδια. Σαν τα πεσμένα φύλλα, που όλα μοιάζουν μεταξύ τους σε γενικές γραμμές. Καφετιά, τσαλακωμένα, με εκείνο το χαρακτηριστικό τρίξιμο της απουσίας χυμών όταν τα αγγίξεις ή τα πατήσεις. Άνευρα και στεγνά. Χωρίς ζωή. Χωρίς χυμούς, χωρίς αίμα. Και ελαφρά, πολύ ελαφρά. Ένα ανεπαίσθητο φύσημα του ανέμου, ένα παιδί που τρέχει γρήγορα ανάμεσά τους, και τα φύλλα αρχίζουν τρελό χορό λίγο πάνω απ' το έδαφος. Στροβιλίζονται χορεύοντας ένα ακόμη βαλς, συνευρίσκονται για λίγο στον αέρα ανταλλάσσοντας ματιές και στη συνέχεια πέφτουν αιωρούμενα στο έδαφος. Το τεράστιο καφετί σεντόνι της φύσης, που σκεπάζει τα πάντα το φθινόπωρο. Που αναταράζεται σαν κύμα, σαν θάλασσα, όταν ο καιρός αγριεύει. Που όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ακούγεται σαν φωτιά που καίει και φλογίζει τον κόσμο. Περίεργο πράγμα τα ξερά, πεσμένα φύλλα. Σείονται σαν θάλασσα και ηχούν σαν φωτιά. 

Τέλος, το "μόνο". Εκείνη η μοναχική λέξη της μοναδικότητας στο τέλος της πρότασης. Στο τέλος του νοήματος. Στο τέλος του νήματος. Στο τέλος όλων. Δεν υπήρχε πια τίποτε καινούργιο και διαφορετικό. Είχαν γίνει όλα πολύ βαρετά. Η μονοτονία με κούραζε και με αποκοίμιζε. Τίποτα δεν άλλαζε αλλά ούτε υπήρχε κάποια ένδειξη αλλαγής ή έκπληξης. Είχα πια αρνηθεί και την επανάληψη. Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Αν η ψυχή σου διψούσε για άλλα, για καινούργια πράγματα, έξω από τα μέτρα και τα δεδομένα, έπρεπε να γίνεις πέστροφα και σολομός. Να πας κόντρα στο ρεύμα και να ανέβεις πάλι στις πηγές. Για να βρεις την αρχή. Όταν όμως σε ισοπεδώνει αυτό το "μόνο", δεν είναι εύκολο να πας κόντρα στο ρέμα. Γιατί δεν θυμάσαι πια. Δεν έχεις μνήμη της ζωής. Δεν μπορείς ούτε καν να την αναγνωρίσεις. Πόσο περισσότερο να τη δημιουργήσεις, να την τραβήξεις από μέσα σου για να βγει να περπατήσει και να ζήσει. Δεν υπήρχε καμιά τέτοια δυνατότητα. Τότε πια αφηνόσουν. Είναι το τετέλεσται που είπε και κάποιος άλλος κάποτε μετά από μια πορεία -ή ιστορία- τόσο σοφά επιλεγμένη ή επινοημένη. 

Στο Δρόμο, λοιπόν. Όπως πάρα πολλοί νέοι άλλωστε πριν και μετά από μένα. Ο καθένας έπλαθε τη δική του εικόνα και διαδρομή, το δικό του ταξίδι, αναζητώντας το δικό του Δρόμο. Χάραζε το δικό του χάρτη πάνω στις μέρες. Η ζωή επαναλαμβάνεται μέσα από το ρομαντισμό της. Είναι δηλαδή αυτές οι ίδιες και ίδιες πανάρχαιες εκδηλώσεις και μορφές ζωής που επιφέρουν την αναπαραγωγή και διαιώνιση της ζωής. Που κατασκευάζουν τα πρότυπα -κάθε λογής, ιδεολογίας, άποψης, χρώματος και επιπέδου- και τα μέτρα για να ζήσει και να διανύσει την εποχή της η κάθε νέα γενιά. Η καρδιά ήταν πάντα το σύμβολο της αγάπης, ο ήλιος του φωτός, της ζωής και της λαμπρότητας, το νερό της δύναμης και της αλλαγής αλλά και το λουλούδι της τρυφερότητας και της ευγένειας. Η προσέγγιση των δυο φύλων ζητούσε λίγο απ' όλα στις σωστές, παλιές-καλές αναλογίες, έτσι ώστε να προκύψει ζωή. Μια ατέλειωτη σπείρα στο χρόνο, που, όταν την ανακαλύπτει και τη διαγράφει (με την μαθηματική έννοια του όρου) κάθε γενιά, εκπληρώνει το υπαρξιακό της καθήκον πλημυρισμένη από έκπληξη και συγκλονισμένη από τα παρθενικά αισθήματα που βιώνει. Η ζωή επαναλαμβάνεται μέσα από το ρομαντισμό της.

