Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Wishing Well


   
        
                                       Wishing Well - Bert Jansch

                     Wishing well                                  Πηγάδι των ευχών
                  Wilt thou waters                             Μπορούν τα νερά σου
                  Hide my burden                      Να κρύψουν τις στενοχώριες μου
                    Until I return                                   Μέχρι να γυρίσω
              Return this way again                                  Πάλι εδώ;

                     I will plant                                         Θα φυτέψω
                Red, red flowers                          Κόκκινα, κόκκινα λουλούδια
                Round your wall                            Ολόγυρα στο τοίχωμά σου
                When that wind                                      Όταν ο άνεμος
        Blows pebbles unto the water            Φυσήξει βότσαλα μέσα στο νερό
          

           Then I can ease my pain                   Τότε πια θα πονάω λιγότερο

video

Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Πρόλογος


Δεν ήλθε κανείς κι απόψε. Όλοι έμειναν στις θέσεις τους. Όλοι έμειναν εκεί που τους όρισε η μοίρα. Εγώ όμως, για μια ακόμη φορά, τους μάζεψα όλους στο όνειρό μου. Κι εκείνοι, στερημένοι από ζωή, κάνανε πάρτι, στήσανε γιορτή.

«Δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να μαζευτούμε», μου είχαν πει την πρώτη νύχτα που τους αντίκρισα - κάπως απροσδόκητα είναι η αλήθεια. Ούτε που μπορούσα να διανοηθώ πως ήταν εκεί όλον αυτόν τον καιρό και με περίμεναν. Άλλος δυο, άλλος δέκα, άλλος είκοσι κι άλλος τριάντα χρόνια. Τι είναι άλλωστε τα χρόνια για αυτούς; Τίποτα. Η αιωνιότητα της Αλίκης, που μπορεί να κρατήσει και ένα μόνο δευτερόλεπτο. Και ήταν, θέλω να πω είναι πάντα, όποτε συναντιόμαστε, ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Λες και πέρασε μόνο ένα δευτερόλεπτο για αυτούς.

Ξέρω πολύ καλά πως κάθε βράδυ είναι εκεί και με περιμένουν. Περιμένουν να κοιμηθώ και μετά να πάρω στο όνειρό μου εκείνο το δρόμο που βγάζει στη γειτονιά τους, στη δική μου, στην παιδική μου γειτονιά. Και όταν αρχίσω να πλησιάζω, τότε στέλνουν τις μυρωδιές εκείνες που με αιχμαλώτιζαν, παιδί ακόμα, στην πόλη του θεσσαλικού κάμπου: της καμένης καλαμιάς του καλοκαιριού, του βρεγμένου χώματος του φθινοπώρου και της χειμωνιάτικης παγωνιάς. Τις μυρωδιές που θα μπορούσα να αναγνωρίσω ανάμεσα σε χιλιάδες.

Και με μαγεύουν. Σιγά-σιγά στρέφουν τα βλέμματά τους επάνω μου. Εκείνα τα ίδια βλέμματα που γνώρισα κάποτε και αργότερα έχασα και ξέχασα. Εκείνα τα βλέμματα που πλέον έχουν απομείνει μόνο ως αίσθηση και τίποτα παραπάνω. Χωρίς περίγραμμα και μορφή. Άυλες υπάρξεις μιας άλλης διάστασης. Με κοιτάζουν μέσα απ' το χρόνο και έχω την αίσθηση ότι κοιτάζω ανάποδα μέσα από κιάλια. Μακρινές - τόσο μακρινές που γίνονται μικροσκοπικές έως σχεδόν ανεπαίσθητες. Αλλά που την ίδια στιγμή είμαι σίγουρος πως αν απλώσω το χέρι μου θα τις «πιάσω». Με τραβάνε προς το μέρος τους. Σα ρουφήχτρα, σαν δίνη του ποταμού. Και το πάρτι ξεκινά. Η αυλαία ανοίγει.

video

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η μουσική είναι το Part 8a από το έργο EQUINOXE του Jean Michel Jarre.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Οι Κανελλαίοι


