Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ernesto "Che" Guevara


Πρόκειται για την πιο διάσημη φωτογραφία, το διασημότερο σύμβολο που υπάρχει. Είναι γνωστό. Θα ήθελα όμως να μιλήσω λίγο για αυτήν την εικόνα, αυτή τη σημαία, αυτόν τον άνθρωπο τελικά, που συντρόφεψε, συντροφεύει και θα συντροφεύει - μάλλον πάντα - τις ανήσυχες και επαναστατημένες στιγμές της ψυχής κάθε ανθρώπου. Τη μορφή που θα εμψυχώνει τις στιγμές έξαρσης της ύπαρξης, τις στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος δεν χωρά στα στενά του, φθαρτά περιθώρια και θέλει να χυμήξει στο άπειρο.

Ο Τσε, από τις φωτογραφίες και τα φιλμάκια που έχουν σωθεί, δείχνει ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Το ότι ήταν όμορφος δεν νομίζω πως είναι θέμα προς διαπραγμάτευση - ήταν σαν ζωγραφιά. Όταν μιλούσε, ακόμη κι όταν άστραφτε και βρόνταγε, τα μάτια του ήταν χαμογελαστά. Έβλεπαν, άκουγαν και ταυτόχρονα σκέφτονταν. Ακόμη και μέσα από την κάμερα, που δεν ήταν επιλογή του αλλά απλώς βρισκόταν εκεί για να αποτυπώσει τον εκπρόσωπο μιας χώρας με ιδιαιτερότητες, νιώθεις να σε ακτινογραφεί με το βλέμμα του. Όσοι στάθηκαν απέναντί του θα πρέπει να ένιωσαν αρκετή αμηχανία τις στιγμές στις οποίες δεν ήταν αληθινοί και ειλικρινείς. Και αυτήν την αίσθηση την εισπράττω εντελώς ελεύθερα και αυθόρμητα, χωρίς κανενός είδους προβολή στο πρόσωπό του.

Ο Τσε έφυγε από την Αργεντινή του με μια μηχανή και γύρισε όλη τη Λατινική Αμερική, γινόμενος έτσι μάρτυρας της πείνας, της ανέχειας και των συνεχιζόμενων ασθενειών των συνανθρώπων του. Σταμάτησε για κάποιο διάστημα στη Γουατεμάλα και τελικά έφτασε στην Κούβα, όπου εκπαίδευσε τους αντάρτες που ενεπλάκησαν στο επεισόδιο του Κόλπου των Χοίρων. Έφτασε να γίνει μέχρι και υπουργός βιομηχανίας του νέου καθεστώτος και ταξίδεψε σχεδόν σε όλον τον κόσμο. Αργότερα κατέληξε στη Βολιβία, θέλοντας πάλι να δώσει ώθηση στον αγώνα των ανθρώπινων ψυχών. Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ είχε πει, μετά τη συνάντησή τους, ότι ο Τσε ήταν "ο πληρέστερος άνθρωπος της εποχής του". Το τέλος του είναι γνωστό. Φρικτό και μακάβριο από τα λερωμένα χέρια της CIA.

Θυμάμαι την κόκκινη σημαία με τη μορφή του, κρεμασμένη στη μέση του μαγαζιού του Γιώργου, στη Νίσυρο. Να αιωρείται χωρίς να ακουμπά πουθενά. Και, επειδή στο νησί συνήθως φυσάει, η σημαία δεν είχε ησυχία, κυμάτιζε ασταμάτητα. Όταν την είδα, την πρώτη φορά που μπήκα στο μαγαζί, λαχτάρησα. Πήρα βαθιά ανάσα για να την κοιτάξω καλύτερα. Γυρνάω και ρωτάω το Γιώργο με το βλέμμα μου: ο Τσέ, γιατί; Ε, άσ' τον αυτόν, μου απαντά κουνώντας το χέρι του, σαν να ήθελε να μου πει πως μερικά πράγματα δεν συζητιούνται, απλώς τα νιώθουμε - αν τα νιώθουμε. Κατάλαβα, δεν χρειαζόταν να μου εξηγήσει. Από τότε με το Γιώργο αποκτήσαμε μια ιδιαίτερη σχέση σιωπηρής επικοινωνίας και συνωμοτικών χαμόγελων, που όμως έλεγαν πάρα πολλά. Λες και οι ψυχές μας είχαν δώσει τα χέρια πάνω από το πρόσωπο της αγαπημένης μορφής και είχαν συναποφασίσει ότι είναι συγγενείς.

