Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Με τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής


Έκανε θόρυβο και ακουγόταν παντού, ιδίως όταν ήθελες να γράψεις τη νύχτα, τότε δηλαδή που άνοιγαν οι αυλαίες του νου και η ψυχή ταξίδευε ελεύθερη, ανεβαίνοντας ψηλά, ανεμπόδιστη, απεριόριστη κι αμετανόητη. Τότε που το σώμα κόπαζε και όλος ο κόσμος κοιμόταν πια αποκαμωμένος από την κούραση της μέρας που πέρασε αλλά και την αγωνία της μέρας που ερχόταν. Τα αγαπημένα μου ζώα - τα πουλιά - είχαν κουρνιάσει στο βάθος της φωλιάς τους και είχαν κλείσει τα τρεμουλιαστά βλέφαρά τους ενώ η ανάσα τους κάπως ηρεμούσε.

Ένιωθα λοιπόν πως εκείνες τις ώρες όλα γίνονταν πιο απαλά και διάφανα. Μπορούσα να εισχωρώ μέσα τους χωρίς προσπάθεια και χωρίς ένταση. Απλά και ελεύθερα. Γινόμουν μια χρυσαλλίδα της νύχτας, που πετούσε από ψυχή σε ψυχή ρουφώντας το νέκταρ τους - τα όνειρά τους, τις σκέψεις τους και, ίσως, τους καημούς τους. Έτσι το ένιωθα, έτσι το βίωνα. Ήταν ο τρόπος που είχα ανακαλύψει, η προσομοίωση που ακολουθούσα για να καταφέρω να διεισδύσω πίσω από την αυλαία του κόσμου. Την άνοιξη μάλιστα, όταν οι νεραντζιές άνθιζαν και η βαριά μυρωδιά τους ορμούσε ακάθεκτη από πόρτες, παράθυρα, χαραμάδες και φωταγωγούς, η ατμόσφαιρα γέμιζε παραζάλη και δύσκολα έπαιρνες ανάσα.

Τα πλήκτρα γίνονταν τα βότσαλα πάνω στα οποία πατούσα χοροπηδώντας, έτσι καθώς περνούσα από τη μια ψυχή στην άλλη. Και, καθώς άλλαζα γράμματα ή έβαζα σημεία στίξης και η μια παράγραφος διαδεχόταν την άλλη, ταξίδευα από τον ένα κόσμο στον άλλο. Τη στιγμή που χρησιμοποιούσα το πλήκτρο των κεφαλαίων και όλο το σύστημα του πληκτρολογίου ξαφνικά ανέβαινε προς τα πάνω με εκείνο το χαρακτηριστικό ήχο, πρόσεχα να μην πέσω στο κενό που ανοιγόταν από κάτω και χαθώ στο σκοτάδι του μαύρου μηχανήματος. Στο μαύρο μάγμα που ανακατευόταν κάτω από τα δάχτυλά μου, βαθιά στο χάος. Εκεί από όπου ξεπετιούνταν οι σιδεριές και οι μεταλλικοί βραχίονες, μεταδίδοντας τα απτικά μηνύματά μου στο κέντρο μιας ανεξερεύνητης μηχανής, ενός βρυχώμενου θηρίου.

Ήταν βαριά και μαύρη. Και είχε τη δική της σκληρή θήκη με επίσης μαύρη, δερμάτινη επένδυση. Κρυμμένη καλά μέσα στη ντουλάπα με τα ρούχα, κάθε φορά περίμενε το βουβό σύνθημα που θα άκουγα μέσα μου. Αυτό που απασφάλιζε την ανάγκη της έκφρασής μου. Αυτό που για άλλη μια φορά θα με οδηγούσε στα απάτητα μονοπάτια του ασυνείδητου. Εκεί όπου κρύβονταν -πίσω από γωνίες, μέσα σε κόγχες και κάτω από καταπακτές- όλα τα απωθημένα μηνύματα της ψυχής μου. Στο αόρατο χάος που ζητούσε τροφή και ανάσα. Όταν το σύνθημα ανέβαινε μέχρι τα αφτιά μου, ήξερα πια ότι είχε έλθει πάλι η ώρα. Το τραπέζι άδειαζε και εκείνη έπαιρνε τη θέση της στο κέντρο.

Τα χαρτιά που χρησιμοποιούσα ήταν χοντρά κι ανάγλυφα, φτιαγμένα από κίτρινο πολτό. Λες και οι φλοίδες από τα κατεργασμένα φυτά είχαν ενσωματωθεί ολόκληρες στη μάζα που πλέον αποτελούσε το χαρτί. Βαρύ και τραχύ. Κιτρινωπό και σκληρό. Αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά έδιναν σε εκείνο το "χαρτί" μια ξεχωριστή αίσθηση. Θα μπορούσα να πω μια προσωπικότητα. Ένιωθες πως δεν ήταν αναλώσιμο γιατί το κάθε φύλλο ήταν σαν διαφορετικό από το άλλο, σαν μοναδικό. Και του φερόσουν ανάλογα. Με διακριτικότητα και προσοχή. Έχω ακόμη αρκετά τέτοια άγραφα φύλλα φυλαγμένα για να θυμάμαι πόσο διαφορετικό ήταν άλλοτε το γράψιμο. Πόσο συμμετείχαν τότε όλες οι αισθήσεις μας στην επιλογή, στην προσέγγιση, στη γνωριμία, στην επαφή με το υλικό αλλά και στην όσφρησή του. Είχε γρέζια. Όπως είχαν όλα γύρω και μέσα μας. Κι αυτό ακριβώς το έκανε πιο αληθινό και - τελικά - πιο ανθρώπινο.

Δεν χρειαζόταν ρεύμα - πολύ σημαντικό. Αυτό της προσέφερε ανεξαρτησία από πρίζες, διακοπές του ηλεκτρικού και πτώσεις τάσης. Ακόμη και φως να μην υπήρχε τη νύχτα, πάντα δίπλα της άναβε ένα κερί για να φωτίζει τη σελίδα. Μια σελίδα άδεια και ψυχρή στην αρχή, που κρύωνε και η ίδια από την έλλειψη περιεχομένου. Αλλά που, όσο περνούσε η ώρα και γέμιζε, άρχιζε να ζεσταίνεται και να αποκτά μια περίεργη πλαστικότητα και πρόσθετες διαστάσεις. Σε σημείο που, όταν το φως του κεριού έπεφτε πάνω της από πολύ πλάγια, νόμιζες πως τα γράμματα ήταν χαμηλά ανάγλυφα, εξάρματα όγκου που το καθένα δημιουργούσε τη δική του, ξεχωριστή σκιά. Κάτι σαν μικρά ανθρωπάκια δηλαδή. Σαν να είχα παρέα μέσα σε όλη αυτή τη σιγαλιά και την άπνοια.

Η νύχτα -είναι γνωστό τοις πάσι- κρατάει στην αγκαλιά της τις ώρες της μεγάλης, ανεξερεύνητης Διαδρομής. Αυτό συνέβαινε πάντα στους ανθρώπους, το ίδιο γίνεται ακόμη και θα εξακολουθήσει και στο μέλλον. Είναι μια μοναχική διαδρομή, είναι ένας ομαδικός χορός, είναι ένα άδειο δωμάτιο. Όλα είναι. Και τίποτα ταυτόχρονα. Στέκεται απέναντί μας και λειτουργεί ως τοίχος. Χτυπάμε τη μπάλα με τη ρακέτα και άλλες φορές μας την επιστρέφει, φέρνοντας μαζί απόηχους από άλλες ζωές, ενώ άλλες φορές ο τοίχος ξαφνικά ανοίγει σαν αυλαία και η μπάλα χάνεται στο έρεβος. Δεν ξέχασα ποτέ πως όταν η μπάλα επέστρεφε, ερχόταν πάντα παραμορφωμένη από την επαφή της με τον τοίχο, από την κρούση. Και φυσικά λερωμένη. Χάνοντας κάθε φορά λίγο ακόμη από το άσπρο χρώμα της. 

Έτσι γινόταν και με εκείνη. Όσα έβλεπα και διάβαζα το άλλο πρωί έμοιαζαν να έρχονται από άλλες διαστάσεις. Σαν να μην τα είχα γράψει εγώ. Σαν να μην είχα ποτέ νιώσει όσα περιέγραφα. Ήταν ολότελα ξένα. Τη νύχτα δεν ήμουν εκεί. Η βουτιά ήταν τόσο βαθιά ώστε η αναπήδηση στο παρόν με εκτίνασσε πολύ μακριά. Φυσικό και επόμενο. Παίρνεις βαθιά ανάσα για να βουτήξεις. Και στο τέλος, όταν τα πνευμόνια έχουν δώσει πλέον όλο το απόθεμά τους, ανεβαίνεις με μεγάλη ταχύτητα για να προλάβεις να ζήσεις κιόλας.

Εδώ και χρόνια πια δεν τη χρησιμοποιώ. Νομίζω πως ούτε καν ξέρω πού βρίσκεται. Να όμως που ξεπήδησε μέσα από κάποια ρωγμή και ζήτησε ένα τελευταίο κείμενο. Γραμμένο για εκείνη αυτή τη φορά. Τόσα χρόνια έγραφε πάντα αυτή για τους άλλους.

2 σχόλια:

Θεανώ Κυριάκη είπε...

Απέραντη ευαισθησία και "πτητική" ελαφρότητα ενός ανθρώπου που η σχέση του με τη γραφη και τις λέξεις μετατράπηκαν κάποια στιγμή σε επάγκελμα... Ελππίζω να μη πληγώνεσαι ζώντας τους χαοτικούς καιρούς μας, τώρα που οι ήχοι των πλήκτρων εχουν κρυφτεί σε κάποιο ντουλάπι ή περιμένουν υπομονετικά τη σκόνη του παλιατζίδικου. Κάποιοι ακόμα τις αγοράζουν για συντηρήσουν την όποια ομορφιά μπορεί να αντληθεί από το περλεθόν. Ευτυχώς συνεχίζεις να γράφεις στους μεταμορφωμένους σε οθόνη, τοίχους> Να είσαι καλά και ν αμ'αγαπάς...

Giorgos Velentzas είπε...

Εγώ θα σ' αγαπώ και μηηηη σε νοιάάάάζειειειειει!!!!!!!