Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Bert Jansch - μετά τα 45...


Ο Bert Jansch ήλθε αργά στη ζωή μου. Μετά τα 45. Όταν πια είχα κλείσει, από πολλά χρόνια, το προσωπικό μου κεφάλαιο της μουσικής ενώπιον ακροατηρίου. 

Δεν ξέρω γιατί άργησε τόσο. Ίσως επειδή μάλλον ήταν μια από εκείνες τις μοιραίες συναντήσεις που συμβαίνουν σχεδόν μια φορά στη ζωή μας. Όπως περνά ο καιρός, αυτό τείνω να πιστεύω. Και να πεις πως δεν ήμουν ενήμερος σε μουσικά θέματα, πως δεν ταξίδεψα για να γνωρίσω, να ακούσω, να διαβάσω, να μιλήσω και να ανταλλάξω... Κάθε άλλο. Γύρισα πολύ εδώ κι εκεί για χρόνια. Έμαθα και άκουσα. Κι όμως. Ο Jansch έμενε εκεί, πίσω από την κουρτίνα. Κρυμμένος. Κρυφός κι αόρατος. Σαν να μην ήθελε να μου αποκαλυφθεί. 

Το ξέρω πια καλά, έτσι ήταν. Και είχε δίκιο. Νομίζω πως αν ερχόταν νωρίτερα, δεν θα ήμουν έτοιμος να βουτήξω βαθιά μέσα του. Έπρεπε να ανοίξει πολύ η καρδιά για να τον νιώσω. Και αυτό έγινε όταν πια άρχισα να βγαίνω από τις λάσπες και μια παράξενη κινούμενη άμμο όπου περπάτησα για αμέτρητα χρόνια. Δεν θα καταλάβαινα και πολλά τότε. Ναι, θα με συγκινούσε η ευαισθησία, η λυρικότητα, η εύθραυστη υφή της τέχνης του, η τεχνική του στην αγαπημένη μας κιθάρα, αλλά δεν θα κατάφερνα να αντικρίσω το μέγεθος και το άνοιγμα της ψυχής του.

Όλα εκείνα τα χρόνια γνώρισα, άκουσα και έπαιξα όλους εκείνους που επηρέασε, όλους εκείνους που πήραν τα τραγούδια του και τα ανέβασαν ψηλά. Που τον παραδέχτηκαν δημοσίως και τον αναγνώρισαν ως primus inter pares στην τέχνη τους. Κι όμως, παρά την τόση περιέργεια που με διέκρινε πάντα στη ζωή, το μάτι μου δεν έπεσε ποτέ πάνω στο όνομα του δημιουργού, στο όνομά του.

Έγραφε απενοχοποιημένα και ελεύθερα. Σαν να μην ήταν εκεί. Σαν να μην τα έγραφε ο ίδιος αλλά η ψυχή και η συνείδηση του Κόσμου. Ελεύθερος "σαν πεθαμένος", που έγραψε και ο Καρυωτάκης στο Ελεγεία και Σάτιρες. Δεν ξέρω πώς το κατάφερνε από τόσο νέος. Ήταν μεγάλο το χάρισμα, μεγάλο το ταλέντο. Ήταν ισχυρή και η καταγωγή, η Σκωτία. Πόση έμπνευση χάρισε αυτός ο τόπος στον κόσμο... Πόσοι μύθοι ταξιδεύουν ακόμη πάνω από τις χαμηλές και πάντα νοτισμένες πεδιάδες της. Όλα αυτά ήλθαν και συμπλέχτηκαν αρμονικά μέσα στην ύπαρξη αυτού του ανθρώπου. Και κατέβαινε απαλά στον κόσμο, κάθε φορά για να σχεδιάσει μια καινούργια μονοκοντυλιά. Να κεντήσει ένα εκπληκτικό σχέδιο απαράμιλλης ευαισθησίας και διεισδυτικότητας.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα πόση γενναιότητα χρειάζεται να διαθέτει μια ψυχή έτσι ώστε να τολμά, να μπορεί να αποκαλύπτεται με τέτοιον τρόπο στον κόσμο. Αυθόρμητα και χωρίς όρια. Ίσως οι ψυχές που έχουν αυτήν την ορμή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Δεν ξέρω. Αλλά, μετά από τόσα χρόνια περιδιάβασης στη ζωή, ακόμη εκπλήσσομαι μαζί τους. Νιώθω σαν να μου αποκαλύπτεται ένας μεγάλος παράδεισος κι εγώ είμαι ένας από τους τυχερούς που βρίσκεται εκεί μπροστά του και, σαν μικρό παιδί, στέκω με το στόμα ορθάνοιχτο για να συνειδητοποιήσω το φαινόμενο. Αλλόκοτες στιγμές μιας άλλης διάστασης, που η τέχνη έχει όλη τη δύναμη να τις εντάσσει στη ζωή και να την κάνει να δονείται βαθιά.

