Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Διονύσης Σαββόπουλος


Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι από μόνος του ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία αυτής της χώρας. Λες και ήλθε με συγκεκριμένη αποστολή, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, απεσταλμένος -ποιου "Θεού";- για να σπείρει αλογόμυγες. Είναι πολύ σοβαρή υπόθεση να μιλάς για τον Διονύση Σαββόπουλο. Θα προσπαθήσω να είμαι γεωμετρικά ακριβής και αναλυτικός σε αυτή τη διαδρομή μαζί του, σήμερα, αρκετές δεκαετίες από τότε που πρωτοάκουσα να τρυπάει τα αφτιά μου εκείνη η τραχιά φωνή που δεν έμοιαζε με τραγούδι αοιδού αλλά ένιωθες πως ήθελε κάτι να σου πει. Κάτι μεγάλο.
 
Είναι αδύνατον να αρχίσεις από κάπου να μιλάς για τον Σαββόπουλο. Λες και τον ακούω να μου τραγουδάει "ό,τι και να πω, κάτι περισσεύει" και να μου κλείνει το μάτι χαμογελώντας πονηρά κάτω απ’ το γενάκι του.

Διονύση Σαββόπουλε, νομίζω πως τώρα πια, μετά από τόσα χρόνια, έχω να σου αναγνωρίσω πως υπήρξες πάντα ένας οραματιστής, ένας "προφήτης", όπως θα 'λεγαν οι χριστιανοί. Ήσουν ο μοναδικός άνθρωπος για τον οποίο δεν έβγαινε καμιά λέξη από μέσα μου όλον αυτόν τον καιρό. Ήταν αδύνατον. Βουβαινόμουν. Με ρωτούσαν οι φίλοι, οι γνωστοί, τα παιδιά που τόσα χρόνια έρχονταν να με ακούσουν να τραγουδάω. Με ρωτούσε ακόμη και ο ίδιος μου ο εαυτός. Πολλές φορές πραγματικά βασανίστηκα για να σε περιγράψω μέσα μου. Ποτέ δεν τα κατάφερα. Ποτέ δεν μπόρεσα. Τελικά αρχίζω και συνειδητοποιώ πως απλώς ΔΕΝ χωρούσες. Πουθενά ολόκληρος. Κι έτσι δεν κατάφερνα να σε πιάσω. Να σε αιχμαλωτίσω. Να σε κάνω μονοκοντυλιά.

Τη μια ήσουνα φαφούτης, κυριευμένος από μια ανείπωτη σωματική ανάγκη, την άλλη γινόσουνα Καραγκιόζης πίσω από το παραβάν, και άλλες φορές χοροπηδούσες – ίδιο μαλλιαρό ξωτικό λουσμένο στην τρέλα – γύρω από τη φωτιά στο ρυθμό ενός μπάλου. Υπήρξες απίστευτα τρυφερός και απαλός, σαν χάδι, σαν πούπουλο. Πόσες φορές δεν πήραμε το βαρκάκι σ' εκείνη τη θάλασσα μικρή για να ξανοιχτούμε και να αγαπήσουμε ή να θυμηθούμε. Δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να θυμάμαι στίχους και μελωδίες σου γιατί δεν έχουν τέλος. Και γιατί τις έπαιξα και τις τραγούδησα νομίζω όλες, εκείνα τα χρόνια στο πάλκο.

Με ρωτούσαν λοιπόν πολύ συχνά τα παιδιά από κάτω τι πιστεύω για σένα. Πώς αντιλαμβάνομαι, πώς νιώθω, πώς σκέφτομαι και, τελικά, πώς "κρίνω" την πορεία και τις επιλογές σου. Ένιωθα να με κολλάνε στον τοίχο με εκείνη την ερώτηση. Πίστεψέ με, δεν υπήρχε για μένα μεγαλύτερος φασισμός και μεγαλύτερη πίεση. Δεν μου άρεσε καθόλου που μου έκαναν αυτήν την ερώτηση. Ήθελα να φύγω, να τους εγκαταλείψω, για να τους δείξω ότι κάτι δεν πάει καλά όταν προσπαθούμε να προσεγγίσουμε με τέτοιον τρόπο αυτόν τον άνθρωπο. Τι τους έλεγα; Έλεγα πάντα πως ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι μια ιδιοφυΐα και καλύτερα να αφήνουμε τις ιδιοφυΐες στην ησυχία και στη διαδρομή τους, αποφεύγοντας να κρίνουμε τις πράξεις του. Απλώς να τις παρακολουθούμε και να καταγράφουμε την πορεία τους. Και στο τέλος έλεγα – όπως έλεγα και στον εαυτό μου – κάτι που διαισθανόμουν βαθιά μέσα μου. Ότι ο Σαββόπουλος είναι πολύ "μπροστά" στις διαδρομές που κάνει και είναι αδύνατον να τον κατανοήσουμε. "Ίσως σε κάποια χρόνια, όταν θα ζήσουμε κι εμείς όσα τώρα εκείνος βλέπει να έρχονται, να καταλάβουμε..."

Πίστεψέ με, δεν σε θεοποίησα ποτέ. Ποτέ δεν σε είχα απόλυτο είδωλό μου. Ίσως ούτε καν σε έβαλα ανάμεσα στους "μεγάλους" – όπως είχα τα Χατζηδάκια και τα Θοδωράκια… Και σίγουρα η άρνησή μου να απαντώ δεν υπήρχε γιατί ήθελα να αποφύγω το ερώτημα που μου έθεταν οι άλλοι και ο εαυτός μου. Απλώς έτσι το ένιωθα. Σε έβλεπα πολύ μακριά. Το έβλεπα στα μάτια σου, που χάνονταν στο μέλλον. Και αδυνατούσα να σε παρακολουθήσω, να τρέξω μαζί σου. 

Εξάλλου, οι στροφές σου εκείνα τα χρόνια ήταν τόσες πολλές και μεγάλες που συνήθως δεν προλαβαίναμε να σε δούμε να σταθεροποιείσαι κάπου. Μόλις σε βρίσκαμε, σε χάναμε. Γινόσουν καπνός.

Υπήρχαν όμως πάντα τα τραγούδια σου, που τρύπωναν παντού. Δεν υπήρχε περίπτωση να ανέβω στο πάλκο και να μην σε τραγουδήσω. Έβρισκες τον τρόπο να τρυπώνεις σε κάθε πρόγραμμα, σε κάθε βραδιά, σε κάθε διαφορετικό κοινό. Έτσι κατάφερνες να μας ενώνεις και να μας θυμίζεις πως ό,τι κι αν γίνει, οπουδήποτε κι αν βρίσκεσαι την επόμενη μέρα, μας έχεις δεμένους γερά πάνω σου έτσι ώστε να μην πέσουμε ποτέ από την τεράστια ορμή με την οποία διέσχιζες τους ουρανούς και τα χρόνια.

Πάρα πολλές φορές αντέδρασα μέσα μου με τις επιλογές σου. Κάποιες τις θεώρησα ακραίες και προκλητικές. Επαναστατούσα και ήθελα να σε καταργήσω. Αλλά σε ξανάβρισκα πάντα μέσα από τα τραγούδια σου. Ήταν αδύνατον να σε τραγουδήσω και να μην σε νιώσω. Κι έτσι πάντα σε "συγχωρούσα". Όπως κάνουμε με τα μικρά παιδιά ή με αυτούς που αγαπάμε, που τους δεχόμαστε όπως είναι. Ναι, αυτό έκανα με σένα. Σε δέχτηκα όπως ήσουν. Δεν ζητούσα παραπάνω θαύματα από όσα μας έκανες. Δεν ήθελα να σε περιορίσω και να σε παγιδέψω.

Αυτά που είδα γύρω μου όλα αυτά τα χρόνια τα σιχάθηκα. Σε θέλανε στα μέτρα τους. Σε θέλανε "Νιόνιο" και ξαφνικά γινόσουν ο κολλητός τους ή, όταν δεν τους άρεσαν όσα έλεγες ή έκανες, θυμούνταν ότι δεν πήγες στρατό ή επικαλούνταν διάφορες οικογενειακές δήθεν ατασθαλίες σου και θέλανε να γυρίσεις σπίτι σου, ενώ όταν δεν τους έβγαιναν τα χαρτιά, ήθελαν ακόμη ένα θαυματάκι από το Μέγα Θαυματοποιό. 

Βέβαια, δε λέω, ξεγελάστηκες κι εσύ κάποιες φορές από τους καιρούς και τα οράματα, αλλά και ποιος δεν ξεγελιέται; Αλίμονο. Ήσουν ανθρωπινότερος από άνθρωπος... 

Σε είδα πάλι πρόσφατα, πριν από λίγα χρόνια, έκτακτο καλεσμένο σε ένα μικρό μαγαζί. Εκεί όπου το πρώτο τραπέζι ακουμπά στο πάλκο. Εγώ καθόμουν στο δεύτερο. Πέρασαν πολλοί από τη σκηνή. Όταν όμως ανέβηκες εσύ -δεν σε είχα ξαναδεί τόσο κοντά, στα δυο μέτρα- η σκηνή έλαμψε κι εσύ ακτινοβολούσες λευκό φως. Ήταν μεταφυσικό. Αυτό το πράγμα μου είχε συμβεί άλλη μια φορά με καλλιτέχνη. Σαν να έβλεπα την αύρα σου. Αφού δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου. Από τη μια με θάμπωνες και με κούραζες κι από την άλλη με μαγνήτιζες. Κατάλαβα πολλά εκείνο το βράδυ.
 

Σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, είσαι ακόμα εδώ, δίπλα μου, και σε ανακαλύπτω πάλι από την αρχή. Σύγχρονος όσο ποτέ και τραγικός όπως πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: