Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

One Less Set of Footsteps...

με όλη μου την αγάπη στο Γιώργο
 
Ξαπλώναμε στο γρασίδι με τις ώρες. Ανάσκελα, με την κιθάρα πάνω στο στήθος, κοιτάζοντας τον πεντακάθαρο ουρανό της άνοιξης. Βέβαια είχε πολύ ήλιο εκείνες τις μέρες, αλλά όλο και κάποιο δένδρο θα θρόιζε τα κλαδιά και τα φύλλα του από πάνω μας, περνώντας τη σκιά του μπροστά απ' τα μάτια μας. Έπεφταν και βελόνες από τα πεύκα. Καμιά φορά παρασύρονταν μέχρι το στόμα μας και μπερδεύονταν μες στα λόγια των τραγουδιών. Όταν ο ήλιος γινόταν μεγαλειώδης και εκτυφλωτικός και ήταν αδύνατο να του ξεφύγεις, απλώς κλείναμε τα μάτια και πλημυρίζαμε από εκείνο το φωτεινό πορτοκαλί χρώμα στα βλέφαρα, ενώ τα άπειρα διακλαδιζόμενα κατακόκκινα αιμοφόρα αγγεία σχημάτιζαν δαντέλες στο οπτικό μας πεδίο. Κολυμπούσαμε τότε ελεύθερα στο ένονο φως που μας προκαλούσε κάτι σαν παραισθήσεις.

-Θες μπύρα;

Ανέμελες ώρες. Οι ώρες που οι ζεστές και διψασμένες για ζωή και πάθος καρδιές των νέων ανοίγουν και κοιτάζονται, μιλάνε, προσεγγίζονται, ανιχνεύουν η μια την άλλη. Τα σώματα πάλλονται από πρωτόγνωρες αισθήσεις και εμπειρίες που φουσκώνουν σαν κύμα έτοιμο να κατακλύσει τον κόσμο. Τα μάτια στέκουν διάπλατα ανοιχτά για να εισπράξουν ό,τι δεν προλαβαίνουν οι υπόλοιπες αισθήσεις, ενώ η ψυχή -σε πλήρη εγρήγορση- οδηγεί τα δάχτυλα πάνω στις χορδές για να επικοινωνήσει. Προσπαθείς να προλάβεις. Νομίζεις πως δεν έχεις χρόνο, πως όλα αυτά είναι τόσα πολλά ώστε θα τα ξεχάσεις και θα τα προσπεράσεις -ή θα σε προσπεράσουν.

-Ναι, εσύ;

Θες κι αυτό, κι εκείνο, και το ένα, και το άλλο, και το τρίτο. Γράφεις σε πακέτα από τσιγάρα, στην τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα, στην παλάμη σου. Κάποιες φορές χαράζεις και στους κορμούς των δέντρων. Το όνομά σου, τα ονόματά σας, μια ημερομηνία, τον τίτλο ενός τραγουδιού. Κρύβεις σε κάποια "μυστική" ρωγμή του βράχου ένα μικρό και ασήμαντο ενθύμιο για να επιστρέψεις και "να το ξαναβρείς". Μμμ, η νεότητα. Γεμάτη όνειρα και τρικυμισμένες θάλασσες. Καράβια της άγονης γραμμής και ξερονήσια. Εμπνευσμένα μικροκοσμήματα, βραχιόλια και περιδέραια φτιαγμένα από βότσαλα, δερμάτινα κορδόνια, χάντρες και μπόλικη φαντασία. Και, φυσικά, σανδάλια. Να και μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα που φέρνει επανάσταση στην ψυχή σου και σε βγάζει στους δρόμους, μακριά από υπόστεγα, ομπρέλες και αδιάβροχα, για να νιώσεις την ουσία του κόσμου αλλά και να επιβεβαιώσεις το ατρόμητο της ύπαρξής σου. Ε, βέβαια, προκαλείς. Τον Κόσμο, τους άλλους, τη φύση και το πεπρωμένο σου. Επειδή δεν πιστεύεις σ' αυτά. Επειδή είσαι νέος. Ούτε καν τα συζητάς. Δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά. Επειδή είσαι νέος. Μόλις που φτάνουν στα αφτιά σου όσα δεν σε αφορούν άμεσα και ζωτικά και μόλις που διεγείρουν το οπτικό σου νεύρο όσα δεν ερεθίζουν τις αισθήσεις σου. Επειδή είσαι νέος.

-Πάω να φέρω.

Άχρονος χρόνος. Οι ανακατεμένες μυρωδιές του χώματος, της άνοιξης, των λουλουδιών και του γρασιδιού ανέβαιναν από τη γη και μας κατέκλυζαν. Μας ζάλιζαν. Ο άλλος χανόταν μέσα σε ένα ακαθόριστο σύννεφο παραζάλης, μελωδιών, χαράς και αγαλλίασης, επαφής και λαχτάρας -αδημονίας να μην τελειώσει αυτό που κυλάει μέσα μας, πάνω μας και γύρω μας. Έπαιρνε ο ένας την ανάσα του άλλου στο τέλος της φράσης και την προχωρούσε, την τραγούδαγε και τη φύσαγε πάλι στον αέρα. Και αυτό γινόταν συνεχώς, ασταμάτητα. Ο αέναος κύκλος της ζωής και της εξέλιξης.

-Για άκου αυτό...

Κάπου αυτές τις μέρες ο κόσμος υποτίθεται πως "γιορτάζει" τη μουσική. Αυτή που μας ένωσε κι εμάς εντελώς τυχαία ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι. Μοιραία συνάντηση, αναπόφευκτη. Μετά από τόσα και τόσα χρόνια είμαι σίγουρος πια ότι έτσι ήταν. Ξέρω, ακούγεται κάπως περίεργο. Μέσα στον απόλυτο και μεταλλικό ρεαλισμό όμως της ζωής υπάρχουν πάντοτε πράγματα για τα οποία αναρωτιέσαι και τσιμπάς τον εαυτό σου στα κρυφά, ίσως γιατί δεν τολμάς ούτε κι εσύ να τα αποδεχθείς σε όλο τους το βάθος. Ή -πιο σκληρά- γιατί η καθημερινότητα είναι αδυσώπητη και ισοπεδωτική. Ο ρεαλισμός και η τρισδιάστατη αντιμετώπιση των πραγμάτων γίνεται φασιστικά επιτακτική υπόθεση και δεν υπάρχει περίπτωση να δημιουργηθεί ο ελάχιστος χώρος για οτιδήποτε άλλο. Οι άνθρωποι, αποκαμωμένοι και εξαντλημένοι, διαλυμένοι από την προσπάθεια ύπαρξης και επιβίωσης, είναι αδύνατο να προσεγγίσουν την υπέρβαση. Μένουν καρφωμένοι γερά πάνω στην καυτή μεταλλική πλάκα που τους ρουφάει τη ζωή. Που λιώνει τα όνειρά τους σαν πυρωμένη λάβα. Αδίστακτα και ανυπόκριτα. Χωρίς να τους χαρίζει ή να τους υπόσχεται ένα ελάχιστο χαμόγελο. Και τη νύχτα χάνονται αποχαυνωμένοι σε ένα βαθύ λήθαργο όπου εναποθέτουν την εξουσία του αύριο.

Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν έχουμε κι εμείς τη δική μας ιστορία μέσα σε όλα αυτά. Εντάξει, η πρώτη φορά ήταν μια συνηθισμένη στιγμή της ζωής, όπως χιλιάδες άλλες παρόμοιες που φέρνουν δυο ανθρώπους κοντά. Δεν είχαμε προλάβει να πούμε ούτε τα ονόματά μας. Τα πρώτα λόγια που ανταλλάξαμε ήταν οι στίχοι ενός τραγουδιού που δεν θυμόσουν, κι εγώ, ευρισκόμενος τυχαία στο ακροατήριο με την κιθάρα στο χέρι, προθυμοποιήθηκα να το τραγουδήσω. Μετά έβγαλα και την κιθάρα και συνεχίσαμε να παίζουμε μαζί σαν γνώριμοι από παλιά. Για πολλή ώρα, πολλά τραγούδια, απροβάριστα φυσικά -prima vista. Μέχρι αργά το απόγευμα, όταν πια είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Γύρω μας κόσμος πολύς, ερχόταν κι έφευγε. Όλα έγιναν σε ένα πάρκο -εμάς τα πάρκα μας αγάπησαν, αφού μεγάλο μέρος της ζωής μας το περάσαμε σε αυτά και στις πλατείες. Αλλά η δεύτερη φορά, που ήλθε να συμπληρώσει και να ολοκληρώσει την πρώτη, ήταν λες και η ζωή μας είχε κλείσει ραντεβού. Τρεις μέρες αργότερα, κληθήκαμε να συστηθούμε ξανά ως μελλοντικοί μουσικοί συνεργάτες, υποτίθεται άγνωστοι μέχρι τότε. Θυμάμαι να γελάμε και οι δύο κοιτώντας και δείχνοντας ο ένας τον άλλον και -ξεκαρδισμένοι- να λέμε με ένα στόμα: "Εσύ είσαι;" Ήδη γνωριζόμασταν και κληθήκαμε να συστηθούμε ξανά. Λες και η ζωή, σαν να μην ήταν σίγουρη ότι θα προχωρούσαμε από μόνοι μας, έφερε και έναν τρίτο άνθρωπο-καταλύτη για να μας σιγουρέψει. Οι πιο ρεαλιστές θα μιλούσαν για σύμπτωση. Ας περιοριστούμε λοιπόν στην εκδοχή της σύμπτωσης.

-Πολύ καλό. Πώς το μοιράζουμε;
-Εγώ αυτό το μέρος κι εσύ το άλλο.
-ΟΚ. Πάμε.

Θυμάμαι μου έλεγες πάντα πως με αγαπάς μοναδικά γιατί ήμουν ο μόνος που σου άφηνα όλο το χώρο στη ζωή σου, που δεν περίμενα ποτέ από εσένα τίποτα και που δεν σε ρωτούσα για τίποτα. Έτσι ήταν, έτσι γινόταν πάντα. Γιατί ήμασταν και οι δυο πολύ ελεύθεροι για οτιδήποτε άλλο. Και γι' αυτό το λόγο ανθίσαμε -όσα ζιζάνια κι αν ξεφύτρωσαν κατά καιρούς στο δρόμο μας. Με πρόλαβες. Ας είναι. Ούτως ή άλλως μπροστά μου σε βρήκα και σε ακολούθησα. Σε έχω πάντα μέσα μου, γύρω μου, εμπρός και πίσω μου. Στις ηχογραφημένες στιγμές μας, στις φωτογραφίες, στα βιβλία που μου χάρισες, στη μουσική και -κυρίως- στα δεκάδες μικρά σημειωματάκια, γραπτά αφηγήματα και σχέδια που μου άφησες. Εκείνα που μου τρύπωνες στις τσέπες κατά καιρούς σε ανύποπτες στιγμές.

Άνθρωποι ήλθαν και έφυγαν πριν από εμάς και το ίδιο θα γίνεται και μετά από εμάς. Τα παιδιά μάλλον συνεχίζουν να μαζεύονται σε παρέες γεμάτες τη δική τους ζεστασιά και πνοή, τα δικά τους όνειρα -και να ονειρεύονται. Πιθανώς έχουν κι αυτά κιθάρες και φυσαρμόνικες, σχεδιάζουν τα δικά τους τραγούδια, που λένε πάνω-κάτω τα ίδια πράγματα που έλεγαν και τα δικά μας, και τα τραγουδάνε. Τότε είχαμε το "στέκι" στου Ζωγράφου και στήναμε σκηνικά και προοπτικές. Σήμερα μπροστά τους έχει υψωθεί ένα θεόρατο τείχος και ψάχνουν κι αυτά να βρουν την κερκόπορτα που θα τους οδηγήσει στην έξοδο. Και όλα συνεχίζονται στον αέναο χρόνο, στο αέναο σύμπαν, που καταπίνει τα πάντα στο πέρασμά του σαν μαύρη τρύπα.

Εδώ θα σου χαρίσω για πάντα ένα τραγούδι του Jim Croce, που τόσο τον αγαπούσες και με έμαθες να τον αγαπάω κι εγώ, εμπνευσμένο από ένα υπέροχο ποίημα του Rudyard Kipling. Θυμάμαι, μόλις είχα επιστρέψει από ένα ταξίδι στη Ρώμη, από όπου είχα φέρει το The Faces I've Been του Croce. Με περίμενες στο σπίτι μου, αφού σου είχα δώσει τα κλειδιά και έμενες εκεί όσο έλειπα, και αμέσως καθίσαμε και το ακούσαμε νότα-νότα. Υπήρχε και πολυσέλιδο ένθετο με τους στίχους και φωτογραφίες. Εκεί μέσα βρίσκεται πάντα ο Gunga Din.

Στο γραφείο μου υπάρχουν κρεμασμένες εκατέρωθεν πίσω μου φωτογραφίες σου, φωτογραφίες μας, καθώς και κάποια από τα σημειώματά σου. Απέναντί μου, ψηλά στον τοίχο, υπάρχουν κολλημένες οι αφίσες που έφτιαξες κατά καιρούς για τους διάφορους χώρους όπου παίξαμε. Κι έτσι σε έχω παντού. Και όταν ακούω κάποιο όμορφο τραγούδι, σε θυμάμαι και σου μιλάω, στενοχωρημένος που δεν προλάβαμε να το ανακαλύψουμε μαζί και να το παίξουμε. 

Πάνε χρόνια πια από εκείνο το ολόλαμπρο απόγευμα του Απρίλη. Παρακολούθησα τα πάντα από την ταράτσα, παρέα με ένα ποτήρι και μια κιθάρα, αντικρίζοντας τον ανέφελο ουρανό, μέχρι τα βάθη του ορίζοντα, και κοιτάζοντας ασταμάτητα την ευθεία γραμμή του Υμηττού που χάραζε το στερέωμα. Εκεί, κάπου στα πόδια του, ήσουν εκείνη τη στιγμή και παραμένεις από τότε. Σε συνόδευε μια γραμμή μελαγχολικών αγαπημένων προσώπων και μελωδιών που αγάπησες. Το τραγούδι που σου στέλνω δεν είναι καθόλου τυχαίο, ούτε ξεπηδάνε κάποιες αναμνήσεις μαζί του. Δεν το παίξαμε ποτέ δημοσίως. Το ακούσαμε όμως εκείνη την πρώτη μέρα του δίσκου και αρκετές φορές τα επόμενα χρόνια. Εγώ εξακολουθώ να το ακούω συνέχεια. Γιατί, όπως λέει και ο Kipling στον τελευταίο στίχο του ποιήματος, "ήσουν καλύτερος άνθρωπος από εμένα".

Ο Τζο σου 

  

1 σχόλιο:

Lila Lilak είπε...

Ε-ξαι-ρε-τι-κό...