Ο Jansch όρμισε στη ζωή με όλη αυτή τη δύναμη της ψυχής και -το νιώθει κανείς- πέρασε μέσα από σκοτάδια και βούρκους. Βούτηξε βαθιά για να ψαξει να βρει τις στενές διόδους του λαβύρινθου της ανθώπινης ψυχής. Εκεί όπου περιπλανήθηκε σε όλη του τη μουσική ζωή -και πιθανώς και την προσωπική, αφού αυτά τα δυο είναι αλληλένδετα στην πορεία αυτών των ανθρώπων. 

Το μεγαλείο του έγκειται στην προσέγγιση της ανθρώπινης ψυχής και των λεπτότατων διακυμάνσεών της. Στη βαθιά "ανθρωπιά" του, θα τολμούσα να πω. Εκεί που η ψυχή φοβάται, απειλείται, χαίρεται ή ενθουσιάζεται, αυτός περιγράφει με κάθε λεπτή απόχρωση όλη την εικόνα και βυθίζεται σα βροχή μέσα της, μέχρι τις ρίζες. Τη χαϊδεύει, την ηρεμεί ή την αγκαλιάζει και, φεύγοντας, την αφήνει πλουσιότερη. Δεν πρόκειται ούτε για υπερβολές ούτε για μυθεύματα. Εξάλλου, τα είπαν πολλοί στο παρελθόν. Και τα επανέλαβαν πολλές φορές από τότε που έφυγε, πρόπερσι τον Οκτώβριο. 

Πέρασε από τη ζωή και άφησε πίσω έντονα τα σημάδια του.

Μια σταχυολόγηση μερικών διαμαντιών που έγραψε ο Bert Jansch:


Ο Bert Jansch υπήρξε αχώριστος σύντροφός μου στα χρόνια της ψυχανάλυσης. Θεωρώ ότι τα τραγούδια του, με αυτούς τους απόλυτα απενοχοποιητικούς στίχους, με την "ψυχαναλυτική" εμβάθυνση αλλά και τον εκπληκτικό λυρισμό της μελωδίας τους αποτελούσαν κάθε φορά μεγάλο και καθοριστικό καταλύτη στη μετάβαση από τη μια φάση στην άλλη, σε κάθε νέα "εγκυμοσύνη" - όπως μου προέκυπτε κάθε φορά να νιώθω εντελώς ασυνείδητα. Ο Jansch ήταν εκεί, πριν και μετά. Θα τον θυμάμαι πάντα μέσα στα κρύα, στο δαιμονισμένο αέρα, στο χιόνι, στην παγωνιά. Θα τον θυμάμαι στη ζέστη, στο λιοπύρι και στο μουσκεμένο μπλουζάκι που έσταζε από τον ιδρώτα τα καλοκαίρια, πίσω από την εκκλησία. Στα σπασμένα πεζοδρόμια και στους σκονισμένους δρόμους. Στις πευκοβελόνες που γέμιζαν το οδόστρωμα και τα πάρκα. Εκεί που έξι τάφοι στη σειρά στεγάζουν τους έξι εκτελεσθέντες της Δίκης των Έξ και που κάθε φορά στεκόμουν μπροστά στον καθένα χωριστά, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω την ιστορία. Στη βροχή που έπεφτε συχνά και έβγαζε από το χώμα όλες εκείνες τις πανάρχαιες μυρωδιές της ζωής και του κόσμου. Στο βιαστικό βήμα και στο απότομο στραμπούληγμα του αστραγάλου. Στην "αγωνία της επόμενης στιγμής". Στο κουδούνι που χτυπούσα με το κεφάλι άδειο και κρύο. Στο φερμουάρ που κούμπωνα με το σώμα να τρέμει και να κλείνει τα παράθυρα και τις πόρτες του. Στη βροντή της κάθε επιστροφής και στα ξύπνια όνειρα. Στον ουρανό που είδα κάποια άνοιξη να ξεπροβάλλει μέσα από τα σύννεφα και είπα πως ήθελα να πετάξω ξανά. Να, αυτό ήταν και είναι ο Bert Jansch. Αυτό που κάνω τώρα, αυτή τη στιγμή. Τώρα που το κυρίως κείμενο με τους μεγάλους χαρακτήρες έχει πια ολοκληρωθεί από ώρα, ενώ η πεμπτουσία αυτής της εξομολόγησης κρύβεται εδώ, μετά το τέλος, στα ψιλά γράμματα. Όπως στα συμβόλαια. Συμβόλαιο ζωής μου χάρισε ο Jansch. Ένα ανοιχτό συμβόλαιο ζωής.

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Δεκαεπτά Απριλίου


Χειμώνας αδιόρθωτος και αμετανόητος. Κρύος. Βγαλμένος για άλλη μια φορά από τα σκοτεινά τρίσβαθα του χρόνου. Από την προαιώνια μνήμη του κόσμου. Τόσο βαρύς που, όπως έλεγε, νόμιζε πως προϋπήρχε από πάντα. Είχε χρώμα μαύρο και άσπρο. Δεν ήξερε να αποφασίσει. Αλλά του ταίριαζαν και τα δυο.

Και νερά -πολλά νερά. Βροχές. Ποτάμια στους δρόμους. Στην εφημερίδα διάβαζε για ανθρώπους που πνίγονταν ή για άλλους που ανέβαιναν στις στέγες για να σωθούν. Κάποτε δεν του άρεσαν οι βροχές. Όχι ότι τώρα τις συνήθισε. Τις αποδέχθηκε και απέκτησε την άνεση και την ευγένεια να προσφέρει και σε αυτές το δικό τους χώρο μέσα του.

Για το όνειρο του είχε απομείνει ο αέρας. Του ήταν πιστός. Και αυτός ερχόταν πάντα. Όλα τα μυστικά, από παιδί, με εκείνον τα μοιραζόταν. Εξάλλου, εκεί ζούσαν οι φίλοι του. Έρχονταν όμως την άνοιξη και τα νερά ήταν πολλά φέτος.

Σήμερα όμως ήταν δεκαεπτά Απριλίου. Τους άκουσε από μακριά.
Ανέβηκε στο πρώτο πουλί που πέρασε -και πέταξε μαζί του.

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Με τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής


Έκανε θόρυβο και ακουγόταν παντού, ιδίως όταν ήθελες να γράψεις τη νύχτα, τότε δηλαδή που άνοιγαν οι αυλαίες του νου και η ψυχή ταξίδευε ελεύθερη, ανεβαίνοντας ψηλά, ανεμπόδιστη, απεριόριστη κι αμετανόητη. Τότε που το σώμα κόπαζε και όλος ο κόσμος κοιμόταν πια αποκαμωμένος από την κούραση της μέρας που πέρασε αλλά και την αγωνία της μέρας που ερχόταν. Τα αγαπημένα μου ζώα - τα πουλιά - είχαν κουρνιάσει στο βάθος της φωλιάς τους και είχαν κλείσει τα τρεμουλιαστά βλέφαρά τους ενώ η ανάσα τους κάπως ηρεμούσε.

Ένιωθα λοιπόν πως εκείνες τις ώρες όλα γίνονταν πιο απαλά και διάφανα. Μπορούσα να εισχωρώ μέσα τους χωρίς προσπάθεια και χωρίς ένταση. Απλά και ελεύθερα. Γινόμουν μια χρυσαλλίδα της νύχτας, που πετούσε από ψυχή σε ψυχή ρουφώντας το νέκταρ τους - τα όνειρά τους, τις σκέψεις τους και, ίσως, τους καημούς τους. Έτσι το ένιωθα, έτσι το βίωνα. Ήταν ο τρόπος που είχα ανακαλύψει, η προσομοίωση που ακολουθούσα για να καταφέρω να διεισδύσω πίσω από την αυλαία του κόσμου. Την άνοιξη μάλιστα, όταν οι νεραντζιές άνθιζαν και η βαριά μυρωδιά τους ορμούσε ακάθεκτη από πόρτες, παράθυρα, χαραμάδες και φωταγωγούς, η ατμόσφαιρα γέμιζε παραζάλη και δύσκολα έπαιρνες ανάσα.

Τα πλήκτρα γίνονταν τα βότσαλα πάνω στα οποία πατούσα χοροπηδώντας, έτσι καθώς περνούσα από τη μια ψυχή στην άλλη. Και, καθώς άλλαζα γράμματα ή έβαζα σημεία στίξης και η μια παράγραφος διαδεχόταν την άλλη, ταξίδευα από τον ένα κόσμο στον άλλο. Τη στιγμή που χρησιμοποιούσα το πλήκτρο των κεφαλαίων και όλο το σύστημα του πληκτρολογίου ξαφνικά ανέβαινε προς τα πάνω με εκείνο το χαρακτηριστικό ήχο, πρόσεχα να μην πέσω στο κενό που ανοιγόταν από κάτω και χαθώ στο σκοτάδι του μαύρου μηχανήματος. Στο μαύρο μάγμα που ανακατευόταν κάτω από τα δάχτυλά μου, βαθιά στο χάος. Εκεί από όπου ξεπετιούνταν οι σιδεριές και οι μεταλλικοί βραχίονες, μεταδίδοντας τα απτικά μηνύματά μου στο κέντρο μιας ανεξερεύνητης μηχανής, ενός βρυχώμενου θηρίου.

Ήταν βαριά και μαύρη. Και είχε τη δική της σκληρή θήκη με επίσης μαύρη, δερμάτινη επένδυση. Κρυμμένη καλά μέσα στη ντουλάπα με τα ρούχα, κάθε φορά περίμενε το βουβό σύνθημα που θα άκουγα μέσα μου. Αυτό που απασφάλιζε την ανάγκη της έκφρασής μου. Αυτό που για άλλη μια φορά θα με οδηγούσε στα απάτητα μονοπάτια του ασυνείδητου. Εκεί όπου κρύβονταν -πίσω από γωνίες, μέσα σε κόγχες και κάτω από καταπακτές- όλα τα απωθημένα μηνύματα της ψυχής μου. Στο αόρατο χάος που ζητούσε τροφή και ανάσα. Όταν το σύνθημα ανέβαινε μέχρι τα αφτιά μου, ήξερα πια ότι είχε έλθει πάλι η ώρα. Το τραπέζι άδειαζε και εκείνη έπαιρνε τη θέση της στο κέντρο.

Τα χαρτιά που χρησιμοποιούσα ήταν χοντρά κι ανάγλυφα, φτιαγμένα από κίτρινο πολτό. Λες και οι φλοίδες από τα κατεργασμένα φυτά είχαν ενσωματωθεί ολόκληρες στη μάζα που πλέον αποτελούσε το χαρτί. Βαρύ και τραχύ. Κιτρινωπό και σκληρό. Αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά έδιναν σε εκείνο το "χαρτί" μια ξεχωριστή αίσθηση. Θα μπορούσα να πω μια προσωπικότητα. Ένιωθες πως δεν ήταν αναλώσιμο γιατί το κάθε φύλλο ήταν σαν διαφορετικό από το άλλο, σαν μοναδικό. Και του φερόσουν ανάλογα. Με διακριτικότητα και προσοχή. Έχω ακόμη αρκετά τέτοια άγραφα φύλλα φυλαγμένα για να θυμάμαι πόσο διαφορετικό ήταν άλλοτε το γράψιμο. Πόσο συμμετείχαν τότε όλες οι αισθήσεις μας στην επιλογή, στην προσέγγιση, στη γνωριμία, στην επαφή με το υλικό αλλά και στην όσφρησή του. Είχε γρέζια. Όπως είχαν όλα γύρω και μέσα μας. Κι αυτό ακριβώς το έκανε πιο αληθινό και - τελικά - πιο ανθρώπινο.

Δεν χρειαζόταν ρεύμα - πολύ σημαντικό. Αυτό της προσέφερε ανεξαρτησία από πρίζες, διακοπές του ηλεκτρικού και πτώσεις τάσης. Ακόμη και φως να μην υπήρχε τη νύχτα, πάντα δίπλα της άναβε ένα κερί για να φωτίζει τη σελίδα. Μια σελίδα άδεια και ψυχρή στην αρχή, που κρύωνε και η ίδια από την έλλειψη περιεχομένου. Αλλά που, όσο περνούσε η ώρα και γέμιζε, άρχιζε να ζεσταίνεται και να αποκτά μια περίεργη πλαστικότητα και πρόσθετες διαστάσεις. Σε σημείο που, όταν το φως του κεριού έπεφτε πάνω της από πολύ πλάγια, νόμιζες πως τα γράμματα ήταν χαμηλά ανάγλυφα, εξάρματα όγκου που το καθένα δημιουργούσε τη δική του, ξεχωριστή σκιά. Κάτι σαν μικρά ανθρωπάκια δηλαδή. Σαν να είχα παρέα μέσα σε όλη αυτή τη σιγαλιά και την άπνοια.

Η νύχτα -είναι γνωστό τοις πάσι- κρατάει στην αγκαλιά της τις ώρες της μεγάλης, ανεξερεύνητης Διαδρομής. Αυτό συνέβαινε πάντα στους ανθρώπους, το ίδιο γίνεται ακόμη και θα εξακολουθήσει και στο μέλλον. Είναι μια μοναχική διαδρομή, είναι ένας ομαδικός χορός, είναι ένα άδειο δωμάτιο. Όλα είναι. Και τίποτα ταυτόχρονα. Στέκεται απέναντί μας και λειτουργεί ως τοίχος. Χτυπάμε τη μπάλα με τη ρακέτα και άλλες φορές μας την επιστρέφει, φέρνοντας μαζί απόηχους από άλλες ζωές, ενώ άλλες φορές ο τοίχος ξαφνικά ανοίγει σαν αυλαία και η μπάλα χάνεται στο έρεβος. Δεν ξέχασα ποτέ πως όταν η μπάλα επέστρεφε, ερχόταν πάντα παραμορφωμένη από την επαφή της με τον τοίχο, από την κρούση. Και φυσικά λερωμένη. Χάνοντας κάθε φορά λίγο ακόμη από το άσπρο χρώμα της. 

Έτσι γινόταν και με εκείνη. Όσα έβλεπα και διάβαζα το άλλο πρωί έμοιαζαν να έρχονται από άλλες διαστάσεις. Σαν να μην τα είχα γράψει εγώ. Σαν να μην είχα ποτέ νιώσει όσα περιέγραφα. Ήταν ολότελα ξένα. Τη νύχτα δεν ήμουν εκεί. Η βουτιά ήταν τόσο βαθιά ώστε η αναπήδηση στο παρόν με εκτίνασσε πολύ μακριά. Φυσικό και επόμενο. Παίρνεις βαθιά ανάσα για να βουτήξεις. Και στο τέλος, όταν τα πνευμόνια έχουν δώσει πλέον όλο το απόθεμά τους, ανεβαίνεις με μεγάλη ταχύτητα για να προλάβεις να ζήσεις κιόλας.

Εδώ και χρόνια πια δεν τη χρησιμοποιώ. Νομίζω πως ούτε καν ξέρω πού βρίσκεται. Να όμως που ξεπήδησε μέσα από κάποια ρωγμή και ζήτησε ένα τελευταίο κείμενο. Γραμμένο για εκείνη αυτή τη φορά. Τόσα χρόνια έγραφε πάντα αυτή για τους άλλους.

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Ελλάδα, η χώρα των παραισθήσεων


Μια ζωή τις ευθύνες στους άλλους. Ακόμη και στα χρόνια της μεγάλης ανοησίας, όταν ο καθένας μπορούσε να είναι και να αυτοανακηρύσσεται αυτό που δήλωνε, τότε που το πεντοχίλιαρο είχε αντικαταστήσει τη σημαία του έθνους και τα σκυλάδικα τον εθνικό ύμνο, η μιζέρια σε αυτή τη χώρα ήταν το κύριο χαρακτηριστικό. Η γκρίνια και το ανικανοποίητο. Ο φθόνος και η μικρή καρδιά που δεν μπορούσε ποτέ να δει δυο βήματα πέρα από τα στενά της όρια. Άθλιος λαός και γελοίες παρανοήσεις. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Αφορμή ήταν το τρίτο ταξίδι μου στην Τουρκία. Το πρώτο έγινε πριν από δέκα χρόνια, πολύ μακριά από την οικονομική κρίση, όταν η Ελλάδα κέρδιζε μπακιρένια υπνωτιστικά κύπελλα και διοργάνωνε αμύθητα δαπανηρούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Το δεύτερο ήταν όταν πλέον τα πράγματα εδώ είχαν αρχίσει να δείχνουν τα δόντια τους απειλητικά -πριν από τρία χρόνια. Ας δούμε όμως πρώτα τα του οίκου μας και στη συνέχεια θα περάσουμε στο αντίπαλο δέος.

Φρου-φρου κι αρώματα, περασμένα μεγαλεία καθώς και αβάσιμες ελπίδες και προοπτικές ενός καλύτερου αύριο. Οι έλληνες (συνειδητά χωρίς κεφαλαίο γράμμα Ε), χαμένοι και υπνωτισμένοι μέσα σε μια θάλασσα υπεραξίας στην οποία κολυμπούσαν από χρόνια, κάποια στιγμή θεώρησαν πως είχε έλθει η ώρα της εθνικής ανάτασης και της εθνικής παλιγγενεσίας. Η Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών ήταν έτοιμη να διεκδικήσει σε λίγο και πάλι την ύπαρξη της Μεγάλης Ιδέας. Παρασυρμένη από ματαιόδοξους και διεφθερμένους ηγέτες, η χώρα ταξίδευε στον ωκεανό χωρίς πανιά, έρμαιο στα πρώτα κύματα και στον ορμητικό άνεμο. Τι άλλο θα βλέπαμε πια... Όλοι μιλούσαν για το ελληνικό θαύμα, που τα καταφέρνει όλα την τελευταία στιγμή και "αφήνει άφωνους" τους υπόλοιπους λαούς. Δεν σκέφτονταν όμως πως όλα είναι δυνατό να διεκπεραιωθούν την τελευταία στιγμή από κάθε λαό αρκεί να υπάρξουν οι κατάλληλες μίζες, χρεώσεις και υπόγειες διαπλοκές. Δηλαδή τι νόμισαν οι έλληνες; Ότι πέτυχαν το θαύμα; Ότι κανείς άλλος λαός δεν θα μπορούσε να πετύχει αυτό το ακατόρθωτο έργο; Αστεία πράγματα. Με έναν ανεξάντλητο πακτωλό ανεξέλεγκτων κεφαλαίων ο ναός γκρεμίζεται και ξαναχτίζεται σε τρεις μέρες. Αλλά, δυστυχώς, ακόμη και αυτό βαφτίστηκε εθνικό επίτευγμα. Πλήρης απουσία επαφής με την πραγματικότητα. Απόλυτη υπερεκτίμηση των δεδομένων, τα οποία μάλιστα αμφιβάλλω αν οι έλληνες τα αντιληφθηκαν έστω και μια φορά σε όλο τους το εύρος.

Στενά μυαλά που δεν μπόρεσαν να κοιτάξουν ποτέ πέρα από το παράθυρό τους, από τη μικρή και στενόχωρη ιδιοκτησία τους. Από τον ανυποχώρητο εθνικισμό τους και τη συμπλεγματική ερμηνεία της ιστορίας και των φαινομένων.

Σε αυτή τη χώρα όλα τα δεινά προέρχονταν από τους άλλους. Ποτέ δεν ευθύνονταν οι έλληνες. Αυτοί ήταν πάντοτε άμεμπτοι και διέθεταν το αλάθητο. Δεν έμαθαν -αλλά και δεν άντεχαν ποτέ- να κοιτάξουν μέσα τους και να σταθούν απέναντι στον καθρέφτη γυμνοί. Μια διαρκής Αποκριά. Ένας περιφερόμενος καρνάβαλος στην ιστορία του σύγχρονου κόσμου.
  
Το αστείο είναι πως για τους Τούρκους οι έλληνες δεν αντιπροσωπεύουν τίποτα παραπάνω από ένα μυρμήγκι. Φυσικά και δεν τους υπολογίζουν ως "απειλή". Θα ήταν αστείο άλλωστε, έχοντας μια τόσο πολυπληθή, πλούσια και ισχυρή χώρα. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να δημιουργήσουν ένα απαραίτητο εφαλτήριο για την ένταξή τους στην Ευρώπη. Αυτό είναι το όραμα του ικανότατου ηγετικού διδύμου της χώρας. Του Ερντογάν και του Νταβούτογλου. Δυο τετραπέρατων πολιτικών με μακρόπνοες βλέψεις και σχέδια. Όνειρό τους η ολοκλήρωση του έργου του Μουσταφά Κεμάλ. Εκείνος άρχισε τη μεγάλη μεταρρύθμιση, ξεκινώντας την αλλαγή από το αλφάβητο -τι μεγαλειώδης, παράτολμη και γενναία πράξη- και συνεχίζοντας με την απαλλαγή της Τουρκίας από τα σουλτανικά μιάσματα. Σήμερα, οι δυο σύγχρονοι πολιτικοί του διάδοχοι επιδιώκουν κάτι εξίσου παράτολμο. Αφού εκκαθάρισαν τη χώρα από τα στρατιωτικά δικτατορικά υπολείμματα, επιδιώκουν την ένταξη στην Ευρώπη αλλά και την πρωτοκαθεδρία στον μουσουλμανικό κόσμο της ευρύτερης ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Ένα δύσκολο εγχείρημα ευαίσθητων ισορροπιών μιας και εμπλέκονται βαθιά αντίρροπες δυνάμεις που λειτουργούν ως διελκυστίνδα στα σπλάχνα της χώρας. Πρόκειται όμως για ταχυδακτυλουργούς της πολιτικής τέχνης και σπάνιους ηγέτες.

Λειτουργώντας ως γνήσια υπερδύναμη, η Τουρκία ασκεί την επιρροή και την ισχύ της σε όλη την περιοχή είτε μέσω στρατιωτικών είτε μέσω πολιτικών ατραπών. Εκεί εντάσσονται και οι παρενοχλήσεις των ελληνικών δυνάμεων στο Αιγαίο αλλά και οι πλεύσεις κοντά στα ελληνικά παράλια -πάντα όμως σε διεθνή ύδατα κι ας βρίσκονται αυτά απέναντι από τη Ραφήνα. Το Αιγαίο δεν είναι μια κλειστή λίμνη. Είναι διεθνής θάλασσα. Ούτε είμαστε η μόνη χώρα προς την οποία η Τουρκία εμφανίζει την επεκτατική της πλευρά. Το ίδιο γίνεται και με τη Συρία, το Ισραήλ και την περιοχή των Κούρδων. Αυτά όμως οι έλληνες τα ξεχνάνε και θέλουν να πιστεύουν ότι είναι τα μοναδικά της θύματα.

Οι δυο Τούρκοι πολιτικοί έχουν στα χέρια τους έναν λαό που έχει αντιληφθεί ότι η δουλειά, η αφοσίωση, η πίστη στο έργο, ο σεβασμός στον συνάνθρωπο αλλά και η μόρφωση αποτελούν ισχυρά διαβατήρια για την πρόοδο του κράτους. Βέβαια, δεν ξεχνάμε πως η θρησκεία τους προσφέρει μια ακλόνητη πνευματική, κοσμική και υπαρξιακή κοσμοθεωρία, που εμπεδώνει μέσα στα άτομα σταθερές αξίες. Τους κρατά ενωμένους και δεμένους μεταξύ τους τόσο συναισθηματικά όσο και ηθικά. Με λίγα λόγια, είναι αυθόρμητοι, δεν υποκρίνονται. Η συμπεριφορά τους δεν είναι αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχουν επίγνωση των ευεργετικών αποτελεσμάτων αυτής της συμπεριφοράς, που ταυτόχρονα την εφαρμόζουν και συνειδητά.

Δεν υποτιμάται επίσης το γεγονός πως πρόκειται για μια αχανή χώρα με πολύ μεγάλο πληθυσμό, γεγονός που δημιουργεί μια τεράστια αγορά με μεγάλες προοπτικές. Φυσικά και στα βάθη της Ανατολίας υπάρχει μεγάλη φτώχεια και ανέχεια, αλλά όλα αυτά δεν αποτελούν αιτία ανάσχεσης ή αποθάρρυνσης του προγράμματος εξέλιξης της χώρας. Όλοι πιστεύουν ότι μπορούν να επιτύχουν και ότι αξίζουν ένα καλύτερο αύριο, που θεωρούν αναπόφευκτο πως θα έλθει. Προσπαθούν όλοι, με τα δικά του μέσα ο καθένας, και συμβάλλουν στη γενικότερη προσπάθεια.