Απέναντί μας ζούσε η γρια-Κανέλλαινα. Δε θυμάμαι να πρόλαβα το γερο-Κανέλλο. Θυμάμαι τη μάνα μου και τη γιαγιά μου να λένε πως ο Κανέλλος ήταν φούρναρης. Αυτός, εξάλλου, είχε φτιάξει και το φούρνο κάτω απ’ το σπίτι τους, στο ισόγειο. Δικός του ήταν, αυτός τον δούλευε. Τρέχα-γύρευε τώρα τι γινόταν μέσα στο παιδικό μου μυαλό. Ένας κάποιος «Κανέλλος», που όλη μέρα ήταν χωμένος μέσα στη μαύρη τρύπα του φουρνίσματος, κρατώντας το μακρύ φουρνόξυλο... Μεγάλη ιστορία αυτά τα φουρνόξυλα. Τόσα πολλά και τόσο διαφορετικά. Η στιγμή που ο φούρναρης προσπαθούσε κάθε φορά να διαλέξει το κατάλληλο φουρνόξυλο ήταν μαγική. Λες και έβλεπες μαέστρο που διάλεγε την κατάλληλη μπαγκέτα για να διευθύνει το κονσέρτο ή τη συμφωνία. Στεκόταν για λίγο αμίλητος κοιτάζοντας τα πανύψηλα ξύλα με την πεπλατυσμένη άκρη, συλλογιζόταν, άλλαζε δυο-τρεις φορές γνώμη, και στο τέλος αποφάσιζε. Άπλωνε το χέρι του, τραβούσε εκείνο που ήθελε και σε λίγο το εξαφάνιζε στα βάθη του πύρινου φούρνου - ίδιου τα βάθη της Κόλασης.

Στα παιδικά μου χρόνια ο φούρνος υπήρχε και λειτουργούσε ακόμη, τον είχε νοικιάσει η γρια-Κανέλλαινα στον Ντάνα, έναν τύπο θεόρατο, τριχωτό σαν αρκούδα και φωνακλά. Ο Ντάνας μίλαγε πολύ βαριά, γρήγορα και κρατούσε τα μάτια χαμηλά, με αποτέλεσμα να μην τον καταλαβαίνω εύκολα, άσε που πάντα νόμιζα πως η φωνή του έβγαινε μέσα από τη μαύρη τρύπα του φούρνου. Ήταν διαρκώς ιδρωμένος και φορούσε μια άσπρη ποδιά κι ένα πάνινο καπέλο μάγειρα. Δεν ανέβαινε σχεδόν ποτέ από το «όρυγμα» το οποίο βρισκόταν μπροστά από το φούρνο, δυο-τρία σκαλιά χαμηλότερα από το πάτωμα του μαγαζιού. Ήταν χαρακτηριστικός τύπος φούρναρη. Στη φαντασία της μνήμης μου είχε και μουστάκι. Γυναίκα του ήταν η Πόπη, που σπάνια περνούσε από το φούρνο αφού η απασχόληση μιας μητέρας δυο παιδιών και νοικοκυράς ήταν πλήρης. Με την κόρη τους, τη Λίτσα, είχαμε γεννηθεί στο ίδιο μαιευτήριο με διαφορά λίγων ωρών. «Με την Πόπη ήμαστε μαζί έγκυες στην κλινική» έλεγε η μάνα μου και μ’ αυτά τα λόγια η Λίτσα, η Πόπη, η κλινική, και ό,τι άλλο σχετικό αποκτούσαν μια μυθική διάσταση και καθαγιάζονταν μέσα στο άγνωστο, μακρινό παρελθόν. Ένα μωρό σε μια κούνια με λευκά σεντονάκια. Σαν τα λευκά ρούχα του Ντάνα. Και τριγύρω πολλά άλλα, ίδια μωρά. Κάπως έτσι άρχισε η ζωή μου. Πασπαλισμένη με μπόλικο αλεύρι. Κάπως έτσι αρχίζει η ζωή των περισσότερων ανθρώπων. Πασπαλισμένη με μπόλικα όνειρα.

Εγώ έπεφτα διαρκώς στην παγίδα του μύθου. Και φόρτωνα την καμπούρα μου με μνήμες, ανθρώπους και γεγονότα που δεν ήταν δικά μου. Πρόσωπα και γεγονότα που θα τα κουβαλούσα σε όλη την κατοπινή μου ζωή χωρίς αντίσταση. Από παιδί είχα μια τρομερή τάση να οικειοποιούμαι πρόσωπα και πράγματα που δεν ήταν δικά μου, να εισχωρώ στις ζωές και τις διαδρομές τους. Δεν ξέρω τι με οδηγούσε εκεί, ακόμη δεν ξέρω τι με οδηγεί εκεί.