Μια αέναη επανάληψη στα ίδια σκηνικά, με τα ίδια ονόματα. Τα παιδιά που γεννιούνται κοντά σε θάλασσα θα μάθουν νωρίς να ψαρεύουν, ενώ όσα γεννιούνται στο χωριό θα μάθουν νωρίς το χωράφι και το ζώο. Και κάποια μέρα θα συναντηθούν στην πλατεία του κόσμου. Θα συστηθούν, θα γνωριστούν. Εκείνος θα λέγεται Α κι εκείνη Β. Οι διαδρομές τους θα μπλέξουν, θα αναμιχθούν. Και μαζί τους και οι εμπειρίες και οι ζωές τους. Θα ανταλλάξουν πληροφορίες και δεδομένα, τραγούδια και συνταγές, θα εμπλουτίσουν τις αποθήκες τους και θα συνεργαστούν στη δημιουργία της επόμενης γενιάς των ανθρώπων. Τα σύννεφα θα γυρνάνε πάντα με την ίδια ορμή γύρω απ' τη γη και οι θάλασσες θα φουσκώνουν άγρια όταν φυσάει. Οι δάσκαλοι στις αίθουσες θα διδάσκουν τα καινούργια επιτεύγματα κάθε νέας γενιάς και οι μαθητές θα ανακαλύπτουν τον Α και την Β ξανά από την αρχή.

Πόσο αλλάζουν τα πράγματα με τα χρόνια... Στο ξεκίνημα λειτουργούμε σαν το καινούργιο μελίσσι που εξορμά στις εξοχές για να συλλέξει νέκταρ. Όσο περισσότερο μπορεί. Κι έπειτα, φορτωμένοι με εμπειρίες και γνώσεις, κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από το ταξίδι, τον ήλιο, τη βροχή και τον άνεμο, επιστρέφουμε στην κυψέλη μας για να επεξεργαστούμε το νέκταρ και να αρχίσουμε να παράγουμε το μέλι μας. Ωριμότητα. 

Αλλά και συντήρηση. Ο φόβος για το άγνωστο, το νέο, το διαφορετικό είναι πάντα εκεί -παραμονεύει με το μανδύα κάποιας περιουσίας, κάποιας εξουσίας, κάποιας θρησκείας. Ευτυχώς στον δυτικό κόσμο -που είναι και ο περισσότερο ταλαιπωρημένος από την άποψη των στεγανών της ζωής- υπήρξαν και κάποιοι διαφορετικοί άνθρωποι. Γενναίες ψυχές που την κρίσιμη στιγμή της μετάβασης, της υπέρβασης, αντίκρισαν θαρραλέα το πεπρωμένο. Που διέρρηξαν τα σύνορα και τα όρια που έθεταν η κοινωνία, το σύστημα, το κατεστημένο, η "συντήρηση" -και ξανοίχτηκαν. Ανέβηκαν στους λόφους και αγκάλιασαν με τα μάτια τους το σύνολο στη συνέχειά του. Για όσα είδε και κατάλαβε, μίλησε και ο John Lennon στα τελευταία δημόσια λόγια του, τον Ιανουάριο του 1980, σε μια συνέντευξη-ποταμό στο αμερικανικό Playboy:


Η μουσική που ακολουθεί είναι του Μίκη Θεοδωράκη, γραμμένη το 1973 για την ταινία Serpico του Sidney Lumet.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεν πρόκειται για κείμενο εμμονής στη νεότητα, ούτε νοσταλγίας της. Πρόκειται για την άφιξη σε ένα σημείο από όπου μπορείς πλέον να ατενίζεις ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος αλλά και να ελπίζεις πως θα προλάβεις και αρκετό κομμάτι του μέλλοντος. Λογιστική ζωής.

2 σχόλια:

Κωνσταντίνα Πετρίδου είπε...

"Κράτησα τη ζωή μου" λέει ο ποιητής! Γιώργο Βελέντζα, το μόνο σίγουρο είναι ότι κράτησες τη ζωή σου! "ταξιδεύοντας ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής" ή "ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή"... και είναι σημαντικό το αποτύπωμα σου να είναι ανάλαφρο σε τούτον τον βεβαρυμένο κόσμο... κι εσένα είναι... σ' ευχαριστώ για όσα μοιράζεσαι μαζί μας με ενάργεια και σαφήνεια...

Giorgos Velentzas είπε...

Είσαι γλυκύτατη...