Σε αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και η επιδίωξη της Τουρκίας να καρπωθεί φυσικό πλούτο, να δημιουργεί πυρήνες της στα γύρω κράτη και να εμφανίζεται ως εγγυήτρια δύναμη σε κάθε διένεξη που προκύπτει στην περιοχή. Όπως έγινε στην περίπτωση της Αιγύπτου, με τον Νταβούτογλου να είναι ο πρώτος υπουργός ξένης χώρας που επισκέφθηκε το Κάιρο μετά την ανατροπή Μουμπάρακ και την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος. Ο κόσμος το πληροφορήθηκε σχεδόν κατόπιν εορτής και η επίσκεψη αναφέρθηκε στα μέσα ενημέρωσης σε αόριστο χρόνο. Ο ενεστώτας είχε γίνει καπνός, δεν ανταποκρινόταν πλέον σε πραγματικό χρόνο. Για άλλη μια φορά η Τουρκία είχε τρέξει γρηγορότερα από τους άλλους -και από το χρόνο. "Ύπουλες επιδιώξεις"; Μάλλον πρόκειται για έκτακτη εξωτερική πολιτική. Μια πολιτική που οι ημεδαποί άρχοντες δεν διανοούνται αλλά και δεν τολμούν να ακολουθήσουν.

Στη δυτική πλευρά του Αιγαίου κατοικεί ένας λαός κομπλεξικός και υποτακτικός, που θεωρεί όμως πως η ανθρωπότητα του οφείλει εσαεί σεβασμό και τιμές επειδή οι αρχαίοι κάτοικοι της χώρας του έθεσαν τις βάσεις της μελλοντικής εξέλιξης του κόσμου στις επιστήμες, στη φιλοσοφία, στις τέχνες, στο πολιτεύεσθαι. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όλα εκείνα τα επιτεύγματα είναι μια τεράστια παρακαταθήκη και κληρονομιά, που όμως δεν αποτελεί κτήμα κανενός άλλου παρά ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και σίγουρα δεν γράφουν GR στο οπισθόφυλλό τους... Ας μην μιλήσουμε για την καθαρότητα της φυλής για την οποία κόπτονται οι έλληνες. Μόνο οι Αρειανοί δεν πέρασαν απο αυτά τα χώματα για να έχουμε επιμειξίες και με αυτούς. Όλοι οι υπόλοιποι μας κέντρωσαν με τα γονίδια και τα κληρονομικά χαρακτηριστικά τους. Αποτέλεσμα χιλιάδων διασταυρώσεων είναι ο σημερινός έλληνας που κατοικεί αυτή τη χώρα. Επειδή όμως οι πρώτες επιστημονικές, φιλοσοφικές, πολιτικές, καλλιτεχνικές, κλπ. έννοιες διατυπώθηκαν στη γλώσσα του, διατηρήθηκαν ως μαγιά στο πέρασμα των χρόνων, ενώ αυτό που τις εδραίωσε στη συνείδηση και στη γνώση του κόσμου ήταν η βαρύτητα της πρωτοτυπίας τους. Διόλου άσχετο με τη διατήρηση ενός αναλλοίωτου άξονα στην ελληνική γλώσσα στο διάβα των αιώνων. 

Όλα αυτά δεν μειώνουν στο ελάχιστο τα άξια πνεύματα που γέννησε αυτός ο τόπος. Τα φωτεινά μυαλά που οδήγησαν -έστω και προσωρινά, πριν εξοστρακισθούν, εξορισθούν ή δολοφονηθούν από τους ομοεθνείς τους...- αυτή τη χώρα σε υψηλότερα επίπεδα. Ανθρώπους που δεν κέρδισαν βραβεία Νόμπελ επειδή δεν ήταν μασόνοι, αλλά κέρδισαν τις καρδιές, τις ψυχές και, τελικά, την αθανασία μέσα από το εκτυφλωτικό έργο τους. Ανθρώπους που έλαμψαν σαν διάττοντες, αφού τις περισσότερες φορές η ίδια η χώρα "έτρωγε τα παιδιά της". Ήταν οι εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν τον κανόνα. Σωκράτης, Αριστείδης, Θεμιστοκλής, Καποδίστριας, Κολοκοτρώνης, Άρης, Καζαντζάκης, Λαμπράκης, Παναγούλης, Πέτρουλας, και τόσοι άλλοι, αυτόχειρες ή μη.

Δεν ξέρω -και δεν με ενδιαφέρει- αν η Ελλάδα είναι παρελθόν, πάντως η Τουρκία είναι σίγουρα το μέλλον.