Μάλλον είναι η κοινή μοίρα των ανθρώπων σ’ αυτή τη ζωή που μας δόθηκε. Σ’ αυτή τη ζωή που μας ζήτησαν να τη ζήσουμε. Σ’ αυτή τη ζωή που δε μας ρώτησε κανείς αν τη θέλουμε, αν την αντέχουμε, κι αν –τελικά– συμφωνούμε να ζήσουμε. Όπως δε μας ρωτάει κανείς κι όταν είναι να φύγουμε από δω. Αν θέλουμε, αν το αντέχουμε, κι αν –τελικά– συμφωνούμε να φύγουμε. Βέβαια, εκεί, καραδοκεί και μια μικρή ελευθερία για μας. Έχουμε τη δυνατότητα να φύγουμε όταν και όπως θέλουμε. Αλλά, επειδή αυτό γίνεται λίγο σπάνια, είναι σαν να μη διαθέτουμε αυτό το προνόμιο. Γιατί, όπως και να το κάνεις, η ζωή είναι γλυκιά. Είναι φτιαγμένη για να είναι γλυκιά. Είμαστε όλοι εμείς φτιαγμένοι έτσι ώστε να απολαμβάνουμε τη γλύκα της. Δεν είναι περίεργο αυτό, ούτε παράξενο. Είναι νομοτελειακό. Δεν είναι κανένα «θαύμα» η ζωή, που ακούω πολλούς να διατείνονται. Ολόκληρες θρησκείες και ρεύματα έχουν ασπαστεί αυτήν την άποψη, που είναι η μεγαλύτερη μοιρολατρία στην οποία μπορεί κανείς να παγιδευτεί. Μα πώς να μην είναι ωραία και γλυκιά η ζωή, αφού δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Δεν θα υπήρχε αλλιώς. Η εξέλιξή της θα είχε σταματήσει από τις πρώτες κιόλας γενιές. Δεν θα υπήρχε κανένας λόγος αναπαραγωγής. Ακόμη κι αυτό το αίσθημα που μας καταλαμβάνει τη στιγμή της συνεύρεσης δυο ανθρώπων είναι το γλυκύτερο από όλα. Και γι' αυτό το επιδιώκουμε και το κυνηγούμε. Ουσιαστικά μέχρι να «εξασφαλίσουμε» την ύπαρξη της επόμενης γενιάς. Τυπικά μέχρι να αλλάξουμε ηλικιακή φάση και, περνώντας πάνω από την κορυφή της ζωής μας, να αρχίσουμε να βλέπουμε πιο εποπτικά τον κόσμο. Μα, μήπως, είναι μόνον ωραία και γλυκιά η ζωή; Δεν είναι κι άσχημη και πικρή; Και μάλιστα δε λέμε ότι είναι περισσότερο πικρή και σκληρή; Συχνά δεν ακούμε πως η ζωή είναι αγώνας; Και ότι «η ευτυχία είναι στιγμές που πρέπει να ζεις» και άλλες τέτοιες απόψεις; Όχι, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι η ζωή. Είναι όλα αυτά μαζεμένα κι άλλα τόσα. Είναι όλα αυτά μαζί και την ίδια στιγμή τίποτα. Μια αναίρεση του ίδιου της του εαυτού είναι η ζωή. Κάτι σαν την αρχή της απροσδιοριστίας του Heisenberg, αν εννοείς. Τα ηλεκτρόνια υπάρχουν και έχουν συγκεκριμένη μάζα και διαστάσεις γιατί έτσι μας βολεύει να τα κατανοήσουμε καλύτερα και να τα εντάξουμε στο σύστημά μας. Όμως, τα ηλεκτρόνια δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα έτσι όπως νομίζουμε, στη μορφή που συνήθως τους δίναμε. Μπορεί να βρίσκονται εκεί που νομίζουμε, μπορεί και να μη βρίσκονται. Να είναι παραπέρα. Την ίδια στιγμή εδώ κι αλλού. Μέσα σε ένα υπαρξιακό «νέφος». Να θες να το πιάσεις, να πιστεύεις ότι το αγγίζεις, να σε οδηγεί εκεί ο μαθηματικός τύπος που δε λαθεύει ποτέ, και να αποτυγχάνεις. Να γλιστράει μέσα από τα χέρια σου, μέσα από τα μολύβια σου, μέσα από τις προβλέψεις σου.

Έτσι ήταν και ο Κανέλλος, ο γιος της Κανέλλαινας. Ο Ζήσης. Ένα υπαρξιακό νέφος. Δεν ήξερες ποτέ που είναι και τι κάνει. Και δεν ήταν μικρός. Ήταν μεγάλος, ώριμος άντρας πια. Ήταν και παντρεμένος μάλιστα. Με τη Μαρίκα. Μια ξανθιά, ξεπλυμένη κυρία, που τη βλέπαμε σπάνια δεν ξέρω γιατί. Από τη μια μεριά γιατί πρέπει να έλειπε πολλές ώρες στη δουλειά της. Από την άλλη γιατί μάλλον ντρεπόταν για τον άντρα της και την πολιτεία του. Αυτή ήταν νοσοκόμα, βαθμοφόρος αξιωματικός και προϊσταμένη στο τοπικό στρατιωτικό νοσοκομείο. Βέβαια. Δόξα και τιμή με παράσημα και επωμίδες χρυσές. Είχε υπάρξει και αρχηγός τάξης στη σχολή της. Που σημαίνει ότι ήταν έξυπνη, μελετηρή και προκομμένη γυναίκα. Τουλάχιστον στα επαγγελματικά της. Φορούσε ένα ψηλό, λευκό καπέλο στο κεφάλι, ίδιο με του φούρναρη στο ισόγειο. Μόνο που το καπέλο της Μαρίκας είχε μπροστά το εθνόσημο, ενώ του Ντάνα είχε αλεύρια.

Ο Κανέλλος ήταν πολύ μυστήριος τύπος. Από που να ξεκινήσει κανείς; Από την εμφάνισή του; Αρκεί να πω ότι η μάνα μου τον έλεγε «βάτραχο». Και πραγματικά, δεν έχω δει στη ζωή μου άνθρωπο να μοιάζει με βάτραχο περισσότερο από εκείνον. Είχε τεράστια, γουρλωμένα μάτια, πεταγμένα προς τα έξω, ήταν κοντός και κακάσχημος. Το κεφάλι του ήταν πάντα κουρεμένο με την ψιλή μηχανή και οι μικρές, κοντές τριχούλες που πάντοτε υπήρχαν πάνω του τον έκαναν να μοιάζει και με σκαντζόχοιρο ταυτόχρονα. Τρομερός συνδυασμός ζώων, δηλαδή. Ήταν μεγάλο και πλατύ το κεφάλι του και στην πάνω μεριά του επίπεδο σαν ταψί. Ήταν απερίγραπτος τύπος. Α, και κάτι ακόμα! Τα καλοκαίρια ο Κανέλλος έκλεινε όλα τα παντζούρια και κυκλοφορούσε σαν το σάτυρο, γυμνός μέσα στο σπίτι, περιφέροντας τον ανδρισμό του. Τσιτσίδι εντελώς. Η μάνα μου έλεγε ότι ήταν θεοπάλαβος. «Ελάτε, ελάτε να δείτε τον Κανέλλο!» φώναζε σε μένα και στην αδελφή μου. Φαντάσου ζούρλια ο άνθρωπος, ακόμα και μπροστά στη μάνα του κυκλοφορούσε έτσι. Η γρια-Κανέλλαινα θα πρέπει να είχε απηυδήσει με τον τρελάρα. Βέβαια, δεν έχανε ευκαιρία να του φωνάζει, να τον κατηγορεί όταν κατέβαινε στο φούρνο και στο μπακάλικο, αλλά και να τσακώνεται άγρια μαζί του στο σπίτι. Οι στριγκλιές της ακούγονταν σ’ όλη τη γειτονιά, όπως και οι δικές του γκαρίκλες. Η Μαρίκα δεν ακουγόταν τα πρώτα χρόνια. Μετά, κάτι άρχισε να ψελλίζει. Πώς συνυπήρχαν αυτοί οι τρεις άνθρωποι εκεί μέσα ήταν κάτι που δεν κατάλαβα ποτέ στη ζωή μου. Τουλάχιστον τότε. Γιατί όταν άρχισα να μεγαλώνω και να καταλαβαίνω τι γίνεται γύρω μου και μέσα μου, άρχισα να εξηγώ και να δικαιολογώ συμπεριφορές και φερσίματα. Και όχι γιατί μου έλειπαν τα γεγονότα. Όχι. Αλλά γιατί μου έλειπαν οι εμπειρίες και η γνώση της ζωής. Πού να τα βροντήξει η Μαρίκα και να φύγει; Εύκολο ήταν; Βάλε την κοινωνική κατακραυγή, τη συναισθηματική τρικυμία και αναστάτωση που φέρνει η ανατροπή μιας συνήθειας τόσων χρόνων, αλλά και το γεγονός ότι ο Ζήσης ο Κανέλλος πρέπει να την κρατούσε και λίγο στα χέρια του τη Μαρίκα. Πως; Ο Ζήσης ήταν χαφιές του καθεστώτος. Εγώ πιστεύω ότι πρέπει να ήταν χαφιές των Αμερικανών. Ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές και μεσάζοντες. Κάτω από το σπίτι και δίπλα στο μπακάλικο ήταν το γκαράζ του Ζήση. Το άνοιγε σπάνια. Αλλά όταν το άνοιγε, έβλεπες μέσα το πιο σύγχρονο και ακριβό σπορ αυτοκίνητο, καλογυαλισμένο και μάλιστα με αμερικάνικες πινακίδες – πάντα. Δεν νομίζω ότι ήθελε και πολύ για να καταλάβει κανείς περί τίνος επρόκειτο. Γι’ αυτό και ο Ζήσης ζούσε περίεργες ώρες, δεν είχε δουλέψει ποτέ του κανονικά σε μια δουλειά καθημερινή, πρωινή, στο φως. Ερχόταν κι έφευγε σε ώρες ανύπαρκτες. Ούτε ξέρω πότε κινούσε εκείνα τα μαγικά αυτοκίνητα. Και πως τα άλλαζε... Κάθε τόσο και διαφορετικό. Πότε τα έμπαζε, πότε τα έβγαζε, πάντως όχι με τον ήλιο...