Μετά από τρία χρόνια είχα πια τελειώσει το σπίτι μου και ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα ήταν να κατέβω ένα πρωί στο Μοναστηράκι για να βρω και να αγοράσω το κόκκινο πανί που μου είχε κόψει την ανάσα. Το βρήκα, εύκολα βέβαια. Και όταν γύρισα στο σπίτι το κρέμασα στο μεγάλο τοίχο της σκάλας. Είναι πάντα εκεί, εδώ και δέκα χρόνια, με ένα σποτ από πάνω - το φως της σκάλας που οδηγεί στο υπνοδωμάτιο. Έτσι, κάθε βράδυ, πριν τον ύπνο, και κάθε πρωί, μόλις ανοίξω τα μάτια, τον βλέπω να ατενίζει το άπειρο. Αρκετές φορές του μιλάω και αποκρίνεται. Συζητάμε. Προσπαθώντας να απαντήσω στα διάφορα ερωτήματα της ζωής, πολλές φορές αλλάξαμε θέσεις και άκουσα τη γνώμη του. Τι θα μου έλεγε άραγε αν άκουγε πραγματικά; Θέλοντας συνειδητά να υιοθετήσω την πλέον ριζοσπαστική προοπτική, έπαιρνα τη θέση του και στο στόμα μου έρχονταν οι πιο ακραίες απόψεις, εκείνες που με ξεβόλευαν εντελώς και που, σε αντίθετη περίπτωση, οι παγιωμένες θεωρίες και οι τρόποι μου, δεν θα μου επέτρεπαν ούτε καν να τις διανοηθώ. Όχι μόνο του επέτρεπα, αλλά τον ωθούσα να με προκαλεί και να μου εναντιώνεται. Να με σπρώχνει μπροστά, ή τουλάχιστον, να με μετακινεί από τη θέση μου. 

Το έβλεπα σαν παιχνίδι. Ήμουν εγώ κι ένα κομμάτι πανί. Ήμουν κι εγώ ένα κομμάτι πανί. Που δεν είχε μιλιά, σάρκα και οστά - τίποτα. Κι όμως, ήταν σαν μια τεράστια, κατακκόκινη φωτισμένη συνείδηση που αλληλεπιδρούσε μαζί μου. Στα δύσκολα χρόνια ήταν - και είναι - πάντα εκεί. Πάρα πολλές φορές έχω καθίσει ακριβώς από κάτω του, στο ξύλινο περβάζι που υπάρχει μπροστά στον πανύψηλο τοίχο, κρατώντας στα χέρια μου την κιθάρα. Έχω στριμωχτεί στην κόγχη και έχω τραγουδήσει ή έχω απλώς παίξει σκόρπιες μελωδίες. Λες και ψέλνω. Σαν λειτουργία στον Τσε, που με βοηθά να λειτουργώ εγώ. Κι όμως, ποτέ μέχρι αυτή τη στιγμή που γράφω, δεν είχα συνειδητοποιήσει τι έκανα. Ότι όλη αυτή η πράξη είχε μια τέτοια πλευρά και χροιά. Εξάλλου, τι άλλο είναι ο Τσε παρά μια ατελείωτη έμπνευση; Μια έμπνευση για τα πάντα. Η δυνατότητα να αρθρώσεις το πιο μύχιο όνειρό σου, την πιο αβάσταχτη ανάγκη σου και την πιο ελεύθερη έκφρασή σου. Αλλά ταυτόχρονα και η πιθανότητα όλα αυτά - κι ακόμη περισσότερα - να πραγματοποιηθούν και να μην παραμείνουν απλές ουτοπίες. Αυτό είναι ο Τσε. Η ψυχή που ορθώνει το ανάστημά της. Στην καθημερινότητα, στη δουλειά, στη μοίρα, παντού.

Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου να βάλω κάτι άλλο σε αυτόν τον τοίχο. Είναι όλος δικός του. Για να συνδέει, να ενώνει τον κάτω με τον επάνω κόσμο. Τον κόσμο της πραγματικότητας με τον κόσμο του ονείρου. Τη γη, το χώμα, με τον ουρανό και τα σύννεφα. Για να πηγαίνω να τον βρίσκω κάθε νύχτα που ανεβαίνω να κοιμηθώ και να έρχεται να μου μιλά στο όνειρο. Και να τον αποχαιρετώ κάθε πρωί για να κατέβω να ζήσω. Κι εκείνος να παραμένει στα ψηλά - ίδιος όνειρο.

Μπορώ πολύ καλά να φανταστώ τι λένε οι όψιμοι τιμητές του. Θα τον βλέπουν να μιλά για την τότε Σοβιετική Ένωση, εξυμνώντας τα επιτεύγματά της, και θα δηλώνουν πως ανατριχιάζουν, θεωρώντας πως δικαιώθηκαν από τα χρόνια. Δεν έχει καμιά σημασία όμως η άποψη και τελικά η πορεία ζωής τέτοιων επικριτών. Εξακολουθούν να φοβούνται και να τρέμουν στην ιδέα της κατάρριψης των σταθερών γύρω τους. Είναι ο γνωστός φόβος που κυριεύει και κατακλύζει τις αδύναμες και φοβισμένες ψυχές που, αδυνατώντας να προχωρήσουν, αναζητούν απεγνωσμένα έναν "μπαμπά" στη ζωή, όπου μπορούν να κρύβουν το κεφάλι τους, φοβούμενοι να αντιμετωπίσουν το σήμερα. Φοβούμενοι να ορθώσουν το - μικρό ή μεγάλο - ανάστημά τους σε αυτό που λέμε ζωή και, θέλοντας και μη, βρεθήκαμε να το περπατάμε. Με αυτόν τον τρόπο ζητούν καταφύγιο στα κεκτημένα και γνωστά. Σε αυτά που στηριζόταν ο κόσμος όλα τα προηγούμενα χρόνια όταν συναντούσε ομίχλη. Έτσι είμαστε όμως οι άνθρωποι. Γεμάτοι αδυναμίες και ελλείψεις. Ανθρώπινες συμπεριφορές είναι όλες αυτές. Δεν είναι κατηγορούμενες. Αλλά δεν σταματάμε εκεί. Δεν αφήνουμε τη ζωή να μας οδηγεί. Όσο μπορούμε, παρεμβαίνουμε. Όσο αντέχουμε, προσπάθούμε. Όσο εμπνεόμαστε, πράττουμε. Θα το πω και πάλι. Αν είχε σκεφτεί έτσι ο Αλέξανδρος, δεν θα είχε σηκώσει το σπαθί να σπάσει τον κόμπο και να προχωρήσει, μη αντέχοντας ούτε να περιμένει αλλά ούτε και να παραιτηθεί από την προσπάθεια. 

Είναι τόσο απλό. Ο Τσε μας δίδαξε ότι παντού και πάντα υπάρχει εναλλακτική λύση, ένας "άλλος" δρόμος που οδηγεί σε ξέφωτο. Εκεί όπου μπορούν να μαζευτούν όλοι οι άνθρωποι κάτω από τον ήλιο και να ζεσταθούν.

Στο βίντεο που ακολουθεί ο Τσε μιλά στην ολομέλεια της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 11 Δεκεμβρίου 1964, ως εκπρόσωπος της Κούβας.




 Ακολουθεί το κείμενο ολόκληρης της ομιλίας του στα Ηνωμένα Έθνη, μεταφρασμένο στα αγγλικά.


Δεν υπάρχουν σχόλια: