Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Δεκαεπτά Απριλίου


Χειμώνας αδιόρθωτος και αμετανόητος. Κρύος. Βγαλμένος για άλλη μια φορά από τα σκοτεινά τρίσβαθα του χρόνου. Από την προαιώνια μνήμη του κόσμου. Τόσο βαρύς που, όπως έλεγε, νόμιζε πως προϋπήρχε από πάντα. Είχε χρώμα μαύρο και άσπρο. Δεν ήξερε να αποφασίσει. Αλλά του ταίριαζαν και τα δυο.

Και νερά -πολλά νερά. Βροχές. Ποτάμια στους δρόμους. Στην εφημερίδα διάβαζε για ανθρώπους που πνίγονταν ή για άλλους που ανέβαιναν στις στέγες για να σωθούν. Κάποτε δεν του άρεσαν οι βροχές. Όχι ότι τώρα τις συνήθισε. Τις αποδέχθηκε και απέκτησε την άνεση και την ευγένεια να προσφέρει και σε αυτές το δικό τους χώρο μέσα του.

Για το όνειρο του είχε απομείνει ο αέρας. Του ήταν πιστός. Και αυτός ερχόταν πάντα. Όλα τα μυστικά, από παιδί, με εκείνον τα μοιραζόταν. Εξάλλου, εκεί ζούσαν οι φίλοι του. Έρχονταν όμως την άνοιξη και τα νερά ήταν πολλά φέτος.

Σήμερα όμως ήταν δεκαεπτά Απριλίου. Τους άκουσε από μακριά.
Ανέβηκε στο πρώτο πουλί που πέρασε -και πέταξε μαζί του.

3 σχόλια:

Lila Lilak είπε...

όμορφο..

Giorgos Velentzas είπε...

Φιλιά πολλά!
Πρωτοκοιμήθηκα στο σπίτι στις 17 Απριλίου του 2003.
Την άλλη μέρα, όταν ξύπνησα, διαπίστωσα ότι την προηγούμενη νύχτα τα φιλαράκια μου είχαν φτιάξει φωλιά και είχαν κοιμηθεί κι εκείνα για πρώτη φορά στο σπίτι...
Από τότε, έρχονται κάθε χρόνο και όταν τα βλέπω γίνεται πάρτι!!!
(Όσο για τον αμετανόΤητο, τον έκανα να μετανοήσει!)

Θεανώ Κυριάκη είπε...

Αχ, βρε τσώνι'μ!!!
Εκανες μια χελιδονοφωλιά ποίημα!!! Τί ωραία!!!