Ένα από τα αυτοκίνητα που έφερε κάποτε ο Ζήσης με αμερικάνικες πινακίδες ήταν κι ένα Ford Capri.
Καμιά φορά κατέβαινε και στο φούρνο ή στο μπακάλικο, από κάτω. Αστραπιαία, και μετά εξαφανιζόταν. Πάντα από τις πίσω πόρτες των μαγαζιών, που έβγαζαν στον ακάλυπτό του. Είχε μεταλλική, στριφτή, εξωτερική σκάλα από πίσω κι έτσι ανεβοκατέβαινε στο σπίτι. Σαν τον κλέφτη. «Σπιούνος είναι», έλεγε η μάνα μου. Αυτά άκουγε ένα μικρό παιδί σαν κι εμένα και φανταζόταν το Ζήση, το θεόρατο βάτραχο-σκαντζόχοιρο, να τριγυρνάει στα σκοτάδια καβαλώντας πολύχρωμα αυτοκίνητα και να πουλάει μυστικά στους Αμερικανούς. Δε θέλει και πολύ η παιδική φαντασία για να απογειωθεί. Και με το Ζήση μπορούσες πανεύκολα να απογειωθείς και να μην προσγειωθείς ξανά.

Έτσι ζούσανε οι Κανελλαίοι. Τα καλοκαίρια, που ο Ζήσης κυκλοφορούσε τσίτσιδος στο σπίτι, η κυρα-Μένη, η μάνα του, η γρια-Κανέλλαινα, έβγαζε στο μικρό μπροστινό μπαλκονάκι ένα μεταλλικό κρεβατάκι και κοιμόταν εκεί γιατί πρέπει να ζεσταινόταν πολύ. Η Λάρισα είναι πολύ ζεστή τα καλοκαίρια και ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να ανακουφίσει λίγο το μαρτύριό του. Άλλος κοιμάται στο μπαλκόνι, άλλος στην αυλή, άλλος στην ταράτσα κι άλλος στην αποθήκη ή στο στάβλο μαζί με τα ζώα. Όταν η Κανέλλαινα τραβούσε έξω το κρεβατάκι της, δεν την άκουγες και δεν την έβλεπες ποτέ. Το πρωί, χάραμα ακόμη, έμπαινε μέσα γιατί μάλλον ντρεπόταν που θα την έβλεπε η γειτονιά κι ο κόσμος. Ο δρόμος μας ήταν ο κεντρικότερος της Λάρισας και όλοι περνούσαν από κει για να πάνε είτε στις δουλειές τους είτε στην αγορά. Φόραγε πάντα μια μαύρη ρομπίτσα, που ξάνοιγε λίγο με κάτι ανεπαίσθητα μικρά άσπρα λουλουδάκια. Είχε τα μαλλιά της κότσο και όταν τα άφηνε καμιά φορά ελεύθερα – μέσα στο σπίτι φυσικά, προκειμένου να τα δέσει καλύτερα – έβλεπες καθαρά πόσο μακριά ήταν. Αυτό ήταν κάτι που δεν το καταλάβαινα τότε. Έτσι έκανε και η δική μου η γιαγιά. Ενώ είχε πολύ μακριά μαλλιά, τα είχε πάντα δεμένα κότσο και δεν τα έλυνε ποτέ, παρά μόνο για να λουστεί ή για να τα ξαναδέσει καλύτερα και πιο σφιχτά. Τότε, γιατί δεν τα έκοβαν και τα κρατούσαν να τις βαραίνουν και να τις σφίγγουν; Δεν καταλάβαινα τη σημασία που είχαν για εκείνες τις γυναίκες τα μακριά μαλλιά, λες και εκεί μέσα βρισκόταν όλη η θηλυκότητα, η δύναμη και η ζωή τους. Έτσι είχαν γοητεύσει μια φορά κι έναν καιρό τον άντρα τους και δεν εννοούσαν μετά, ακόμη και όταν έμεναν χήρες, να κάνουν διαφορετικά. Τα μαλλιά θα παρέμεναν στο μάκρος τους, ασπρίζοντας με τα χρόνια.

Η Κανέλλαινα πρέπει να τα πήγαινε καλά με τη νύφη της. Ένιωθα πως μάλλον είχαν κάνει κόμμα ενάντια στο Ζήση, πράγμα παράξενο για σχέση πεθεράς-νύφης. Αλλά ήταν τέτοια η τρέλα που έδερνε εκείνον ώστε ήταν αδύνατο να λειτουργήσει ακόμη και το μητρικό φίλτρο προς το μοναχογιό. Κι έτσι, έβλεπες κάποιες φορές τις δυο γυναικείες σκιές να ανταλλάσσουν λίγα λόγια και μετά πάλι να χωρίζουν και να χάνονται μέσα στο σκοτάδι του σπιτιού. Τον άλλον τον έβλεπες πάντα μόνο του, μονιά. Η γριά λειτουργούσε σα μεσάζων ανάμεσα στο ζευγάρι. Σίγουρα θα επικοινωνούσαν μέσω εκείνης. Αμφιβάλλω αν μίλαγαν ποτέ μεταξύ τους. 

Ο Ζήσης όταν με έβλεπε έξω, μου τσίμπαγε το μάγουλο και μου έλεγε «Γιωργάκ',
τι κάνεις;». Αυτό ήταν όλο. Δεν είχε πολλές-πολλές εκδηλώσεις, όπως με όλους άλλωστε. Δεν ξέρω, ίσως φοβόταν κιόλας το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός – και τότε είχαμε χούντα. Μπορεί να φοβόταν τίποτα μπλεξίματα και μήπως έχανε την εύνοια των ισχυρών φίλων του. Θα μου πεις, πώς τα έβλεπα όλα αυτά που διηγούμαι; Όταν θέλεις να παρατηρείς και υπάρχει η αφορμή, πάντα βρίσκεις μια διάφανη κουρτίνα, ένα μισόκλειστο παντζούρι, μια φευγαλέα κίνηση πίσω από το τζάμι ή μια κουβέντα που πνίγεται στα γρήγορα. Όλα αυτά αρχίζεις να τα μαζεύεις και να συνθέτεις τις εικόνες και την ιστορία, πάντα με τη βοήθεια των περιστατικών και των ιστοριών που ακούς από τους άλλους, τους μεγάλους.

Τα πράγματα πρέπει να έγιναν λίγο πιο δύσκολα όταν η Μαρίκα μεγάλωσε και αποστρατεύτηκε παίρνοντας τη σύνταξή της. Τότε ήταν πια όλη την ημέρα μέσα στο σπίτι. Μόνη της με τη γριά. Παιδιά δεν έκαναν ποτέ με το Ζήση. Ποτέ δεν έμαθα γιατί. Δε θυμάμαι αν ρώτησα, μάλλον θα ρώτησα, σημασία όμως έχει ότι δεν υπήρχαν παιδιά σ’ εκείνο το σπίτι. Ούτε φίλες είχε η Μαρίκα. Μόνο μια αδελφή, που ζούσε κάπου στην Εύβοια νομίζω. Κάποιες φορές πήγαινε και την έβλεπε για λίγες μέρες. Πρέπει να ήταν το μόνο πράγμα που έκανε εκτός από τη δουλειά στο νοσοκομείο. Δεν ξέρω ποιος ψώνιζε σ’ εκείνο το σπίτι, δεν ξέρω ποιος μαγείρευε. Μάλλον η κυρα-Μένη, δεν εξηγείται αλλιώς. Αφού η Μαρίκα έλειπε συνέχεια στη δουλειά. Η γριά κατέβαινε στο μπακάλικο από το μαύρο χάραμα. Προφανώς θα ψώνιζε και θα μαγείρευε. Τι άλλο να έκανε εξάλλου; Περνάει αλλιώς η μέρα;

Κάποια στιγμή όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και η Κανέλλαινα πέθανε.
Και ήλθε η στιγμή της κρίσης, η στιγμή που αναμενόταν τόσα χρόνια, η στιγμή που θα σήμαινε τη συνύπαρξη του Ζήση και της Μαρίκας. Εδώ που τα λέμε, πώς να ζήσει ένα ζευγάρι όταν έχει τη μάνα μέσα στο ίδιο του το σπίτι; Δεν είναι καθόλου εύκολο, ποτέ δεν ήταν. Ακόμη κι εκείνα τα χρόνια, που το γεγονός αυτό ήταν αρκετά διαδεδομένο και θεωρείτο φυσιολογικό. Εδώ όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Γιατί ούτε παιδιά υπήρχαν να απορροφήσουν τις ενέργειες και τις ζωές τους, ούτε κοινωνικά ενδιαφέροντα να τους τραβήξουν κοντά τους. Θα έμεναν μόνοι τους, ο ένας απέναντι στον άλλο, καταδικασμένοι να υπομένουν για το υπόλοιπο της ζωής τους, αλλά και εξαρτημένοι απόλυτα ο ένας από τον άλλο, αφού δεν είχαν τίποτε άλλο εξόν από τους εαυτούς τους. Και φυσικά κανένα σημείο επαφής και επικοινωνίας.

Τα χρόνια είχαν περάσει αρκετά και η Μαρίκα ήταν από καιρό πια συνταξιούχος ενώ εκείνος μάλλον είχε σταματήσει τη σκοτεινή δράση του. Η χούντα είχε φύγει, το πολίτευμα είχε νομιμοποιήσει τους κομμουνιστές και τους αντιφρονούντες κι έτσι δεν υπήρχαν μεγάλα περιθώρια δράσης για το Ζήση. Μαζεύτηκε στο σπίτι. Μεγάλωσε κιόλας, δεν ήταν νέος πια. Ζούσαν οι δυο τους. Μάλλον χωρίς εξάρσεις. Όσοι περίμεναν πως θα ερχόταν η έκρηξη με την απουσία της Κανέλλαινας, γελάστηκαν. Ο Ζήσης και η Μαρίκα μάλλον κατάλαβαν ότι πρέπει να αλληλοστηριχτούν για να τη βγάλουν όσο γίνεται περισσότερο καθαρή. Και αυτό έκαναν. Δεν τσακώνονταν σχεδόν ποτέ, δεν έβγαιναν ποτέ, αλλά δεν δημιουργούσαν και θέματα ή φασαρίες. Ήταν σχεδόν πάντα μέσα στο σπίτι, αφού ζούσαν από τη σύνταξη της Μαρίκας και τα ενοίκια των δυο μαγαζιών και δεν είχαν ανάγκη για άλλες δραστηριότητες. Έπαψαν μάλιστα να υπάρχουν στο γκαράζ τα φανταχτερά αυτοκίνητα. Ακόμη κι αυτό το γκαράζ
ο Ζήσης το μετάφερε στην άλλη πλευρά του σπιτιού, στον κάθετο μικρό δρόμο, καλύπτοντας έτσι ένα μέρος της αυλής του, ενώ στο χώρο που προέκυψε επεκτάθηκε το μπακάλικο και είδαν κι εκείνοι οι κακόμοιροι οι μπακάληδες μια άσπρη μέρα, που ήταν στριμωγμένοι σαν τα ποντίκια. Αυτοκίνητο πλέον δεν υπήρχε, ο χώρος ήταν άδειος και τον χρησιμοποιούσαν οι μπακάληδες σαν αποθήκη, βάζοντας μέσα τσουβάλια με πατάτες, ρύζι, τα ποδήλατά τους και διάφορα άλλα πράγματα.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ο Ζήσης φοβόταν πια τη Μαρίκα. Τόσα χρόνια της είχε ψήσει το ψάρι στα χείλια και την απειλούσε και την εκβίαζε ότι θα τη ρουφιάνευε και θα την έδιωχναν απ’ τη δουλειά της αν τον ζόριζε και δεν σταματούσε την κολλεγιά με τη συχωρεμένη τη μάνα του. Κι εκείνη, τι να έκανε, μαζευότανε στο καβούκι της και σώπαινε. Κι ας είχε και την υποστήριξη της πεθεράς της! Όταν όμως η πολιτική κατάσταση άλλαξε και επανήλθε η δημοκρατία χωρίς το παρακράτος του Ζήση, τότε η Mαρίκα πήρε τα πάνω της. Πέθανε και η γριά και ο Ζήσης έχασε κάθε στήριγμά του. Μπορεί πεθερά και νύφη να είχανε κάνει κόμμα, αλλά το αίμα νερό δεν γίνεται. Ήταν και λιγόψυχος, θρασύδειλος και φοβητσιάρης – εξάλλου μόνο κάτι τέτοιοι τύποι γίνονται χαφιέδες. Και μαζεύτηκε κι αυτός από φόβο μήπως η Μαρίκα τον παρατήσει και φύγει στην αδελφή της. Δεν είχε κανέναν, παρά μόνο τη Μαρίκα πια. Τι κατάντια κι αυτή... Αλλά κι εκείνη δεν πήγαινε καλύτερα. Τα μυαλά της είχαν σαλέψει από τα τόσα χρόνια βουβαμάρας και συνύπαρξης με τον τρελάρα. Γιατί ήταν τρελός, με βούλα μάλιστα. Αφού η ίδια η μάνα του το ’λεγε πως έπαιρνε μια χούφτα χάπια την ημέρα για να αντέχει.

Η Μαρίκα λοιπόν σάλεψε άσχημα. Έβγαινε τις νύχτες σαν την Αστέρω φορώντας μακριές, άσπρες νυχτικιές. Έψαχνε τα σκουπίδια και έπαιρνε από πίσω τις γάτες της γειτονιάς. Άρχισαν κι αυτές μάλιστα να την παίρνουν από
πίσω, προφανώς όταν κατάλαβαν ότι πρόκειται για αλλοπαρμένη περίπτωση. Πού την έβρισκες πού την έχανες αργά τη νύχτα, σε κάποιο σκουπιδοτενεκέ να σκαλίζει για να βρει κάτι ενδιαφέρον ή φαγώσιμο για τις γάτες της. Λόλα μεγάλη. Σαν τον Αϊ-Βασίλη με το άρμα των ταράνδων. Μόνο που αυτή αντί για τάρανδους είχε γάτες. Λίγο ακόμα ήθελε και θα έπαιρνε το δρόμο για τον ουρανό με τις γάτες ξωπίσω της και τους τενεκέδες να σέρνονται κάνοντας φασαρία, όπως στους νιόπαντρους στην Αμερική...

Κάποια στιγμή η Μαρίκα πούλησε το σπίτι – μάλλον της το είχε γράψει η πεθερά της κρίνοντας πως έστεκε καλύτερα στα λογικά της από το βλαστάρι της – και φύγανε μαζί με το Ζήση για τη Χαλκίδα. Είχε αγοράσει με το εφάπαξ απ’ τη δουλειά της ένα διαμερισματάκι εκεί κι έτσι θα ήταν και μαζί με την αδελφή της για να έχει παρέα στα γεράματα. Έτσι κι αλλιώς στη Λάρισα είχε καζαντίσει. Τον άλλον, τον τρελάρα, τι θα τον έκανε; Θα τον παράταγε ή θα τον έκλεινε στην κλινική του Θωμά; Τίποτα απ’ αυτά δεν έκανε. Η συνήθεια είναι ολόκληρη ζωή, όπως λέει κι ένας φίλος μου. Και η Μαρίκα με το Ζήση είχαν περάσει μια ολόκληρη ζωή μαζί. Και επιπλέον ήταν και ανήμποροι πια. Είχαν ανάγκη ο ένας τον άλλο. Τον πήρε κι έφυγαν μαζί. Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και κανείς δεν τους ξαναείδε ποτέ πια ούτε άκουσε γι’ αυτούς.